Καλό Χειμώνα
ΧΟΥΑΝ (ΧΟΜΕΡΟ) ΣΟΛΒΕΝΙΟ
Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΣΤΟ ΠΑΤΟ ΤΟΥ ΒΑΡΕΛΙΟΥ
Ο αργεντινός ποιητής Χουάν Σολβένιο, έγραφε τον χειμώνα του 1965 στο ποίημά του Η Παράξενη Γλώσσα της Ψυχής:
...Δεν μπορείς να συλλαβίσεις την γλώσσα των ονείρων
για τον ίδιο λόγο που δεν μπορείς πια
να απαριθμήσεις τους πάπυρους που φώτιζαν τα ράφια
της βιβλιοθήκης της Αλεξάνδρειας
εκείνη την νύχτα που χάθηκε για πάντα στην άβυσσο του χρόνου.
Ξέρεις μόνο πως κάποτε υπήρξε μία παράξενη γλώσσα και μία βιβλιοθήκη.
Ξέρεις, πως το μόνο που σου έχει απομείνει είναι αυτός ο πυρετός.
Ξέρεις μόνο πως αυτός ο πυρετός,
είναι με τον τρόπο του, εκείνη η βιβλιοθήκη κι εκείνη η γλώσσα.
Ο Χουάν Σολβένιο έσκυψε για μια τελευταία φορά μέσα του, ξεφύλλισε «τα φύλλα της καρδιάς του» -μερικές ακόμα σελίδες στο Μεγάλο Βιβλίο του Μαλλαρμέ - και αντίκρισε μια βαθιά αλήθεια: η απώλεια και η θλίψη των πραγμάτων που αγαπήσαμε είναι που μας κάνει ποιητές, συγγραφείς, ανθρώπους. Το κενό που νοιώθουμε πολλές φορές μέσα μας δεν είναι παρά η δύναμη που κινεί ολόκληρο το σύμπαν. Μερικά χρόνια αργότερα ο Σολβένιο πεθαίνει από καρκίνο των πνευμόνων, μόνος και άγνωστος σε κάποιο νοσοκομείο του Μπουένος Άιρες, αφήνοντας πίσω του μια ακόμα απώλεια. Την ώρα που ξεψυχούσε κάποιο ραδιόφωνο ίσως μουρμούριζε το τραγούδι «Far Side of the Hill» του Barry McGuire: «Μερικοί άνθρωποι γεννήθηκαν για να δουλεύουν όλη τη μέρα μέσα σ’ ένα δωμάτιο, εγώ όμως γεννήθηκα για να περιπλανιέμαι». Το ποίημα του Η Παράξενη Γλώσσα της Ψυχής, βρίσκεται σήμερα στην μεγάλη ανθολογία της ισπανόφωνης ποίησης που εκδόθηκε το 1991 στην Αμερική, κι αποτελεί ίσως ειρωνεία το γεγονός πως μπορεί κανείς να το διαβάσει αμέσως μετά από το Ποίημα των Δώρων του Χόρχε Λουίς Μπόρχες, ενός ανθρώπου που απ’ ότι φαίνεται επηρέασε πάρα πολύ τον Σολβένιο.
Οι μεγάλοι συγγραφείς συμφωνούν συνήθως με τον έναν ή με τον άλλο τρόπο, πως τα σημαντικότερα πράγματα σε μια ιστορία -κι αυτό ισχύει παραδόξως και για τους ανθρώπους- είναι εκείνα που δεν αποκαλύπτονται ποτέ, εκείνα δηλαδή που επαφίονται στην φαντασία μας για να τα αποκρυπτογραφήσει. Ένα βιβλίο ή κι ένας άνθρωπος, μας διηγείται συνήθως μια συνηθισμένη ιστορία που κάποιες φορές την βρίσκουμε αδιάφορη ενώ άλλες φορές την ερωτευόμαστε από την πρώτη στιγμή. Κάτι ανάλογο συνέβη και με μένα, όταν διάβασα για πρώτη φορά την ιστορία του Χουάν (Χομέρο) Σολβένιο σε κάποιο αμερικάνικο περιοδικό.
