Τρίτη, Σεπτέμβριος 25, 2007 

Καλό Χειμώνα

ΧΟΥΑΝ (ΧΟΜΕΡΟ) ΣΟΛΒΕΝΙΟ

Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΣΤΟ ΠΑΤΟ ΤΟΥ ΒΑΡΕΛΙΟΥ

Ο αργεντινός ποιητής Χουάν Σολβένιο, έγραφε τον χειμώνα του 1965 στο ποίημά του Η Παράξενη Γλώσσα της Ψυχής:

...Δεν μπορείς να συλλαβίσεις την γλώσσα των ονείρων

για τον ίδιο λόγο που δεν μπορείς πια

να απαριθμήσεις τους πάπυρους που φώτιζαν τα ράφια

της βιβλιοθήκης της Αλεξάνδρειας

εκείνη την νύχτα που χάθηκε για πάντα στην άβυσσο του χρόνου.

Ξέρεις μόνο πως κάποτε υπήρξε μία παράξενη γλώσσα και μία βιβλιοθήκη.

Ξέρεις, πως το μόνο που σου έχει απομείνει είναι αυτός ο πυρετός.

Ξέρεις μόνο πως αυτός ο πυρετός,

είναι με τον τρόπο του, εκείνη η βιβλιοθήκη κι εκείνη η γλώσσα.

Ο Χουάν Σολβένιο έσκυψε για μια τελευταία φορά μέσα του, ξεφύλλισε «τα φύλλα της καρδιάς του» -μερικές ακόμα σελίδες στο Μεγάλο Βιβλίο του Μαλλαρμέ - και αντίκρισε μια βαθιά αλήθεια: η απώλεια και η θλίψη των πραγμάτων που αγαπήσαμε είναι που μας κάνει ποιητές, συγγραφείς, ανθρώπους. Το κενό που νοιώθουμε πολλές φορές μέσα μας δεν είναι παρά η δύναμη που κινεί ολόκληρο το σύμπαν. Μερικά χρόνια αργότερα ο Σολβένιο πεθαίνει από καρκίνο των πνευμόνων, μόνος και άγνωστος σε κάποιο νοσοκομείο του Μπουένος Άιρες, αφήνοντας πίσω του μια ακόμα απώλεια. Την ώρα που ξεψυχούσε κάποιο ραδιόφωνο ίσως μουρμούριζε το τραγούδι «Far Side of the Hill» του Barry McGuire: «Μερικοί άνθρωποι γεννήθηκαν για να δουλεύουν όλη τη μέρα μέσα σ’ ένα δωμάτιο, εγώ όμως γεννήθηκα για να περιπλανιέμαι». Το ποίημα του Η Παράξενη Γλώσσα της Ψυχής, βρίσκεται σήμερα στην μεγάλη ανθολογία της ισπανόφωνης ποίησης που εκδόθηκε το 1991 στην Αμερική, κι αποτελεί ίσως ειρωνεία το γεγονός πως μπορεί κανείς να το διαβάσει αμέσως μετά από το Ποίημα των Δώρων του Χόρχε Λουίς Μπόρχες, ενός ανθρώπου που απ’ ότι φαίνεται επηρέασε πάρα πολύ τον Σολβένιο.

Οι μεγάλοι συγγραφείς συμφωνούν συνήθως με τον έναν ή με τον άλλο τρόπο, πως τα σημαντικότερα πράγματα σε μια ιστορία -κι αυτό ισχύει παραδόξως και για τους ανθρώπους- είναι εκείνα που δεν αποκαλύπτονται ποτέ, εκείνα δηλαδή που επαφίονται στην φαντασία μας για να τα αποκρυπτογραφήσει. Ένα βιβλίο ή κι ένας άνθρωπος, μας διηγείται συνήθως μια συνηθισμένη ιστορία που κάποιες φορές την βρίσκουμε αδιάφορη ενώ άλλες φορές την ερωτευόμαστε από την πρώτη στιγμή. Κάτι ανάλογο συνέβη και με μένα, όταν διάβασα για πρώτη φορά την ιστορία του Χουάν (Χομέρο) Σολβένιο σε κάποιο αμερικάνικο περιοδικό.

Το ποίημά του Η Παράξενη Γλώσσα της Ψυχής βρέθηκε γραμμένο πάνω σ’ ένα παλιό πακέτο τσιγάρα από κάποιον νοσοκόμο την ώρα που πήγαινε τα ρούχα του Σολβένιο στο φούρνο του νοσοκομείου για να τα κάψει. «Ήταν ένα πολύ παλιό πακέτο τσιγάρα», δήλωνε αργότερα ο νοσοκόμος. «Μουχλιασμένο από την υγρασία, σχεδόν αρχαίο. Πρόσεξα πως κάτι έγραφε πάνω του κι έτσι το έβαλα στη τσέπη. Ποτέ μου δεν κατάλαβα το γιατί. Ήταν ένα ποίημα όπως διαπίστωσα αργότερα. Το έδειξα στον αδερφό μου, τον Άλβιο που δούλευε σ’ ένα βιβλιοπωλείο. Εγώ δεν καταλαβαίνω από αυτά τα πράγματα. Του άρεσε και μου ζήτησε να το κρατήσει. Με ρώτησε τι γνώριζα για εκείνον τον άνθρωπο. Του είπα πως ήταν ένας από εκείνους τους αλήτες του Μπουένος Άιρες που φέρνει η αστυνομία στο νοσοκομείο μας κάθε τόσο για να ξεψυχήσουν. Αυτό μόνο του είπα, το όνομα ενός αλήτη».

Τελικά ο αδερφός του που «καταλάβαινε από αυτά τα πράγματα» παθιάστηκε τόσο πολύ από το ποίημα στο πακέτο που αποφάσισε να ανακαλύψει όσα περισσότερα μπορούσε για τον περίεργο «αλήτη». Μαζί με κάποιους φίλους του άρχισαν να οργώνουν την πόλη του Μπουένος Άιρες για να βρουν πληροφορίες. Το γεγονός πως το όνομά του ήταν το πραγματικό του όνομα υπήρξε μια πολύ καλή αρχή. Μετά από μια βδομάδα ανακάλυψε πως ο Σολβένιο είχε γεννηθεί στα περίχωρα της πόλης πριν από 79 περίπου χρόνια, το σπίτι του όμως δεν υπήρχε πια γιατί η περιοχή εκείνη είχε μεταμορφωθεί σε βιομηχανική ζώνη τα τελευταία τριάντα χρόνια. Αλλά δυστυχώς εκεί σταματούσαν όλα. Καμιά άλλη πληροφορία για τον «ποιητή του πακέτου». Κι εκεί που άρχισε να απελπίζεται, εμφανίστηκε ξαφνικά ένας φίλος του Σαλβένιο στο νοσοκομείο και ρωτούσε γι’ αυτόν. Ο αδερφός του τον ειδοποίησε αμέσως κι εκείνος έτρεξε να συναντήσει τον άγνωστο.

«Ήταν ένας αλήτης. Βρώμικος με ξεσκισμένα ρούχα κι έσερνε λίγο τα δεξί του πόδι, θυμάμαι πως φορούσε κάτι λιγδιασμένα γάντια γεμάτα τρύπες. Τον ρώτησα για τον Σολβένιο. Στην αρχή ήταν νευρικός και επιφυλακτικός αλλά ηρέμησε όταν τον πήγα σ’ ένα μαγαζί και του έδωσα να φάει. Έφαγε πρώτα και μετά μου μίλησε για τον φίλο του, τον Χομέρο (έτσι τον έλεγε). Τον ήξερε γύρω στα τρία χρόνια κι ήταν φιλοξενούμενός του. Έμεναν μαζί, αλλά δεν γνώριζε τίποτα γι’ αυτόν, γιατί ο Χομέρο δεν μιλούσε πολύ για τα παλιά. Του ζήτησα να με οδηγήσει στο σπίτι του, γιατί ήθελα να ψάξω να βρω κι άλλα ποιήματα του. Εκείνος γέλασε μόλις με άκουσε και με οδήγησε στο ...σπίτι του Σολβένιο».

Ο αλήτης τον οδήγησε στο «σπίτι» του Σολβένιο που βρίσκονταν (τελικά) στη βιομηχανική περιοχή του Μπουένος Άιρες(!). Σταμάτησαν το αμάξι σε μια ερημική περιοχή, ανέβηκαν και κατέβηκαν με τα πόδια σωρούς σκουπιδιών και παλιοσίδερων, έφτασαν σ’ έναν τεράστιο σκουριασμένο αγωγό και μπήκαν μέσα. Στο βάθος του αγωγού ο αλήτης παραμέρισε μια κουρελού και βρέθηκαν στο σπίτι του Χουάν (Χομέρο) Σολβένιο. Ήταν μια σκοτεινή τρύπα. Ο αλήτης άναψε ένα κερί, τα μάτια του ήταν βουρκωμένα, έδειξε ένα παλιό ξύλινο βαρέλι σε μια άκρη της βρώμικης τρύπας κι αποχώρησε. Στο πάτο του βαρελιού υπήρχε μια σακούλα γεμάτη παλιά πακέτα τσιγάρα ...κι ήταν όλα τους γραμμένα.

Από εκεί και πέρα η ιστορία πήρε τον δρόμο της. Ο Άλβιο επιμελήθηκε όσα από τα ποιήματα του Σολβένιο μπορούσαν να διαβαστούν (πάρα πολλά πακέτα είχαν σαπίσει από την υγρασία) και τα έκδωσε σε μια ποιητική συλλογή με τον τίτλο Στο Πάτο του Βαρελιού. Τέσσερα χρόνια αργότερα τα ανακάλυψε ένας αμερικάνος ατζέντης και αγόρασε τα δικαιώματα του βιβλίου για μια έκδοση του στην Αμερική. Στην εισαγωγή της συλλογής ο επιμελητής της, Άλβιο Κοχιέρο γράφει: «Ανακάλυψα σ’ ένα από τα πακέτα του παππού Χομέρο ένα στίχο του Έλλιοτ: ‘’Δεν θα σταματήσουμε ποτέ να εξερευνούμε, και το τέλος όλης μας της εξερεύνησης, θα είναι να ξαναγυρίσουμε εκεί απ’ όπου είχαμε αρχίσει, και να γνωρίσουμε τον τόπο για πρώτη φορά’’. Ο Σολβένιο, μετά από μια περιπετειώδη κι αλλόκοτη για μας ‘’ζωή των δρόμων’’ επέστρεψε τελικά στην γενέτειρά του, στο σπίτι του που δεν υπήρχε πια, για να περάσει τα τελευταία χρόνια της ζωής του, εκεί από που την είχε αρχίσει κι ίσως τελικά και να κατάφερε να ‘’γνωρίσει τον τόπο για πρώτη φορά’’. Έστω και από το βάθος εκείνης της τρύπας όπου ζούσε, πίσω από την πολύχρωμη βαριά κουρελού που οδηγούσε στο Μπουένος Άιρες των ονείρων του...»

Τελικά η Αργεντινή ανακάλυψε τον Σολβένιο από την αμερικάνικη έκδοση των ποιημάτων του και τον συμπεριέλαβε στον κατάλογο των αγαπημένων παιδιών της. Κάλλιο αργά παρά ποτέ, θα έλεγε κανείς. Δεν ξέρω όμως αν αυτό έχει τελικά καμιά αξία για τον ίδιο τον Σολβένιο, που πέθανε μόνος του σ’ ένα νοσοκομείο του Μπουένος Άιρες, ένας άνθρωπος που δεν υπήρξε παρά «ένας αλήτης κι ένα όνομα» όσο ζούσε.

Ο ανήσυχος αυτός άνθρωπος που περιπλανήθηκε τόσο πολύ στη ζωή του για να ξαναβρεθεί στο τέλος στο ίδιο σημείο από όπου ξεκίνησε, εβδομήντα εννιά περίπου χρόνια μεγαλύτερος κι ίσως λιγάκι πιο σοφός, έγραψε σε κάποιο από τα αγαπημένα του πακέτα (μεταφράζω από την αγγλική έκδοση) με μαύρο μολύβι:

....Πολλές φορές στην δύση μιας μέρας αδιάφορης

μας στοιχειώνουν πράγματα παράξενα,

που δεν τολμά κανείς να ψιθυρίσει.

Γιατί δεν υπάρχουν ονόματα λιμανιών, μόνο ταξιδιών πορείες.

Καλό ταξίδι παππού Χομέρο......

Πέμπτη, Μάρτιος 22, 2007 

Διάλλειμα για Βιβλία

Μετά από την ευγενική πρόσκληση της Λείας Βιτάλη, ορίστε 10 βιβλία που διάβασα τα τελευταία... χρόνια και μου άρεσαν (με την εξαίρεση του 04 που το διαβάζω ξανά και ξανά κάθε 2-3 χρόνια από το 1986...:Ο).

01. The Malazan Book of the Fallen (Vol. 1-10), Steven Erikson
02. The Gap Series (Vol. 1-5), Stephen R. Donaldson

03. Η Σκιά του Ανέμου, Carlos Ruiz Zafon
04. Φάμπιαν : Η Ιστορία ενός Ηθικολόγου, Έριχ Κέστνερ
05. Women Who Run With the Wolves, Clarissa Pinkola Estes, Ph.D.
06. Ο Φανοκόρος, Anthony O'Neill
07. Η Δύναμη του Μύθου, Τζόζεφ Κάμπελ
08. Outside the Dog Museum, Jonathan Carroll
09. Μαύρη Φιλολογία
, Πάμπλο Δε Σάντις
10. Prometheus Rising, Robert Anton Wilson

Οι επόμενοι στη σειρά είναι οι: ,
1. triant-aris
2. severin
3. oneiros
4. Poetic Justice
5. carma

:O)

Τετάρτη, Μάρτιος 14, 2007 

Κι άλλο μικρό διάλλειμα για παιχνίδι

Μετά από την ευγενική πρόταση της angeta για το παιχνίδι, ορίστε η συνεισφορά μου. Οι λέξεις που μου δόθηκαν είναι οι εξής:

Ερυθρόδερμων

Φαράγγια

Απληστία

Τροφή

Ταπεινώσεις

……

Uqwastnala: Αρχαία τελετή μύησης των αυτόχθονων ερυθρόδερμων φυλών που κατοικούν στην Κεντρική Κινδαία στο χείλος του μεγάλου Δυτικού Ρήγματος. Σύμφωνα με τον ανθρωπολόγο Jup Steinnar στη μελέτη του «Μαύρα Φαράγγια: Μέθοδοι Επιβίωσης και Λατρευτικά Συστήματα στο Δυτικό Ρήγμα» πρόκειται για ένα πανάρχαιο και σύνθετο τελετουργικό ενηλικίωσης που συνδέει τη μυθολογική προϊστορία με την ομαλή κι απρόσκοπτη μεταβίβαση της γνώσης από γενιά σε γενιά.

«Οι δυο μετεωρίτες», γράφει ο Steinnar. «που δημιούργησαν τα δυο τεράστια ρήγματα στον πλανήτη μας πριν από 850 χιλιάδες χρόνια, αποτελούν τον θεμέλιο λίθο γύρω από τον οποίο οι αυτόχθονες αυτοί συνέθεσαν τους μύθους και τις παραδόσεις τους. Σε αντίθεση με τις φυλές του Ανατολικού Ρήγματος που δημιούργησαν μια ηρωική μυθολογία για να δικαιολογήσουν την πολιτισμική τους εξάπλωση και την απληστία των επεκτατικών τους πολέμων, οι φυλές της Δύσης έμειναν πιστές στη λατρεία της γης και στις πατροπαράδοτες αξίες τους για να επιβιώσουν στο δύσκολο φυσικό περιβάλλον όπου ζούσαν. Έτσι οι δυο καταστροφικοί εκείνοι μετεωρίτες μεταμορφώθηκαν μυθολογικά στο “Πρώτο Ουράνιο Ζευγάρι” από το οποίο πιστεύουν ότι προέρχεται ολόκληρη η ανθρωπότητα».

Η uqwastnala, που στην γλώσσα τους σημαίνει “ποτέ μόνος”, αρχίζει με την τελετουργική απαγωγή ενός δωδεκάχρονου αγοριού από μια ομάδα ανδρών κι ενός δωδεκάχρονου κοριτσιού από μια ομάδα γυναικών. Οι γονείς τους προσπαθούν να αποτρέψουν τις απαγωγές τους αλλά «αποτυγχάνουν» και απομένουν πίσω να κλαίνε αγκαλιασμένοι μπροστά στην καλύβα τους.

Τα παιδιά οδηγούνται χωριστά, με τα μάτια κλειστά, σε δυο απομονωμένες κι αφιλόξενες μυστικές τοποθεσίες, βαθιά μέσα στο μεγάλο ρήγμα, όπου υποβάλλονται σε πολυήμερες νηστείες και καθημερινές διδασκαλίες της μυστικής γνώσης των προγόνων τους. Το αγόρι που είναι δεμένο απ’ το πόδι μ’ ένα σχοινί σ’ ένα δέντρο υποβάλλεται σε μια σειρά από τελετουργικές πράξεις, όπως περιτομή, ομαδικοί ξυλοδαρμοί και φοβερές ταπεινώσεις μπροστά στα μάτια του κοριτσιού. Το κορίτσι από την άλλη μαθαίνει από τις γυναίκες της φυλής, τα μυστικά και την δύναμη του αίματος (κομβικό σημείο της επιλογής του κοριτσιού για την τελετουργία αυτή είναι η έναρξη της εμμηνόρροιας). Μαθαίνει ποια είναι και ποιος είναι ρόλος της μέσα στη φυλή. Της αποκαλύπτουν ακόμα ότι είναι ο φορέας της ζωής και το μισό κομμάτι από το «Πρώτο Ουράνιο Ζευγάρι»

Στο τέλος του τελετουργικού δίνουν στο κορίτσι ένα μαχαίρι για να κόψει το σχοινί στο οποίο είναι δεμένο το αγόρι και επιστρέφουν χέρι-χέρι πίσω στο χωριό όπου βρίσκουν ένα τραπέζι γεμάτο πλούσια, ζεστή τροφή που είναι και η πρώτη προσφορά της φυλής στον νέο άντρα και στη νέα γυναίκα που έφτασαν στο χωριό τους. Στη συνέχεια τους δίνουν τα καινούργια τους ονόματα και τους οδηγούν σε μια καλύβα που έχει χτίσει ειδικά γι’ αυτούς στη διάρκεια της απουσίας τους.

(Great Encyclopaedia of Tlon, τόμος XXXVI, σελ, 692)

……..

Οι δικές μου πέντε λέξεις για να συνεχιστεί το παιχνίδι είναι:

Χρώματα
Υπόγειο
Μονοπάτι
Νήμα
Κηλίδα

Το ξέρω ότι είναι λίγο αργά (λείπω από το δίκτυο εξαιτίας ενός ατυχήματος) αλλά το δικό μου το μπαλάκι πάει στους:

Λεία Βιτάλη
Raffinata
Aeipote
Axenbax
Severin

:O)

Κυριακή, Φεβρουάριος 25, 2007 

ΑΤΙΤΛΟ (7)

7

[…]

Οι άγγελοι στα παραμύθια είναι αλλιώτικοι.
Τον είδα για πρώτη φορά στον ξενώνα μας την ώρα που ανέβαινε τις σκάλες με δυο βαλίτσες στο χέρι. Γύρισε το κεφάλι, μου έριξε μια φευγαλέα ματιά και συνέχισε για το δωμάτιό του. Φορούσε ένα βρεγμένο αδιάβροχο που έσταζε ακόμα βροχή. Δεν με γνώρισε μα εγώ ήξερα καλά ποιος ήταν. Είχε έρθει να μείνει κοντά μου.
Δεν θυμόταν τίποτα για τον ουρανό, ούτε για τα πελώρια λευκά φτερά του. Το πρόσωπο του ήταν σοβαρό, γεμάτο άγριες γωνίες και στα μάτια του έπαιζε μια φωτιά. Την πρώτη φορά που του πήγα το πρωινό στην κουζίνα, μου είπε ότι ήταν εμπορικός αντιπρόσωπος σε κάποια εταιρία που πουλούσε ηλεκτρικούς λαμπτήρες. Χαμηλής κατανάλωσης, συνέχισε και ήπιε μια γουλιά από τον καφέ του, από αυτούς που κρατάνε πολύ-πολύ καιρό. Αν θέλεις, θα σου δώσω έναν για το δωμάτιό σου.
Σήκωσε το κεφάλι του και χαμογέλασε αδέξια. Χαμογέλασα κι εγώ. Η μάνα μου με φώναξε στο νεροχύτη για να τελειώσω το πλύσιμο πριν φύγω για το σχολείο. Χαμογέλασε και στον καινούργιο νοικάρη την ώρα που σκούπιζε τα χέρια της αλλά και το δικό της χαμόγελο ήταν το ίδιο αδέξιο.
Δεν ξέρει, σκέφτηκα, δεν ξέρει ότι γύρισε την πλάτη σ’ ολόκληρο τον ουρανό για να μείνει κοντά μου.

Οι άγγελοι στα παραμύθια είναι αλλιώτικοι.
Είχε στη βαλίτσα του ένα σωρό λάμπες και λαμπιόνια. Τα έβγαζε ένα-ένα και μου εξηγούσε το κάθε τι. Ήμουν τόσο ευτυχισμένη! Δεν με πείραζε που δεν θυμόταν τίποτα για τον ουρανό. Δεν με πείραζε που δεν θυμόταν τίποτα για εκείνη την φορά που τα μάτια μας συναντήθηκαν για πρώτη φορά. Τον άκουγα να μιλάει για το φως κι αυτό μου έφτανε. Το έβρισκα τόσο ταιριαστό να μου μιλάει για το φως.
Μετά από λίγες μέρες άρχισα να του δείχνω τις ζωγραφιές μου. Τις έπαιρνε στα χέρια του, τις κοιτούσε και κουνούσε το κεφάλι. Ποτέ δεν είπε τίποτα. Τις κοιτούσε και κουνούσε το κεφάλι. Στο πρόσωπό του έσκαγε κι εκείνο το αδέξιο χαμόγελο.
Και με χάιδευε.

Οι άγγελοι στα παραμύθια είναι αλλιώτικοι.
Στην ιστορία του Κάρολου, ο άγγελος πολεμούσε εκείνα τα μαύρα πλάσματα που ήθελαν να του ροκανίσουν τα φτερά. Έπαιρνε το σπαθί του και τα έδιωχνε μακριά. Μπορεί να είχε ξεχάσει την πατρίδα του αλλά δεν είχε ξεχάσει ποτέ του να πολεμάει το σκοτάδι που έρχεται.
Ο δικός μου άγγελος δεν ήταν τόσο τυχερός.
Εκείνα τα μαύρα πλάσματα τον κατασπάραξαν.