Το ποίημά του Η Παράξενη Γλώσσα της Ψυχής βρέθηκε γραμμένο πάνω σ’ ένα παλιό πακέτο τσιγάρα από κάποιον νοσοκόμο την ώρα που πήγαινε τα ρούχα του Σολβένιο στο φούρνο του νοσοκομείου για να τα κάψει. «Ήταν ένα πολύ παλιό πακέτο τσιγάρα», δήλωνε αργότερα ο νοσοκόμος. «Μουχλιασμένο από την υγρασία, σχεδόν αρχαίο. Πρόσεξα πως κάτι έγραφε πάνω του κι έτσι το έβαλα στη τσέπη. Ποτέ μου δεν κατάλαβα το γιατί. Ήταν ένα ποίημα όπως διαπίστωσα αργότερα. Το έδειξα στον αδερφό μου, τον Άλβιο που δούλευε σ’ ένα βιβλιοπωλείο. Εγώ δεν καταλαβαίνω από αυτά τα πράγματα. Του άρεσε και μου ζήτησε να το κρατήσει. Με ρώτησε τι γνώριζα για εκείνον τον άνθρωπο. Του είπα πως ήταν ένας από εκείνους τους αλήτες του Μπουένος Άιρες που φέρνει η αστυνομία στο νοσοκομείο μας κάθε τόσο για να ξεψυχήσουν. Αυτό μόνο του είπα, το όνομα ενός αλήτη».
Τελικά ο αδερφός του που «καταλάβαινε από αυτά τα πράγματα» παθιάστηκε τόσο πολύ από το ποίημα στο πακέτο που αποφάσισε να ανακαλύψει όσα περισσότερα μπορούσε για τον περίεργο «αλήτη». Μαζί με κάποιους φίλους του άρχισαν να οργώνουν την πόλη του Μπουένος Άιρες για να βρουν πληροφορίες. Το γεγονός πως το όνομά του ήταν το πραγματικό του όνομα υπήρξε μια πολύ καλή αρχή. Μετά από μια βδομάδα ανακάλυψε πως ο Σολβένιο είχε γεννηθεί στα περίχωρα της πόλης πριν από 79 περίπου χρόνια, το σπίτι του όμως δεν υπήρχε πια γιατί η περιοχή εκείνη είχε μεταμορφωθεί σε βιομηχανική ζώνη τα τελευταία τριάντα χρόνια. Αλλά δυστυχώς εκεί σταματούσαν όλα. Καμιά άλλη πληροφορία για τον «ποιητή του πακέτου». Κι εκεί που άρχισε να απελπίζεται, εμφανίστηκε ξαφνικά ένας φίλος του Σαλβένιο στο νοσοκομείο και ρωτούσε γι’ αυτόν. Ο αδερφός του τον ειδοποίησε αμέσως κι εκείνος έτρεξε να συναντήσει τον άγνωστο.
«Ήταν ένας αλήτης. Βρώμικος με ξεσκισμένα ρούχα κι έσερνε λίγο τα δεξί του πόδι, θυμάμαι πως φορούσε κάτι λιγδιασμένα γάντια γεμάτα τρύπες. Τον ρώτησα για τον Σολβένιο. Στην αρχή ήταν νευρικός και επιφυλακτικός αλλά ηρέμησε όταν τον πήγα σ’ ένα μαγαζί και του έδωσα να φάει. Έφαγε πρώτα και μετά μου μίλησε για τον φίλο του, τον Χομέρο (έτσι τον έλεγε). Τον ήξερε γύρω στα τρία χρόνια κι ήταν φιλοξενούμενός του. Έμεναν μαζί, αλλά δεν γνώριζε τίποτα γι’ αυτόν, γιατί ο Χομέρο δεν μιλούσε πολύ για τα παλιά. Του ζήτησα να με οδηγήσει στο σπίτι του, γιατί ήθελα να ψάξω να βρω κι άλλα ποιήματα του. Εκείνος γέλασε μόλις με άκουσε και με οδήγησε στο ...σπίτι του Σολβένιο».