Οι άγγελοι στα παραμύθια είναι αλλιώτικοι.
Την μέρα των γενεθλίων μου γύρισα στο σπίτι νωρίτερα γιατί ανυπομονούσα για τα δώρα μου. Η μάνα μου με τον αδερφό μου έλειπαν. Σκέφτηκα ότι είχαν πάει να φέρουν την τούρτα μου. Εκείνη την τεράστια σοκολατένια καρδιά με τα βατόμουρα που άστραφταν πάνω από τα βουναλάκια από σαντιγί. Πετούσα απ’ τη χαρά μου. Ανέβηκα τρεχάτη στο δωμάτιό μου και πέταξα την τσάντα μου στο πάτωμα. Τα ρούχα μου, πεντακάθαρα και σιδερωμένα μοσχοβολούσαν πάνω στο κρεβάτι.
Πέταξα τις φόρμες που φορούσα στην καρέκλα και γύρισα να πάρω απ’ το κρεβάτι το καλό μου φόρεμα. Η πόρτα άνοιξε ξαφνικά. Ήταν εκείνος.
Πάγωσα…
Χρόνια πολλά, είπε.
Άρπαξα το φόρεμά μου από το κρεβάτι και προσπάθησα να σκεπαστώ.
Ντύνομαι, ψιθύρισα κι η φωνή μου μόλις που έβγαινε από μέσα μου.
Εκείνος έκλεισε την πόρτα και με πλησίασε. Από ένστικτο έκανα ένα βήμα προς τα πίσω.
Σου έφερα το δώρο σου τώρα που λείπουν όλοι, είπε εκείνος και στάθηκε μπροστά μου. Χαμογελούσε, αλλά ήταν ένα χαμόγελο που μου πάγωσε το αίμα. Άρχισα να τρέμω. Πήγα κάτι να πω αλλά το στόμα μου ανοιγόκλεισε χωρίς να βγάλω άχνα. Άπλωσε το χέρι του, τράβηξε με δύναμη το φόρεμα που κρατούσα και το πέταξε στο πάτωμα.
Μ’ άγγιξε.
Έβγαλα μια κραυγή και προσπάθησα να τον σπρώξω. Μου έπιασε τα χέρια. Έσκυψα και του δάγκωσα το χέρι. Με χτύπησε μ’ όλη του τη δύναμη κι έπεσα στο κρεβάτι. Με ξαναχτύπησε. Έπεσε πάνω μου.
Ένα κομμάτι γυαλί μέσα μου θρυμματίστηκε. Χιλιάδες μικρά κομμάτια. Χιλιάδες μικρά κοφτερά κομμάτια. Ήθελα να τα μαζέψω, να τα μαζέψω όλα, ένα-ένα, και να φύγω. Μακριά από εκεί. Προσπάθησα να τα μαζέψω αλλά μου έκοβαν τα χέρια.
Ήθελα να φύγω. Να φύγω. Να φύγω.
Έφυγα.
Βρέθηκα για πρώτη φορά μέσα στο Μαύρο Σπίτι, γονατιστή, να κρατάω μια χούφτα κοφτερά γυαλιά στα χέρια μου. Τα πέταξα στο πάτωμα. Έκλεισα τα μάτια μου και τον είδα ξανά μπροστά μου. Μ’ εκείνο το χαμόγελο. Τον άρπαξα απ’ τα μαλλιά και τον πέταξα μ’ όση δύναμη μου είχε απομείνει μέσα στο Σπίτι.
Κλείδωσα την πόρτα πίσω μου και πέταξα σαν αεράκι στη μυστική μου κοιλάδα. Εκεί που κανένας και τίποτα δεν μπορεί να μ’ αγγίξει. Εκεί που το νεράκι μου ξεπλένει τα χέρια και τα πουλιά τραγουδούν τόσο όμορφα που δεν μ’ αφήνουν να θυμηθώ.


***

Όλα τα υπόλοιπα… ένα όνειρο.
Ο αδερφός μου σαν μανιασμένο θηρίο να χτυπάει τον νοικάρη μας στο πάτωμα.
Η μάνα μου να με σφίγγει στην αγκαλιά της.
Κι εκείνος να προσπαθεί να ψιθυρίσει ξέπνοα ανάμεσα στα χτυπήματα και στις κλωτσιές μια χούφτα λέξεις.
«Δεν έγινε τίποτα, δεν …»
Μέσα στην μανία του ο αδερφός μου το ήξερε πολύ καλά αυτό. Κι αυτό ήταν που τον συγκράτησε και δεν τον σκότωσε σαν το σκυλί, εκεί, στο πάτωμα, δίπλα στο κουρελιασμένο φόρεμα των γενεθλίων μου.


***


Οι άγγελοι στα παραμύθια είναι αλλιώτικοι.
Κι ο πιο φωτεινός απ’ όλους ήταν εκείνος που έπεσε στην πιο βαθιά άβυσσο […]

Πέμπτη, Φεβρουάριος 22, 2007 

μικρό διάλειμμα για παιχνίδι

[…]

- Μια νύχτα κόλαση το βράδυ στο νοσοκομείο. Η μάνα μου με διώχνει από κοντά της. Θέλει να πεθάνει, λέει. Κάτι ψιθυρίζει και για τη μάνα της. Με στέλνει για ύπνο. Με ξαναφωνάζει. Δεν την λυπάμαι, λέει, που τη βλέπω να τυραννιέται. Όλη τη νύχτα.

- Έχω μεγάλη υπομονή. Φτάνει μια σταγόνα όμως, δίνω μια κλοτσιά και τα κάνω όλα κομμάτια. Δεν μετάνιωσα ποτέ για καμιά κλωτσιά. Αργότερα δεν ξέρω.

- Μικρός μέσα στα όνειρά μου στεκόμουν πάντα μπροστά σε κάτι πέτρινα σκαλοπάτια που κατέβαιναν στο σκοτάδι. Δεν θυμάμαι πότε, αλλά νομίζω ότι τελικά τα κατέβηκα.

- Ώρες-ώρες έχω μια μικρή ψύχωση: Νομίζω ότι μέσα μου κρύβεται κάποιος. Μια σκιά; Μια άβυσσος; Ο πεθαμένος αδερφός μου; Μερικές φορές μου ψιθυρίζει. Φωνήεντα.

- Μ' αρέσει να πιστεύω ότι γράφω ψέματα στο χαρτί. Κι αυτό είναι το μόνο αληθινό μέσα μου. Αυτό που πιστεύω. […]

-Simon Says, Στο Nτιβάνι με τον Simon

Κυριακή, Φεβρουάριος 11, 2007 

ΑΤΙΤΛΟ (6)


6

Σε μια στροφή του δρόμου διέκρινε μπροστά της, πίσω από τις κουρασμένες ιτιές που έγερναν στο ποτάμι, το Κόκκινο Γεφύρι.
Ήταν κτισμένο από μικρά κόκκινα τουβλάκια και «σκουριασμένο» κόκκινο πηλό, είχε δυο μεγάλες καμάρες και δυο παγκάκια ακριβώς στη μέση, πάνω από την κεντρική κολώνα του. Οι παλιοί έλεγαν ότι το χώμα που χρησιμοποιήθηκε για να κτισθεί το γεφύρι ήταν πλούσιο σε σίδηρο που άρχισε να σκουριάζει λίγα χρόνια μετά, εξαιτίας της μεγάλης υγρασίας. Αυτό το είχε ξετρυπώσει ο Κάρολος ξεσκονίζοντας τα αρχεία των εφημερίδων στην Παλιά Βιβλιοθήκη. Και θα το είχε ξεχάσει αν εκείνος δεν χαμογελούσε πονηρά για να συνεχίσει.
«Χαζό ε; Δε μ’ αρέσει καθόλου. Είναι μια από αυτές τις χρήσιμα άχρηστες πληροφορίες που ξεγελάνε το παιδί μέσα μας. Χρήσιμες γιατί, όπως και να το κάνουμε, είναι μια απάντηση στις αμέτρητες ερωτήσεις που κάνει αυτό το παιδάκι, αλλά άχρηστες γιατί το υπνωτίζουν σιγά-σιγά και στήνουν μπροστά του έναν κόσμο τόσο στέρεο και άτεγκτο που τα όνειρα σπάνε τα μούτρα τους πάνω του. Εμένα μου αρέσει περισσότερο η άλλη ιστορία, αυτή που ψιθυρίζουν τα πουλιά μεταξύ τους».
Η Άννα χαμογέλασε με το που είδε το γεφύρι γιατί θυμήθηκε αμέσως την ιστορία που τους είχε διηγηθεί ο Κάρολος γύρω απ’ τη φωτιά. Ήταν μια περίεργη ιστορία αγάπης και μιλούσε για τη σκουριά που ήταν τόσο ερωτευμένη με το νερό που δεν έχανε την ευκαιρία να βρεθεί κοντά του. Όπου κυλούσε το νεράκι ή όπου λίμναζε και ξαπόσταινε νωχελικά, νάσου κι από δίπλα η σκουριά που έτρωγε τις σάρκες της και καρβούνιαζε τη ψυχή της από στεναχώρια γιατί το νερό δεν της έδινε καμία σημασία. Και κάθε φορά που έβλεπε το νερό να καθρεφτίζει ολόκληρο τον ουρανό ενώ γι’ αυτήν δεν ξόδευε παρά μια ελάχιστη αντανάκλαση, τόσο πιο πολύ την έτρωγε ο καημός της. Προσπαθούσε να του μιλήσει αλλά το νεράκι δεν την καταλάβαινε. Το ήξερε ότι το νερό μιλούσε άλλη γλώσσα αλλά δεν το έβαζε κάτω: «Σιγά-σιγά», σκεφτόταν, «θα του μάθω να με καταλαβαίνει».
Αλλά και το νεράκι, απ’ την άλλη, δεν πήγαινε πίσω. Ήταν κι αυτό ερωτευμένο με τη σκουριά και δεν έχανε ευκαιρία να την αγκαλιάζει και να την καθρεφτίζει συνέχεια. Μπορεί να καθρέφτιζε ολόκληρο τον ουρανό, τα σύννεφα και τ’ αστέρια αλλά ήταν σ’ εκείνη τη μικρή αντανάκλαση της σκουριάς που του άρεσε να γυρίζει ξανά και ξανά: «Δεν θα σταματήσω ποτέ να την αγκαλιάζω και να την καθρεφτίζω», σκεφτόταν, «και σιγά-σιγά μπορεί και να το καταλάβει».
Ο Θεός, που έβλεπε τη σκουριά και το νερό να τυράννιουνται απ’ αυτή την απελπισμένη αγάπη, κουνούσε το κεφάλι του ευχαριστημένος. Γιατί πρέπει να ξέρετε ότι όλο αυτό το μπέρδεμα ήταν δική του δουλειά. Είχε δώσει σ’ όλα τα πράγματα μια διαφορετική γλώσσα κι ένα μυστικό. Μια γλώσσα από νερό κι ένα μυστικό από σκουριά στον καθένα. Κι έκρυψε μέσα τους την υπομονή και την ελπίδα. Αν κουνούσε το κεφάλι του ευχαριστημένος ήταν γιατί έβλεπε καθαρά ότι πίσω από αυτή την απελπισία τους ρίζωνε ο σπόρος για όλα όσα αξίζουν πραγματικά σ’ αυτόν τον κόσμο. Κι αυτά που αξίζουν πραγματικά δεν χρειάζονται ούτε λέξεις από νερό, ούτε μυστικά από σκουριά.