Ο αλήτης τον οδήγησε στο «σπίτι» του Σολβένιο που βρίσκονταν (τελικά) στη βιομηχανική περιοχή του Μπουένος Άιρες(!). Σταμάτησαν το αμάξι σε μια ερημική περιοχή, ανέβηκαν και κατέβηκαν με τα πόδια σωρούς σκουπιδιών και παλιοσίδερων, έφτασαν σ’ έναν τεράστιο σκουριασμένο αγωγό και μπήκαν μέσα. Στο βάθος του αγωγού ο αλήτης παραμέρισε μια κουρελού και βρέθηκαν στο σπίτι του Χουάν (Χομέρο) Σολβένιο. Ήταν μια σκοτεινή τρύπα. Ο αλήτης άναψε ένα κερί, τα μάτια του ήταν βουρκωμένα, έδειξε ένα παλιό ξύλινο βαρέλι σε μια άκρη της βρώμικης τρύπας κι αποχώρησε. Στο πάτο του βαρελιού υπήρχε μια σακούλα γεμάτη παλιά πακέτα τσιγάρα ...κι ήταν όλα τους γραμμένα.
Από εκεί και πέρα η ιστορία πήρε τον δρόμο της. Ο Άλβιο επιμελήθηκε όσα από τα ποιήματα του Σολβένιο μπορούσαν να διαβαστούν (πάρα πολλά πακέτα είχαν σαπίσει από την υγρασία) και τα έκδωσε σε μια ποιητική συλλογή με τον τίτλο Στο Πάτο του Βαρελιού. Τέσσερα χρόνια αργότερα τα ανακάλυψε ένας αμερικάνος ατζέντης και αγόρασε τα δικαιώματα του βιβλίου για μια έκδοση του στην Αμερική. Στην εισαγωγή της συλλογής ο επιμελητής της, Άλβιο Κοχιέρο γράφει: «Ανακάλυψα σ’ ένα από τα πακέτα του παππού Χομέρο ένα στίχο του Έλλιοτ: ‘’Δεν θα σταματήσουμε ποτέ να εξερευνούμε, και το τέλος όλης μας της εξερεύνησης, θα είναι να ξαναγυρίσουμε εκεί απ’ όπου είχαμε αρχίσει, και να γνωρίσουμε τον τόπο για πρώτη φορά’’. Ο Σολβένιο, μετά από μια περιπετειώδη κι αλλόκοτη για μας ‘’ζωή των δρόμων’’ επέστρεψε τελικά στην γενέτειρά του, στο σπίτι του που δεν υπήρχε πια, για να περάσει τα τελευταία χρόνια της ζωής του, εκεί από που την είχε αρχίσει κι ίσως τελικά και να κατάφερε να ‘’γνωρίσει τον τόπο για πρώτη φορά’’. Έστω και από το βάθος εκείνης της τρύπας όπου ζούσε, πίσω από την πολύχρωμη βαριά κουρελού που οδηγούσε στο Μπουένος Άιρες των ονείρων του...»
Τελικά η Αργεντινή ανακάλυψε τον Σολβένιο από την αμερικάνικη έκδοση των ποιημάτων του και τον συμπεριέλαβε στον κατάλογο των αγαπημένων παιδιών της. Κάλλιο αργά παρά ποτέ, θα έλεγε κανείς. Δεν ξέρω όμως αν αυτό έχει τελικά καμιά αξία για τον ίδιο τον Σολβένιο, που πέθανε μόνος του σ’ ένα νοσοκομείο του Μπουένος Άιρες, ένας άνθρωπος που δεν υπήρξε παρά «ένας αλήτης κι ένα όνομα» όσο ζούσε.
Ο ανήσυχος αυτός άνθρωπος που περιπλανήθηκε τόσο πολύ στη ζωή του για να ξαναβρεθεί στο τέλος στο ίδιο σημείο από όπου ξεκίνησε, εβδομήντα εννιά περίπου χρόνια μεγαλύτερος κι ίσως λιγάκι πιο σοφός, έγραψε σε κάποιο από τα αγαπημένα του πακέτα (μεταφράζω από την αγγλική έκδοση) με μαύρο μολύβι:
....Πολλές φορές στην δύση μιας μέρας αδιάφορης
μας στοιχειώνουν πράγματα παράξενα,
που δεν τολμά κανείς να ψιθυρίσει.
Γιατί δεν υπάρχουν ονόματα λιμανιών, μόνο ταξιδιών πορείες.
Καλό ταξίδι παππού Χομέρο......