Η Άννα είχε πλησιάσει πια στο γεφύρι που βρισκόταν στη βόρεια είσοδο του πάρκου και είδε την Νεφέλη να κάθεται σ’ ένα από τα παγκάκια του. Την χαιρετούσε. Σήκωσε κι αυτή το χέρι της, το κούνησε βιαστικά κι επιτάχυνε το βήμα της. Την ώρα που άρχισε ν’ ανηφορίζει στο γεφύρι θυμήθηκε τη φωνή του Κάρολου να διηγείται την ιστορία του και χαμογέλασε μελαγχολικά. Πίσω από τη φωνή του είχε ακούσει καθαρά κι εκείνη την «άλλη» φωνή που ζούσε μέσα στο σκοτάδι του: ήταν η φωνή ενός μικρούς παιδιού που έκλαιγε μ’ αναφιλητά. Δεν υπήρχε ούτε παράπονο, ούτε πόνος σ’ εκείνα τ’ αναφιλητά. Μόνο μια αίσθηση ανακούφισης που έμοιαζε τόσο πολύ με τη χαρά που νοιώθει κανείς όταν μοιράζετε αυτό που αγαπά με τους γύρω του. Κι ήθελε να τον αγκαλιάσει και να τον φιλήσει, όχι για τα παραμύθια του και τις φανταστικές του ιστορίες αλλά γι’ αυτήν ακριβώς την άλλη φωνή: για κείνο το μικρό παιδί που έκλαιγε από χαρά μέσα του κάθε φορά που χάριζε ένα κομμάτι από τον εαυτό του στους άλλους.
«Άννα».
Η κοπέλα είχε σηκωθεί τώρα απ’ το παγκάκι και της χαμογελούσε αμήχανα. Δίπλα της, ακουμπισμένος πάνω στο ξύλο ήταν ένας πίνακας τυλιγμένος μ’ ένα μαύρο βελούδινο ύφασμα. Κάθισαν με τον πίνακα ανάμεσα τους κι έμειναν για λίγο σιωπηλές. Μετά, η Νεφέλη ξεδίπλωσε αργά-αργά το βελούδινο ύφασμα που κάλυπτε τον πίνακα.
Απεικόνιζε ένα από τα σκοτεινά και βρώμικα αδιέξοδα στενάκια της Πόλης με τους ξεφλουδισμένους και γεμάτο βρισιές τοίχους τους. Αριστερά, υπήρχε ένας κάδος σκουπιδιών αναποδογυρισμένος, σχεδόν ξεκοιλιασμένος από κάποια φοβερή οργή που δεν έλεγε να κοπάσει κι είχε γαντζωθεί στις σκιές του πίνακα. Δεξιά, μια σκάλα καρφωμένη σ’ έναν τοίχο. Ανέβαινε για λίγο αλλά μετά σταματούσε απότομα κι έγερνε αφύσικα, κατεστραμμένη, προς τα κάτω. Στη μέση του πίνακα αιωρούνταν ένας μικροσκοπικός κόκκος χρυσόσκονης. Και στο ελάχιστο φως του μπορούσες να διακρίνεις, κάτω χαμηλά, την θλιβερή μορφή ενός αγγέλου: γονατισμένος, με το πρόσωπό του βουτηγμένο μέσα στις λάσπες και τα φτερά του κουρελιασμένα.
«Τ’ αγαπώ πολύ το Κόκκινο γεφύρι», είπε ξαφνικά η Νεφέλη. «Έρχομαι κάθε μέρα εδώ, κάθομαι σ’ αυτό εδώ το παγκάκι και πάντα γυρίζω πίσω. Δεν τόλμησα ποτέ μου να προχωρήσω μέχρι την άλλη άκρη, στο πάρκο».
Η Άννα σήκωσε το κεφάλι της από τον πίνακα και την κοίταξε στα μάτια.
«Θέλω να με βοηθήσεις να περάσω απέναντι», συνέχισε εκείνη με σταθερή φωνή.
Το μυαλό της Άννας πέταξε ξαφνικά σαν αστραπή στον μεγάλο βράχο δίπλα στη λίμνη και σ’ αυτά που είχε ακούσει εκεί. Όταν η Νεφέλη είχε σταματήσει να μιλάει εκείνη τη μέρα, είχε σκύψει το κεφάλι της και κάρφωσε το βλέμμα της στο νερό που έγλυφε την πέτρα. Έμειναν κι οι δυο τους σιωπηλές για λίγη ώρα κι ύστερα η Νεφέλη την ρώτησε διστακτικά χωρίς να πάρει το βλέμμα της από τη λίμνη.
«Άκουσες… και την άλλη φωνή;»
«Ναι», της είχε ψιθύρισε εκείνη μ’ όση δύναμη της είχε απομείνει.
«Δεν… δεν έφταιγα εγώ», είπε η Νεφέλη κι έκρυψε το πρόσωπό της με τα χέρια της.
Η Άννα κάτι πήγε να πει τότε αλλά δεν τα κατάφερε.
Έναν χρόνο αργότερα όμως, καθισμένη σ’ ένα παγκάκι πάνω στο Κόκκινο Γεφύρι, πήρε μια βαθιά ανάσα, χάιδεψε τον πίνακα ανάμεσά τους χωρίς να πάρει τα μάτια της από πάνω της και είπε.
«Ναι. Όμως πρέπει κι εσύ να μ’ αφήσεις να μπω στο Μαύρο Σπίτι».

Κυριακή, Φεβρουάριος 04, 2007 

ΑΤΙΤΛΟ (5)

5

[…]
Δεν θυμάμαι πότε ήταν η πρώτη φορά που σκέφτηκα να κατεβάσω τον άγγελο απ’ τον ουρανό.
Θυμάμαι όμως πολύ καλά ότι τη μέρα που έκλεισα τα δώδεκα αντίκρισα για πρώτη φορά τη σκοτεινή κοιλάδα μέσα μου. Και πολλά χρόνια αργότερα, όταν άκουσα από τη Νόπη το παραμύθι του Κάρολου με τον άγγελο που έπεσε στο δάσος και πολεμούσε τις μαύρες σκιές που ήθελαν να του ροκανίσουν τα φτερά, έσκυψα το κεφάλι και πέταξα ξανά στην κοιλάδα μου. Τίποτα δεν μπορεί να μ’ αγγίξει εκεί. Όλα είναι ίδια όπως την πρώτη φορά. Το χώμα κάτω απ’ τα πόδια μου δροσερό, ο αέρας ευωδιαστός και τα φύλλα στα δέντρα τόσο πυκνά που κανένας δεν μπορεί να τα περάσει. Γύρω μου ψιθυρίζουν νερά και τα πουλιά δεν σταματούν το τραγούδι τους.
Το καταφύγιό μου.

Δεν θυμάμαι πότε ήταν η πρώτη φορά που σκέφτηκα να κατεβάσω τον άγγελο απ’ τον ουρανό.
Ένοιωθα τόση μοναξιά!
Μου είχε δοθεί ένα εκπληκτικό δώρο κι όμως δεν μπορούσα να το μοιραστώ με κανέναν. Στην αρχή, τα άλλα παιδιά έβλεπαν τις ζωγραφιές μου, άκουγαν τις ιστορίες που έφτιαχνα κι ύστερα όταν τους έλεγα ότι όλα αυτά είναι αλήθεια, χαμογελούσαν μεταξύ τους συνωμοτικά κι έφευγαν από κοντά μου κουνώντας το κεφάλι. Με κορόιδευαν πίσω απ’ την πλάτη μου και μ’ απέφευγαν. Τα παιδιά δεν ξέρουν να συγχωρούν. Πιστεύουν στα παραμύθια αρκεί να είναι αυτά οι πρωταγωνιστές. Όταν άκουγαν τις ιστορίες μου ονειρεύονταν, όταν όμως τους έλεγα την αλήθεια τα όνειρά τους γκρεμίζονταν. Τι νόημα έχει ένα παραμύθι που δεν μιλάει για σένα;

Δεν θυμάμαι πότε ήταν η πρώτη φορά που σκέφτηκα να κατεβάσω τον άγγελο απ’ τον ουρανό.
Τους είδα να χορεύουν στα σύννεφα κι όταν η χρυσόσκονή τους άρχισε να πέφτει στη πόλη πήρα τις μπογιές μου και ζωγράφισα τον άγγελό μου. Στεκόταν στο σοκάκι, στην πίσω μεριά του ξενώνα μας με τις λευκές φτερούγες του να τρεμοπαίζουν στον σκοτάδι και το βλέμμα του καρφωμένο ψηλά. Κοιτούσε το ανοιχτό παράθυρο και το δωμάτιο όπου ένα μικρό κορίτσι, που ήθελε δυο μήνες ακόμα για να κλείσει τα δώδεκα, ζωγράφιζε πάνω στο λευκό χαρτί τα όνειρά του.
Όταν τελείωσα, έριξα λίγη χρυσόσκονη στη ζωγραφιά μου, πήγα προσεκτικά μέχρι το παράθυρο και την φύσηξα στον άνεμο.
Και για μια στιγμή μου φάνηκε ότι τα βλέμματά μας συναντήθηκαν.
[…]

Πέμπτη, Ιανουάριος 25, 2007 

ΑΤΙΤΛΟ (4)

4

Τη Νεφέλη τη γνώρισε την περασμένη Πρωτομαγιά όταν είχε οργανώσει μια μικρή γιορτή για τους φίλους της δίπλα στη λίμνη.
Από τον καιρό που είχε αποφασίσει να ζήσει μόνη, οι ευκαιρίες που είχε να τους συναντήσει ήταν ελάχιστες. Κατέβαινε σπάνια στην πόλη κι αυτό για να αναπληρώσει κάποιες προμήθειες και να δει στα πεταχτά τους φίλους της, αλλά ο χρόνος ποτέ δεν ήταν αρκετός τελικά για να τους δει όλους. Πριν ακόμα φτάσει το μεσημέρι την έπιανε εκείνη η δυσφορία κι ανέβαινε στ’ αμάξι της για να ξαναγυρίσει στο καταφύγιό της.
«Απλώς έχεις μια μικρή… αστική αλλεργία», της έλεγε η Νόπη κάθε φορά που η Άννα περνούσε από το Σπιτικό για το καθιερωμένο τσάι τους και της παραπονιόταν για την κακή της διάθεση.
«Δεν το κάνω επίτηδες», έκανε με απολογητικό ύφος η Άννα. «Δεν ήμουν πάντα έτσι και το θυμάσαι πολύ καλά. Οι άνθρωποι ήταν κάποτε η μεγάλη μου αγάπη. Δυο ολόκληρα χρόνια στο ραδιόφωνο δεν χόρταινα να τους ακούω και να τους μιλάω ζωντανά στον αέρα. Δεν μπορώ να το εξηγήσω κι όσο κι αν προσπαθώ δεν βγάζω άκρη. Απλώς μια μέρα, στα καλά καθούμενα, άρχισα ν’ ακούω έναν ψίθυρο, μια φωνή πίσω απ’ τη φωνή τους. Και τα πράγματα που έλεγε αυτός ο ψίθυρος…»
Και κάθε φορά που η ατμόσφαιρα έπαιρνε να βαραίνει, η Νόπη άρχιζε να της διηγείται τις παράξενες ιστορίες της σχετικά με τα αντικείμενα που πουλούσε στο μαγαζί της. Ένα μικρό κινέζικο βάζο μπορούσε να ξυπνήσει την ιστορία ενός αιματοβαμμένου έρωτα στις αυλές των παλιών κινέζων αυτοκρατόρων. Ένα εβένινο μπαούλο ήταν η πρόφαση για την ιστορία κάποιου παλιού μάγου που χάθηκε μέσα στους σκοτεινούς λαβυρίνθους της μαγείας και των δαιμόνων της. Ένα μικρό μαργαριτάρι μπορούσε να κρύβει ένα παραμύθι για το ξόρκι που κάνει τους ανθρώπους να μην πιστεύουν στις γοργόνες. Οι ιστορίες της Νόπης ήταν κυριολεκτικά ατέλειωτες κι είχαν το χρώμα και την ατμόσφαιρα των παλιών παραμυθιών που ξυπνάνε μέσα σου το παιδί που λατρεύει τα παραμύθια.
Η Νόπη ήταν εκείνη που είχε φέρει την Νεφέλη στο τροχόσπιτο της Άννας εκείνο το πρωινό της Πρωτομαγιάς. Η μέρα ήταν ηλιόλουστη και ιδανική γι’ αυτό που είχε στο μυαλό της η Άννα. Στον ουρανό δεν υπήρχε ούτε ένα τόσο δα συννεφάκι και η λίμνη έμοιαζε με γυαλί που καθρέφτιζε το πυκνό δάσος. Ένα καταπράσινο σμαραγδένιο δαχτυλίδι.
Τα κορίτσια κάθονταν και χαζολογούσαν πάνω στο τεράστιο σεντόνι που είχε απλώσει η Άννα λίγα μέτρα μακριά από το τροχόσπιτό της και τα αγόρια ασχολούνταν λίγο πιο πέρα, κοντά στη λίμνη, με το ψήσιμο. Η Νόπη που είχε έρθει με μεγάλα όνειρα για τον ξανθό κιθαρίστα της παρέας, έναν φίλο του Κάρολου που έπαιζε που και που στη Σκηνή μ’ ένα μικρό τοπικό συγκρότημα, μονοπώλησε στην αρχή το πηγαδάκι των κοριτσιών που έφτασαν σε σημείο να τον χρονομετρούν για να δουν σε πόσα δευτερόλεπτα άδειαζε τα μπουκάλια με την μπύρα που πάγωναν στο νερό της λίμνης.
«Μόνο αν είσαι ξανθιά, αφράτη, παγωμένη και κλεισμένη σε μπουκάλι, μπορεί να έχεις τύχη μ’ αυτόν τον τύπο», ήταν η ομόφωνη απόφαση των κοριτσιών στη Νόπη που είχε σκύψει το κεφάλι και προσπαθούσε να κρύψει το χαμόγελό της.
«Μπορεί και να γίνω», ψιθύρισε εκείνη παιχνιδιάρικα κι όλες τους έσκασαν στα γέλια.
Μετά κάποιος έριξε την ιδέα για μια βουτιά στη λίμνη και η μέρα άρχισε με τις καλύτερες προοπτικές να παίρνει το δρόμο της. Υπήρχαν μπάλες, ρακέτες, φαγητά, ποτά, μουσική και πολύ κέφι που συνεχίστηκε μέχρι αργά το βράδυ αλλά εκείνο που είχε κρατήσει η Άννα από την ημέρα εκείνη, ήταν η γνωριμία της με την Νεφέλη.
Ήταν προχωρημένο απόγευμα και όλη η παρέα είχε μαζευτεί γύρω από τη φωτιά που μόλις είχαν ανάψει. Ο ξανθός κιθαρίστας, που ήταν παραδόξως πολύ πιο νηφάλιος από τους υπόλοιπους, είχε πάρει την κιθάρα του και ψιθύριζε παλιά τραγούδια με τα μάτια του καρφωμένα στις φλόγες κι η Νόπη τον παρακολουθούσε ήρεμη, καθισμένη ακριβώς απέναντί του. Όταν ο ήλιος χαμήλωσε ακόμα περισσότερο ρίχνοντας το τελευταίο του φως στις ψηλές κορυφές των δέντρων, η Νεφέλη είχε αποχωρήσει αθόρυβα από την παρέα και είχε καθίσει λίγο πιο πέρα, σ’ έναν μεγάλο βράχο δίπλα στο νερό.
Η Άννα την ακολούθησε κι αυτή μετά από λίγο, την πλησίασε και στάθηκε για λίγο ακίνητη πίσω της θαυμάζοντας το περίγραμμα της κοπέλας με φόντο το ήρεμο νερό και το βαθύ πράσινο των δέντρων στην απέναντι όχθη.
«Οι άνθρωποι, κρύβουν τόσα σκοτάδια που μόνο με το φως μπορεί κανείς να τα αντιμετωπίσει».
Κι αυτό ήταν το τελευταίο πράγμα στον κόσμο που περίμενε να ακούσει η Άννα.
Ήταν μικροκαμωμένη, με κοντά μαύρα μαλλιά και γλυκό ήρεμο πρόσωπο, φορούσε ένα γαλάζιο μακρύ, ίσιο φόρεμα με τιράντες και κάθονταν ξυπόλητη πάνω στον βράχο. Μια μικρή γοργόνα, ίδια με αυτή του Άντερσεν, που κατάφερνε –ανεξήγητα– να περνάει απαρατήρητη από τους ανθρώπους γύρω της.
Η Άννα προτιμούσε το σκοτάδι και τις σκιές. Βουτούσε μέσα τους και προσπαθούσε ν’ αγγίξει τα κομμάτια εκείνα που δεν μπορούσε να φωτίσει κανένα φως, όσο δυνατό κι αν ήταν. Είχε την αίσθηση ότι ήταν καταραμένη, ότι κάποιος της είχε φορτώσει στην πλάτη όλα τα βάρη του κόσμου και την είχε αφήσει να τα βγάλει πέρα μόνη της. Ώρες-ώρες, μπορούσε να ταξιδεύει ανενόχλητα μέσα στις ψυχές των ανθρώπων και να ακούει την αγριεμένη φωνή του σκοταδιού μέσα τους. Όταν όμως έφτανε στο δικό της σκοτάδι, έμοιαζε τυφλή, κουφή, ανίδεη και φοβισμένη. Κανένας δεν ψιθύριζε μέσα της.
«Μερικές φορές, το σκοτάδι είναι το μόνο που έχουμε», άκουσε τον εαυτό της να απαντάει με σοβαρότητα.
«Παράξενο που το ακούω αυτό από σένα», είπε η Νεφέλη γελώντας.
«Γιατί;»
«Η Νόπη μου διηγήθηκε μια ιστορία κάποτε για μια κοπέλα που η ζωή της άλλαξε όταν άρχισε ξαφνικά ν’ ‘‘ακούει” αυτά που δεν έπρεπε. Ξέρεις, μια από εκείνες τις απίστευτες ιστορίες της που παρακαλάς να μην τελειώσουν ποτέ και υποπτεύεσαι ότι τις ξεσήκωσε από τον Κάρολο».
«Δεν το πιστεύω ότι το έκανε», ψέλλισε η Άννα αμήχανη και γύρισε ασυναίσθητα για να αντικρίσει τις σκιές των υπόλοιπων γύρω από τη φωτιά που τραγουδούσαν.


Με βρήκε το βράδυ κι εγώ λέω να φύγω
όλα τα ξόδεψα, ψυχή και καρδιά,
μετρώ τις δυνάμεις μου κι εκείνο το λίγο
μες στο κεφάλι μου δεν βγάζει μιλιά.

Κι εσείς που μ’ ακούτε με ξύδια στα χέρια
πότε το κάψατε δεν ξέρω να πω
γυρίζω και βλέπω μια στάχτη απ’ αστέρια
και δεν ξανακοιτώ.

Με βρήκε η νύχτα στου δρόμου την άκρη
τα φρένα κόλλησαν και γύρω σιωπή
τα παραμύθια μου φορτώνω στην πλάτη
δεν με χωράει η τρύπα αυτή.

Κι εσείς που μ’ ακούτε με ξύδια στα χέρια
πότε το κάψατε δεν ξέρω να πω
γυρίζω και βλέπω μια στάχτη απ’ αστέρια
και δεν ξανακοιτώ.

Με βρήκε το βράδυ κι εγώ λέω να φύγω
κι εκεί στο χέρι η τελευταία γκαζιά
μετρώ τις δυνάμεις μου κι εκείνο το λίγο
δεν βοηθάει πια.

Η Νεφέλη γέλασε με το αμήχανο βλέμμα της Άννας
«Έλα, την ξέρεις τώρα…» είπε τελικά. «Και για να σου πω την αλήθεια, πάντα νόμιζα πως ήταν ένα από τα παραμύθια της… Μέχρι σήμερα δηλαδή».
Η Άννα την κοίταξε ερωτηματικά.
«Μήπως κι εσύ…»
«Όχι, όχι. Αλλά έχω κι εγώ τα δικά μου».
«Το μόνο που ξέρω είναι ότι ζωγραφίζεις εκείνους του πίνακες με τους αγγέλους κι ότι δεν έχεις πουλήσεις ούτε έναν. Τους είδα σ’ εκείνο το άρθρο που είχε γράψει πέρσι ο Κάρολος στην εφημερίδα. Α! Ξέρω ακόμα ότι κάθε φορά που η Νόπη μιλάει για σένα σε αποκαλεί “η Νεφέλη των Αγγέλων”».
Εκείνη άνοιξε διάπλατα τα μάτια της γεμάτη απορία. Μετά από λίγο γύρισε το βλέμμα της στο νερό και ψιθύρισε.
«Τί σημασία έχουν τα ονόματα; Δεν μας κάνουν ούτε καλύτερους, ούτε χειρότερους από αυτό που είμαστε».
Έμειναν για λίγο σιωπηλές μέχρι που κι οι τελευταίες φωτισμένες κορυφές των δέντρων παραδόθηκαν στο σκοτάδι.
«Η αλήθεια είναι», είπε τελικά η Νεφέλη χωρίς να γυρίσει το κεφάλι της, «πως βλέπω στ’ αλήθεια τους αγγέλους…»
Τότε ήταν που η Άννα άκουσε για πρώτη φορά την ιστορία της Νεφέλης. Εκεί, πάνω στη μεγάλη πέτρα δίπλα στο νερό της λίμνης που αφουγκραζόταν ακίνητο τη νύχτα και τα μυστικά της.

Πέμπτη, Ιανουάριος 18, 2007 

ΑΤΙΤΛΟ (3)

3

[…]
Όταν ήμουν μικρή, ένας άνθρωπος πέθανε στο ξενώνα μας, σ’ ένα από τα δωμάτια του πρώτου ορόφου που νοικιάζαμε. Έτυχε να είμαι μαζί με την μητέρα μου όταν μπήκαμε στην κάμαρα κι εκείνη προσπάθησε να με βγάλει με τρόπο έξω για να μην καταλάβω τίποτα. Δεν θυμάμαι πως, αλλά τελικά βρέθηκα να κρατάω φεύγοντας ένα από τα χαρτιά που ήταν σκορπισμένα στο πάτωμα μέσα σ’ εκείνη την κάμαρα. Κατέβηκα στην κουζίνα και το ακούμπησα μπροστά μου, πάνω στο τραπέζι. Ήταν κατάλευκο και το πρώτο πράγμα που έκανα, ήταν να βγάλω από την τσάντα του σχολείου μου τους μαρκαδόρους μου.
Ζωγράφισα το κρεβάτι και το παράθυρο, το κομοδίνο και τον μεγάλο ξύλινο σταυρό πάνω από το κρεβάτι, το μεγάλο χαλί και την μισάνοιχτη ντουλάπα, τον νεκρό νοικάρη μας και τον άγγελο. Ο άγγελος, είχε τα φτερά του διπλωμένα και χάιδευε το μέτωπο του νεκρού. Το φως του φώτιζε ολόκληρο το δωμάτιο και σ’ έκανε να χαμογελάς.
Από τότε είναι που άρχισα να βλέπω τους αγγέλους στον ουρανό. Όχι πάντα όμως, μόνο λίγο πριν από το ξημέρωμα, όταν το σκοτάδι δυναμώνει για να υποδεχτεί την αυγή. Μου άρεσε να ξυπνάω νωρίς και να κάθομαι δίπλα στο παράθυρο. Τους έβλεπα να πετάνε πάνω από την πόλη και να πέφτουν σαν χρυσόσκονη στους δρόμους κάθε ξημέρωμα.
Αναρωτιόμουνα γιατί τους συνέβαινε αυτό κι είχα τα μάτια μου δεκατέσσερα σ’ όλο τον δρόμο για το σχολείο προσπαθώντας να εντοπίσω κάποιο ίχνος τους. Οτιδήποτε. Ένα φτερό ίσως ή κάποιον μικροσκοπικό κόκκο χρυσόσκονης. Δεν έβρισκα τίποτα. Κάποιες φορές επιστρέφοντας από το σχολείο, διέκρινα με την άκρη του ματιού μου κάποιες αναλαμπές που τρεμόπαιζαν μέσα στις σκοτεινές αλέες και τα βρώμικα στενοσόκακα. Τότε ήταν που τρόμαζα, το έβαζα στα πόδια και έτρεχα στο σπίτι με την καρδιά μου να χτυπάει σαν τρελή.
Το μόνο που μου έμενε λοιπόν να κάνω, ήταν να ξυπνάω πριν το ξημέρωμα και να κάθομαι στο παράθυρό μου για να τους παρακολουθώ στον ουρανό. Κι επινοούσα ιστορίες για τα λαμπερά αυτά πλάσματα […]

Πέμπτη, Ιανουάριος 11, 2007 

ΑΤΙΤΛΟ (2)

2

Κυριακή πρωί και το πάρκο αντηχούσε από τις φωνές των παιδιών που έτρεχαν εδώ κι εκεί κάτω από τις γέρικες βελανιδιές, τις οξιές, τις ιτιές και τις φλαμουριές που έλαμπαν στο ανοιξιάτικο φως και στις δυο πλευρές του ποταμού.
Η Άννα κοντοστάθηκε για λίγο και αναλογίστηκε την διαδρομή που έκανε για να φτάσει ως εδώ, στον χωματόδρομο που ελίσσονταν πότε δεξιά και πότε αριστερά ακολουθώντας το ποτάμι που κατηφόριζε στη θάλασσα. Ολόκληρο ταξίδι, σκέφτηκε. Λίγο καιρό πριν, δεν είχε παρά να κάνει δυο τετράγωνα δρόμο, από τα βόρεια προάστια όπου έμενε τότε, και να ακολουθήσει τον χαμηλό γκρίζο τοίχο του νοσοκομείου Ελπίδα, για να βρεθεί στο Πάρκο των Αγγέλων. Αντί γι’ αυτό, είχε ξυπνήσει το ξημέρωμα, κατέβηκε με το αμάξι της μέχρι τις Παλιές Γειτονιές κι από εκεί χρειάστηκε να πάρει το λεωφορείο –που ευτυχώς ήταν σχεδόν άδειο– για να φτάσει στο πάρκο.
Έβγαλε ένα τσιγάρο και το άναψε. Τον τελευταίο καιρό φλέρταρε ολοένα και περισσότερο με την ιδέα να κόψει το κάπνισμα αλλά συνειδητοποιούσε με σοβαρότητα την τεράστια διαφορά που έχει ένα απλό, αθώο φλερτάκι από μια ουσιαστική σχέση. Έτσι κατέληγε πάντα να επαναλαμβάνει μηχανικά, και με μεγάλη ευχαρίστηση, την αγαπημένη κίνηση που έφερνε το τσιγάρο από την τσάντα στα χείλη της.
Το χειμώνα το πάρκο ήταν μελαγχολικό και σχεδόν έρημο, αν εξαιρέσει κανείς τους αλήτες που περιφέρονταν άσκοπα εδώ κι εκεί και κάποιους ηλικιωμένους που έκοβαν δρόμο για να φτάσουν πιο γρήγορα στο εμπορικό κέντρο. Τώρα όμως, στα μέσα της άνοιξης, ο τόπος έσφυζε από ζωή και χρώματα. Και φασαρία, φυσικά. Εκτός από τα παιδιά, το πάρκο ήταν γεμάτο ανθρώπους με πολύχρωμες φόρμες που έτρεχαν πάνω-κάτω ιδρωμένοι, ποδηλάτες και περαστικούς που απολάμβαναν το πρωινό τους και περιπλανώμενους πωλητές και μουσικούς που έστηναν τα αυτοσχέδια «μαγαζάκια» τους δίπλα στο ποτάμι.
Για την ώρα, όλο αυτό το φως, οι θόρυβοι και οι φωνές που την κατέκλυζαν από παντού δεν την ενοχλούσαν ιδιαίτερα. Θυμήθηκε την εποχή –δεν είχαν κλείσει ούτε δυο χρόνια από τότε– που γι’ αυτούς ακριβώς τους λόγους είχε εγκαταλείψει το διαμέρισμά της στη πόλη κι αποφάσισε να μείνει στο παλιό τροχόσπιτο δίπλα στη λίμνη. Σ’ ένα κομμάτι γης ανάμεσα στο πράσινο του δάσους και το γαλάζιο του ουρανού, σ’ έναν ερημικό παράδεισο όπου προσπαθούσε να ξαναβρεί τον εαυτό της μακριά από τον «θόρυβο» των ανθρώπων. Μακριά από τις εύθραυστες μάσκες με όλα εκείνα τα ψεύτικα κι ανόητα χαμόγελα που φορούσαν οι περισσότεροι στην προσπάθειά τους να δείξουν κάτι άλλο από αυτό που πραγματικά ήταν.
Δεν θα τ’ αφήσω να με πάρει από κάτω, σκέφτηκε τελικά και δάγκωσε την άκρη απ’ το τσιγάρο της για να διώξει από μέσα της τα μαύρα σύννεφα που είχαν αρχίσει να μαζεύονται απειλητικά.
Δεν ήταν παρά μια μικρή εκεχειρία που είχε κάνει με την πόλη μετά από έναν ολόκληρο μήνα μοναξιάς κι απόλυτης ηρεμίας στο τροχόσπιτό της, δίπλα στη λίμνη. Βαθιά μέσα της όμως, αισθανόταν εκείνη την απόσταση, την αμηχανία και τον θυμό που ξυπνούσαν μέσα της όλοι αυτοί οι άνθρωποι γύρω της, και πριν ακόμα σβήσει το τσιγάρο της, άρχισε να νοσταλγεί την λίμνη και τη γάτα της.
Το μόνο πρόβλημα όμως ήταν πως η Νεφέλη την περίμενε στο Κόκκινο Γεφύρι. Κι έπρεπε να βιαστεί γιατί είχε ήδη αργήσει στο ραντεβού της.

Κυριακή, Ιανουάριος 07, 2007 

ΑΤΙΤΛΟ (1)

Κι ύστερα ήρθε ένας άγγελος και μου ζήτησε τα σκοτάδια μου. Γιατί τα θέλεις, τον ρωτάω. Νοστάλγησα το σπίτι μου, λέει κι ένα δάκρυ χορεύει στα μάτια του
- Kiya Weedheart, Wishing House



1

[….]
Είναι πανέμορφοι.
Τους βλέπω κάθε μέρα λίγο πριν το ξημέρωμα.
Λαμπερά πλάσματα με δυνατά λευκά φτερά που πετούν πάνω από την πόλη κάνοντας ατέλειωτους κύκλους και φιγούρες στον ουρανό. Πετούν μόνοι τους ή σε ομάδες πάνω από τις στέγες των σπιτιών και γλιστρούν μέσα σε υπέροχες χορογραφίες που θα τις ζήλευαν και επαγγελματίες χορευτές. Πολλές φορές, πιάνω τον εαυτό μου να σκέφτεται πως αυτός ο υπέροχος χορός τους είναι ο τρόπος που επικοινωνούν μεταξύ τους. Ο μυστικός τους κώδικας που για κάποιον άγνωστο λόγο μπορώ και τον βλέπω.
Κι όταν η πρώτη ακτίνα του ήλιου τρυπάει το σκοτάδι της νύχτας και χαμογελά στην αγουροξυπνημένη πόλη, εκείνοι διαλύονται και πέφτουν σαν χρυσή βροχή, σαν χρυσόσκονη πάνω στα σπίτια, τους δρόμους, τα πάρκα και τις πλατείες. Κι εκεί, λάμπουν ονειρεμένα για ένα τόσο δα πολύτιμο δευτερόλεπτο κι εξαφανίζονται σαν να μην υπήρξαν ποτέ.
Αυτή ακριβώς είναι η ώρα που μου αρέσει να ζωγραφίζω.
Είναι πανέμορφοι και λαμπεροί και κάποιος πρέπει να διηγηθεί στον κόσμο τις ιστορίες τους[…]

Τετάρτη, Νοέμβριος 01, 2006 

ΣΚΥΛΙΑ ΣΤΗ ΒΡΟΧΗ (ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΟΚΤΩ) ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΟΧΤΩ

Ο Κυριάκος χάιδευε το σαρανταπεντάρι στην τσέπη του και περίμενε υπομονετικά μέσα στη βροχή.
Την ώρα που οι σαράντα κλέφτες κυνηγούσαν μάταια σκιές μες στα σκοτάδια, βρήκε την ευκαιρία κι έφτασε απαρατήρητος στη μικρή αυλή πίσω απ’ το Σχολείο. Εκεί, ακουμπισμένος σ’ ότι είχε απομείνει απ’ τον χωματένιο τοίχο μιας αποθήκης, παρακολουθούσε σαν ταινία όλα όσα συνέβαιναν στις αίθουσες πίσω από τα τεράστια τζάμια του Σχολείου.
Η οθόνη φωτίστηκε για λίγο από ένα αδύναμο γαλάζιο φως.
Είδε τις σκιές και τις λάμψεις των όπλων.
Είδε τα τζάμια να γίνονται κομμάτια.
Τον πανικό.
Άκουσε, αχνά, τα ουρλιαχτά τους.
Και μετά τη σιωπή.
Έκλεισε τα μάτια και μύρισε τον αέρα. Τον παγωμένο κόσμο και τη σκιά του. Τη βαθιά πληγή και το αίμα που χύθηκε. Το ζώο είχε χτυπήσει ξανά, αλλά αυτή τη φορά ο κυνηγός ήταν εκεί για να τελειώσει το παραμύθι.
«Λύκε, λύκε, είσαι εδώ;» ψιθύρισε με τα μάτια του καρφωμένα στο σκοτάδι.
Ξαφνικά, άκουσε κάτι στα δεξιά του και τράβηξε γρήγορα το πιστόλι του.
Ένα μικρό κορίτσι φάνηκε πίσω από τα πυκνά χόρτα. Περπατούσε με δυσκολία μέσα στις λάσπες και κάθε τόσο έπεφτε και ξανασηκωνόταν. Στο τέλος έφτασε κάτω από τη μεγάλη βελανιδιά και σταμάτησε.
Ο Κυριάκος έκανε το γύρο πίσω από τη μικρή και πλησίασε με προσοχή στο σημείο από όπου την είχε δει να εμφανίζεται. Τράβηξε τ’ αγριόχορτα και αντίκρισε την ανοιχτή τρύπα ενός υπονόμου. Άκουσε μια φωνή από εκεί κάτω, αλλά οι κεραυνοί που έπεφταν δεν τον βοηθούσαν καθόλου.
Έσκυψε δίπλα στην τρύπα του υπονόμου.
Η σκάλα ήταν σκουριασμένη και παλιά, και κρατιόταν με δυσκολία από δυο μεγάλα μπουλόνια που τρίβονταν στον τοίχο.
Κάποιος ανέβαινε.
«Τα σκουλήκια μας έλειπαν τώρα», μουρμούρισε.
Κοίταξε το κορίτσι που στεκόταν ακόμα ακίνητο στον ίσκιο της βελανιδιάς και μετά τη σκουριασμένη σκάλα που έτρεμε ολόκληρη.
Μόλις αντίκρισε ένα χέρι να ξεπροβάλλει στην άκρη του υπονόμου, άρπαξε μια μεγάλη κοτρόνα από κάτω και το χτύπησε με δύναμη. Άκουσε μια άγρια κραυγή πόνου. Η σιδερένια σκαλωσιά τραντάχτηκε βίαια, ξηλώθηκε με δύναμη από τον τοίχο κι έμεινε να τρέμει στο κενό.
Άφησε λίγες στιγμές να κυλήσουν κι έσκυψε να δει με το χέρι του να χαϊδεύει απαλά τη σκανδάλη του όπλου του.
Η τρύπα του υπονόμου ήταν θεοσκότεινη. Κράτησε την ανάσα του κι αφουγκράστηκε, αλλά το μόνο που άκουγε ήταν η βροχή που χτυπούσε αλύπητα τα χόρτα γύρω του. Αναρωτήθηκε αν άξιζε να χαραμίσει μια σφαίρα για ένα σκουλήκι. Δεν πρόλαβε όμως να το σκεφτεί για δεύτερη φορά. Ριπές πυροβόλου ακούστηκαν απ’ το σχολείο και γύρισε το κεφάλι του στο σκοτεινό κτήριο στ’ αριστερά του.
Μετά από λίγο είδε κάποιον να πηδάει από το παράθυρο της τρίτης αίθουσας στην αυλή.
«Επιτέλους», σκέφτηκε χαμογελώντας. «Η τελευταία σελίδα».

***

«Ιερέα!» ούρλιαξε ο Κόκκινος σημαδεύοντας με το πιστόλι στο αριστερό του χέρι το κορίτσι. Στο δεξί κρατούσε το Καλάσνικωφ που ακουμπούσε στα πλευρά του και σημάδευε με κοφτές, νευρικές κινήσεις τα σκοτεινά παράθυρα κοιτάζοντας πότε τη μικρή και πότε το Σχολείο.
Η βροχή είχε δυναμώσει για τα καλά και οι σταγόνες της χοροπηδούσαν πάνω στις πέτρες και στα σπασμένα τζάμια στο έδαφος.
«Ιερέα! Δε θα το ξαναπώ».
Η φωνή του έσβησε από τους άγριους κεραυνούς που έκαναν τον κόσμο γύρω του να τρέμει.
Μια σκιά γλίστρησε από κάποιο παράθυρο του Σχολείου και ο Κόκκινος έστρεψε το όπλο του προς το μέρος της. Είδε δυο μάτια να λάμπουν μέσα στο σκοτάδι. Η σκιά απέναντί του είχε τα χέρια σηκωμένα και πλησίαζε αργά-αργά.
«Εκεί! Ακίνητος!» φώναξε πλησιάζοντας το μικρό κορίτσι που στεκόταν ακίνητο δίπλα στη βελανιδιά. «Δεν έπρεπε ν’ ανακατευτείς, ηλίθιε. Δεν είχες καμιά δουλειά ν’ ανακατευτείς στις δουλειές μου. Κοίτα που φτάσαμε τώρα! Κοίτα τι έκανες! Πού είναι; Πού είναι ο άλλος;»
Τα μάτια του Λευτέρη καρφώθηκαν κάπου πίσω από τον Κόκκινο κι έγνεψε ελαφρά.
Ο Ιερέας περπατούσε αργά, με σηκωμένα χέρια, στην άλλη πλευρά της αυλής. Μόλις τον είδε, το Χνώτο έτρεξε κοντά του. Εκείνος την άρπαξε γρήγορα με το αριστερό του χέρι και την τράβηξε πίσω απ’ τα πόδια του.
«Γεια σου, Ιερέα», φώναξε ο Κόκκινος σημαδεύοντας την ίδια στιγμή τον Λευτέρη με το Καλάσνικωφ. «Θα μου λείψεις, γέρο».
Άδειασε το πιστόλι του στο στήθος του Ιερέα που είχε κατεβάσει τα χέρια και προσπαθούσε να κρατήσει το Χνώτο που ούρλιαζε, πίσω του. Πέταξε το άδειο πιστόλι και γύρισε στον Λευτέρη που είχε ήδη χαθεί μέσα στις σκιές.
Δεν πρόλαβε όμως, γιατί η σφαίρα που καρφώθηκε στο κεφάλι του τον έστειλε να κυλιστεί μέσα στις λάσπες.
Ο Κυριάκος σηκώθηκε μέσα από τους πυκνούς θάμνους με το όπλο του στραμμένο στο πτώμα του Κόκκινου.
Το Χνώτο ούρλιαζε ακόμα δίπλα στο πτώμα του Ιερέα.
Ο Λευτέρης ξεπρόβαλλε μέσα από τις σκιές κι έκανε να τρέξει στον Ιερέα απέναντι.
Ο Κυριάκος τον πυροβόλησε και η σφαίρα τον πέταξε πίσω, μέσα στο σκοτάδι και τις λάσπες.
Έπιασε το πιστόλι με τα δυο του χέρια και πήρε μια βαθιά ανάσα.
Είχε φτάσει επιτέλους ένα βήμα πριν την καρδιά του δάσους, στον τόπο όπου αρχίζουν και τελειώνουν τα παραμύθια.
Μια αστραπή κι αντίκρισε απέναντί του… το ζώο.
Ένας λύκος μέσα στις λάσπες με τα δόντια γυμνά και κοφτερά. Τα μάτια του φωτεινά, υγρά, καρφωμένα πάνω του. Γρύλιζε χωρίς να τον νοιάζει για την ανοιχτή πληγή του και τη λίμνη αίματος στα πόδια του. Έτοιμος να επιτεθεί.
«Νάτος! Νάτος!» ούρλιαξε η φωνή μέσα στο κεφάλι του. «Εδώ τελειώνουν όλα».
Ο λύκος τινάχτηκε ξαφνικά μπροστά.
Λίγο πριν πυροβολήσει άκουσε σκυλιά να γαβγίζουν, πολλά σκυλιά, κι είδε με την άκρη του ματιού του δεκάδες σκιές να πετάγονται μέσα απ’ τα σκοτεινά παράθυρα του Σχολείου.
Πάνω του.



***

Ένα ματωμένο χέρι φάνηκε στην άκρη της σκοτεινής τρύπας πίσω απ’ τα ψηλά χόρτα.
Ο Τάσος έσφιξε τα δόντια κι έκανε μια τελευταία προσπάθεια να φτάσει στην αυλή. Το κορμί του πονούσε απ’ τα χτυπήματα πάνω στις άγριες κοφτερές πέτρες που προεξείχαν απ’ τα τοιχώματα του υπονόμου. Εκείνο που τον έσωσε ήταν το μπουφάν του που είχε σκαλώσει σ’ ένα από τα μπουλόνια της σκάλας. Ανέβηκε με μεγάλη δυσκολία τα σκαλιά με τη μεταλλική γεύση του αίματος στο στόμα του.
Ο κόσμος στα θολά του μάτια έτρεμε και μόνο οι παγωμένες σταγόνες της βροχής κρατούσαν τις αισθήσεις του σε εγρήγορση.
Στο μυαλό του ούρλιαζαν ο πόνος, η οργή και κάτι ακόμα πιο δυνατό που τον έκανε τα σφίγγει τα δόντια του και να συνεχίζει να προσπαθεί με όση δύναμη του είχε απομείνει.
Όταν τελικά κατάφερε να σωριαστεί μέσα στις λάσπες και τα χόρτα, πήρε μια βαθιά ανάσα κι έβγαλε μια αδύναμη κραυγή.
«Χνώτο!»
Άκουγε γύρω του τον ήχο της βροχής, τις φωνές, τους πυροβολισμούς, τα ουρλιαχτά της μικρής. Στο τέλος ήταν τα σκυλιά που σκέπασαν τα πάντα με τη λύσσα τους.
Σκούπισε τη βροχή απ’ τα μάτια του, έφτυσε το αίμα απ’ το στόμα του και σηκώθηκε. Ίσια μπροστά του διέκρινε μια ντουζίνα άγρια σκυλιά να ξεσκίζουν κάποιον με τα δόντια τους.
Δεξιά του, δίπλα στο δέντρο, είδε το Χνώτο να σκύβει πάνω από το σώμα ενός άλλου άντρα. Πλησίασε προς το μέρος της και λίγο πριν φτάσει κοντά της είδε το μαστίγιο δίπλα στο ακίνητο χέρι.
Οι μικροσκοπικοί ώμοι της τραντάζονταν απ’ τους λυγμούς. Η βροχή είχε δυναμώσει. Ο Τάσος έβγαλε το μπουφάν του, την σκέπασε και την αγκάλιασε για να την προστατεύσει απ’ τη βροχή. Εκείνη γύρισε και του έριξε μια απελπισμένη ματιά.
Ξαφνικά είδε μια αναμαλλιασμένη γυναίκα να βγαίνει από τις σκιές και να τρέχει προς τα σκυλιά. Του φάνηκε γνωστή, αλλά δεν έκανε καμιά προσπάθεια να τη θυμηθεί. Η γυναίκα με το πράσινο φόρεμα προσπέρασε τα σκυλιά που σήκωσαν το κεφάλι τους στο πέρασμά της και την κοίταξαν σιωπηλά.
Λίγα μέτρα πιο πέρα κοντοστάθηκε, γονάτισε μέσα στις λάσπες, κι άπλωσε διστακτικά τα χέρια της στο σκοτάδι. Μια αστραπή κι ο Τάσος είδε φευγαλέα μπροστά στα πόδια της μια μαύρη σκιά. Έμοιαζε με ζώο κι είχε δυο κατακόκκινα, πύρινα μάτια.
Λύκος, σκέφτηκε, κι απ’ το μυαλό του πέρασαν αστραπιαία όλες εκείνες οι ιστορίες που άκουγε χρόνια τώρα στις Παλιές Γειτονιές.
Η γυναίκα έσκυψε.
Το ζώο αγρίεψε και τα κοφτερά του δόντια άστραψαν στο σκοτάδι.
Η γυναίκα δεν σταμάτησε.
Το ζώο οπισθοχώρησε μέσα στη λάσπη.
Η γυναίκα άπλωσε το χέρι της.
Ξαφνικά, ο λύκος έβγαλε ένα άγριο ουρλιαχτό και της επιτέθηκε τινάζοντας τα νύχια του στο πρόσωπό της.
Η γυναίκα έχασε την ισορροπία της κι έπεσε στις λάσπες βάζοντας τα χέρια στο πρόσωπό της. Ο λύκος σηκώθηκε, απομακρύνθηκε σιγά-σιγά από τη γυναίκα κι ο Τάσος μπόρεσε να δει καθαρά τις ανοιχτές πληγές και το βρώμικο αίμα στο πόδι και στα πλευρά του. Μετά γύρισε, έριξε μια τελευταία ματιά πίσω του και χάθηκε με μια δρασκελιά μέσα στο σκοτάδι.
Η γυναίκα σηκώθηκε με δυσκολία στα πόδια της. Το πρόσωπό της ήταν ματωμένο, αλλά αυτό δεν φάνηκε να την νοιάζει. Έτρεξε πίσω από το ζώο και χάθηκε κι αυτή στο σκοτάδι.
Τα σκυλιά την ακολούθησαν με τα κεφάλια χαμηλωμένα.
Το Χνώτο στην αγκαλιά του σήκωσε το παγωμένο χέρι του Ιερέα, έσκυψε κι άρχισε να το ζεσταίνει με την ανάσα του.
Έβρεχε.

Δευτέρα, Οκτώβριος 16, 2006 

ΣΚΥΛΙΑ ΣΤΗ ΒΡΟΧΗ (ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΕΠΤΑ)

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΕΠΤΑ

Ο Τάσος έτρεχε όσο πιο γρήγορα μπορούσε μέσα στις σκοτεινές υπόγειες σήραγγες. Που και που σταματούσε για ν’ αφουγκραστεί ή να φωτίσει κάποιο σκοτεινό άνοιγμα αριστερά ή δεξιά του. Τα περισσότερα σταματούσαν μετά από πέντε-έξι μέτρα σ’ ένα κυκλικό άνοιγμα κι έναν μικρό καταρράκτη από λασπόνερα που έπεφταν από ψηλά μέσα από τις ατσάλινες σιδεριές των δρόμων.
Όταν τελικά έφτασε στη σιδερένια πόρτα που οδηγούσε στο υπόγειο του Σχολείου πίστεψε ότι είχε χάσει το κορίτσι κάπου πίσω του. Η πόρτα ήταν κλειστή, έτσι ακριβώς όπως την είχε αφήσει ο ίδιος, σφηνωμένη ανάμεσα στη σκουριασμένη κάσα και στην άγρια πέτρα στα πόδια του. Ούτε λόγος να είχε καταφέρει το Χνώτο να την ανοίξει κι έπειτα να την ξανακλείσει πίσω της.
Κατέβηκε γρήγορα τα σιδερένια σκαλιά αποφασισμένος να συνεχίσει το ψάξιμο. Ίσως να υπήρχε κάποιος διάδρομος που είχε ξεχάσει να δει ή που είχε προσπεράσει μέσα στη βιασύνη του. Ίσως μια μικρή τρύπα στον τοίχο απ’ όπου η πιτσιρίκα μπορούσε να περάσει και να χαθεί. Σκέφτηκε το σκοτάδι, την υγρασία, τη βρώμα, τα τρωκτικά και ρίγησε στη σκέψη ότι το Χνώτο μπορεί να είχε παγιδευτεί κάπου.
Φώναξε γι’ άλλη μια φορά τ’ όνομά της και ξεκίνησε.
Τότε ήταν που άκουσε ένα πνιχτό ουρλιαχτό και τον μουντό ήχο από κάτι που έπεφτε από ψηλά. Γύρισε πίσω, σταμάτησε στη βάση της σκάλας και φώτισε με το φακό του δεξιά κι αριστερά. Παντού γύρω του αντίκριζε τοίχο. Συμπαγή τοίχο. Κανένα άνοιγμα. Καμία τρύπα ή ρωγμή. Τίποτα.
Πρόσεξε πως το μεγάλο αυλάκι απ’ όπου έτρεχε το νερό, στο κέντρο του διαδρόμου, συνέχιζε κάτω απ’ το κλιμακοστάσιο. Έσκυψε και είδε πως χανόταν μέσα σε μια τρύπα κάτω από τα σκαλιά.
Έσκυψε και φώτισε την τρύπα του υπονόμου. Εφτά ή οχτώ μέτρα τσιμέντου που κατέληγαν σ’ ένα κάπως πιο φωτεινό άνοιγμα. Στο απέναντι τοίχο είδε ένα κομμάτι από κάτι που έμοιαζε με σκουριασμένη σκάλα καρφωμένη στον τοίχο.
«Χνώτο», φώναξε.
Έβγαλε το μπουφάν του και άρχισε να σέρνεται με δυσκολία στον υπόνομο φωνάζοντας συνέχεια το όνομα του κοριτσιού. Είχε απλώσει τα χέρια του μπροστά και προσπαθούσε να συρθεί εκατοστό-εκατοστό προς τα μπρος σπρώχνοντας με τις άκρες των ποδιών του. Δεν ήταν εύκολο όμως, γιατί ο υπόνομος ήταν γεμάτος υγρά βρύα και τα πόδια του γλιστρούσαν.
Μετά από μια μικρή στιγμή πανικού, σήκωσε το ένα του πόδι κι έβαλε κόντρα στο πάνω μέρος του υπονόμου με το τακούνι της μπότας του. Γλιστρούσε ευκολότερα τώρα μέσα στη στενή τρύπα και δεν άργησε να φτάσει στο άνοιγμα μπροστά του.
Μόλις κατάφερε να βγάλει τα χέρια και το στήθος του από την τρύπα είδε μπροστά του ένα από τα πέδιλα της μικρής. Αυτό πρέπει να ήταν που είχε ακούσει λίγο πριν να πέφτει. Γύρισε το κεφάλι του προς τα πάνω και είδε τη σιδερένια σκάλα να ανεβαίνει ίσια πάνω του. Το νερό της βροχής έπεφτε στο πρόσωπό του κι αντίκρισε πέρα ψηλά μια σκιά στο μικρό τετράγωνο άνοιγμα.
«Χνώτο!» ούρλιαξε.
Η σκιά στο άνοιγμα εξαφανίστηκε.

***

Οι δυο άντρες ανέβηκαν τρέχοντας τα σκαλιά πυροβολώντας και ουρλιάζοντας άγρια. Ο Κόκκινος είχε κάθε λόγο να ουρλιάζει. Η ανοιχτή πληγή στο μάγουλό του πονούσε φοβερά και κάθε δευτερόλεπτο που περνούσε χειροτέρευε. Οι άγριες κραυγές που έβγαζε το τσιράκι του ωστόσο ήταν για να ξορκίσει το φόβο που κυλούσε σαν παγωμένος ιδρώτας στην πλάτη του.
Πέρασαν δίπλα από τις δυο ακίνητες, κουλουριασμένες σκιές στην κορυφή της σκάλας, μπροστά στα σκουριασμένα κάγκελα. Μια τρίτη σκιά έτρεχε ίσια μπροστά τους και χάθηκε μέσα στο σκοτάδι. Πυροβόλησαν προς το μέρος της. Το μόνο που άκουσαν ήταν τζάμια να θρυμματίζονται κι ύστερα τον υπόκωφο ήχο της βροχής που έπεφτε ασταμάτητα.
«Φως, διάολε, χρειαζόμαστε φως», φώναξε ο Κόκκινος και άρπαξε τον άλλον που τον ακολουθούσε στο πλάι του.
«Μου έμειναν άλλα δυο στικάκια. Πάρε το ένα».
Τα έριξαν ίσια μπροστά τους, το ένα δεξιά και το άλλο αριστερά, κι ετοιμάστηκαν να πυροβολήσουν. Ο Κόκκινος έσφιξε τα δόντια του κι έπνιξε μ’ ένα μουγκρητό τον οξύ πόνο στο μάγουλό του. Σκούπισε με μια γρήγορη κίνηση του χεριού του τις χοντρές σταγόνες ιδρώτα στο μέτωπό του αποφεύγοντας ν’ αγγίξει την πληγή στο μάγουλο.
Ολόκληρος ο πρώτος όροφος μπροστά τους ήταν ένας ενιαίος χώρος. Οι τοίχοι από τις αίθουσες που κάποτε υπήρχαν εκεί ήταν πεσμένοι και μόνο οι κολόνες έστεκαν ακόμη όρθιες ανάμεσα σε παλιά στρώματα, στοίβες εφημερίδων και ξύλινα κιβώτια και μικροσκοπικές μαντεμένιες σόμπες. Προχώρησαν αργά και προσεκτικά, με το δάχτυλό τους έτοιμο στη σκανδάλη.
Ξαφνικά κάτι κινήθηκε ίσια μπροστά, και μια σκιά άρχισε να τρέχει από δεξιά προς τα αριστερά. Άρχισαν να πυροβολούν στο μισοσκόταδο μπροστά τους, πέρα από τον χώρο που φωτιζόταν από τα στικ που είχαν πετάξει. Τα βήματα αντηχούσαν καθαρά μπροστά τους μέχρι τη στιγμή που ακούστηκε μια κραυγή κι ένας υπόκωφος γδούπος.
«Τον έχουμε! Κάλυψε με», φώναξε ο Κόκκινος.
Πήρε το πεσμένο στικ στα πόδια του, το πέταξε στο σημείο απ’ όπου ακούστηκε η κραυγή και πλησίασε σκύβοντας με προσοχή δίπλα σε μια κολώνα.
Άκουσε βογκητά και θόρυβο από σύρσιμο στο πάτωμα.
«Το τσογλάνι νομίζει ότι θα γλιτώσει, νομίζει ότι θα ζήσει για να γελάει μέσα στα μούτρα μας», ψιθύρισε με τα δόντια σφιγμένα και τα μάτια του θολά απ’ τον πόνο.
Σηκώθηκε κι έτρεξε έτοιμος να τον αποτελειώσει, αλλά μόλις έφτασε, το μόνο που είδε ήταν ένα πόδι να γλιστράει και να χάνεται σε μια τρύπα στο πάτωμα.
Έτρεξε κι άρχισε να πυροβολεί μέσα στην τρύπα.
Μετά από λίγο σταμάτησε, χαμογέλασε και φώναξε σκύβοντας προς το άνοιγμα.
«Παιδιά! Αν έμεινε τίποτα από δαύτον, είναι δικό σας».
Τότε ακριβώς συνειδητοποίησε τη σιωπή που είχε απλωθεί στο ισόγειο εδώ και ώρα.
«Πάμε κάτω», φώναξε στον άλλον. «Κάτι δεν πάει καλά».
Κατέβηκαν βιαστικά τα σκαλιά και μπήκαν με προσοχή στη πρώτη αμυδρά φωτισμένη αίθουσα. Δεν υπήρχε κανείς εκεί. Στο φως μιας αστραπής είδαν απέναντί τους το άνοιγμα στον τοίχο.
«Οι αίθουσες επικοινωνούν μεταξύ τους εσωτερικά», γύρισε και ψιθύρισε στον άλλον που το πρόσωπό του είχε ασπρίσει από φόβο. «Πήγαινε κάλυψε τους διαδρόμους. Εγώ προχωράω σιγά-σιγά από δω. Οι πόρτες είναι ανοιχτές οπότε θα συναντιόμαστε εκεί... και θα συνεχίζουμε. Μ’ ακούς;».
«Δε μ’ αρέσει αυτό. Δε μ’ αρέσει καθόλου», έκανε ο άλλος αβέβαια. «Που…; Που είναι οι υπόλοιποι;»
Τον άρπαξε απ’ τα μαλλιά και τον τράβηξε κοντά του.
«Μη μου το κάνεις αυτό τώρα κωλόπαιδο!» του ψιθύρισε στ’ αυτί. «Τράβα στο διάδρομο και κάνε ότι σου είπα. Χτύπα ότι κουνιέται ή ότι φαντάζεσαι ότι κουνιέται. Δε με νοιάζει. Μόνο να ‘σαι εκεί και να σε βλέπω κάθε φορά που θα φτάνω στις πόρτες. Και μη διανοηθείς να την κοπανίσεις γιατί θα σε βρω και θα σου ξεριζώσω τ’ άντερα. Κατάλαβες;»
Ο άλλος έκλεισε τα μάτια του κι έφτυσε ένα ταλαιπωρημένο ‘εντάξει’. Ο Κόκκινος τον άφησε και τον είδε να κοντοστέκεται στην πόρτα. Ξεκούμπωσε το δεξί λουρί από το σακίδιο του, πήρε από μέσα έναν γεμιστήρα και τον κάρφωσε στο όπλο του. Μετά πέρασε με προσοχή την πόρτα.
Η δεύτερη αίθουσα ήταν κι αυτή άδεια όπως και η πρώτη. Ο Κόκκινος προχώρησε σκυφτός και με μεγάλη προσοχή δίπλα στον τοίχο απέναντι από τη μεγάλη σειρά από παράθυρα. Αν τον πλησίαζε κάποιος από εκεί, θα μπορούσε να τον δει εύκολα με τα παράθυρα πίσω του. Έφτασε δίπλα στην πόρτα και περίμενε. Το τσιράκι του δεν άργησε να φανεί. Περπατούσε αργά-αργά ρίχνοντας κλεφτές ματιές πίσω απ’ τον ώμο του και μπροστά του. Ο ιδρώτας στο πρόσωπό του άστραφτε στο βαθυγάλαζο αχνό φως του διαδρόμου.
Κοιτάχτηκαν.
«Πάμε παρακάτω», του ψιθύρισε ο Κόκκινος.
Η τρίτη αίθουσα ήταν κι αυτή βουτηγμένη στις σκιές, αλλά δεν ήταν άδεια. Κολλημένος στον τοίχο με τα μάτια του παίζουν νευρικά και το δάχτυλό του έτοιμο να πυροβολήσει, ο Κόκκινος αντίκρισε στο φως μιας αστραπής τους άντρες του στοιβαγμένους, τον έναν πάνω στον άλλον, στο κέντρο της αίθουσας. Ξαφνικά, άκουσε πυροβολισμούς και ουρλιαχτά από τον διάδρομο. Προχώρησε βιαστικά προς τα πίσω μέχρι που η πλάτη του ακούμπησε στη γωνία της αίθουσας. Σήκωσε το Καλάσνικωφ με το ένα χέρι, έβγαλε απ’ τη ζώνη του ένα περίστροφο με το άλλο και περίμενε.
Έπεσε μια βαριά σιωπή.
Βήματα ακούστηκαν στο διάδρομο κι η πόρτα της αίθουσας έκλεισε αργά-αργά.
«Του το είχα πει να μην ξαναπατήσει το πόδι του εδώ», άκουσε κάποιον να λέει πίσω από την κλειστή πόρτα.
«Κόκκινε!»
Ένας ψίθυρος στο σκοτάδι.
Τρόμαξε και το χέρι του πίεσε τη σκανδάλη.
Μια ριπή έσπασε όσα τζάμια είχαν απομείνει όρθια.
Κράτησε την ανάσα του κι αφουγκράστηκε το σκοτάδι γύρω του. Προσπάθησε να σκεφτεί καθαρά. Ένας στον διάδρομο κι ένας εδώ μέσα ή στη διπλανή αίθουσα. Τα βλέφαρά του τρεμόπαιξαν και κοίταξε γύρω του. Μετά κινήθηκε με προσοχή προς το παράθυρο. Ο μόνος τρόπος διαφυγής. Έριξε μια κλεφτή ματιά έξω.
«Αναρωτιέσαι αν είσαι αρκετά γρήγορος για να βγεις απ’ το παράθυρο;»
Η φωνή ερχόταν από την άλλη πλευρά της αίθουσας. Ο Κόκκινος χαμογέλασε κι ακούμπησε το όπλο του στο παράθυρο.
«Καθόλου», απάντησε με αναπτερωμένο ηθικό. «Απλώς αναρωτιέμαι τι δουλειά έχει ένα κοριτσάκι να στέκεται μια νύχτα σαν κι αυτή μέσα στη βροχή… ακίνητο, σαν στόχος σε λούνα παρκ».
Κανείς δεν του απάντησε κι εκείνος συνέχισε.
«Σου σπαράζει την καρδιά να το βλέπεις έτσι μόνο του μέσα στις λάσπες. Πάω να του κάνω παρέα. Και σας περιμένω κι εσάς, αλλιώς θα εκνευριστώ και θ’ αρχίσω να πυροβολώ».
Καθάρισε με την ησυχία του το περβάζι από τα σπασμένα τζάμια, ανέβηκε και πήδηξε έξω στην αυλή.

Δευτέρα, Οκτώβριος 02, 2006 

ΣΚΥΛΙΑ ΣΤΗ ΒΡΟΧΗ (ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΕΞΙ)

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΕΞΙ

Βρήκαν τη Σερήνη πεσμένη στα λασπόνερα εκεί που ο φαρδύς χωματόδρομος που οδηγούσε στα παλιά νεκροταφεία κοβόταν από έναν μικρό παράδρομο. Όχι πως ο κυρίως δρόμος ήταν σημαντικός πια μετά από τόσα χρόνια: η λεπτή άσφαλτος ήταν σπασμένη εδώ κι εκεί και οι φαρδιές ρωγμές έμοιαζαν με αυλάκια σκαμμένα από τα νερά της βροχής.
Ήταν πεσμένη μέσα στις πέτρες και τις λάσπες με το χέρι της ακουμπισμένο στο στήθος της που ανεβοκατέβαινε άγρια και τα μαλλιά της κολλημένα στο πρόσωπό της. Ένας τεράστιος μαύρος σκύλος δίπλα της γρύλιζε απειλητικά στα δίδυμα που πλησίαζαν χαμογελώντας χαιρέκακα.
«Σ’ το είχα πει ότι δε θα πήγαινε μακριά», φώναξε ο Ληφ σκύβοντας προς τον αδερφό του. «Δεν είναι φτιαγμένες για να τρέχουν οι κακόμοιρες, ειδικά όταν τα έχουν κάνει πάνω τους απ’ το φόβο και τα ποδαράκια τους τρέμουν. Ορίστε! Κοίτα την. Έφαγε τα μούτρα της».
Η Σερήνη γύρισε το κεφάλι και τους κοίταξε λοξά. Ο σκύλος δίπλα της γύμνωσε τα δόντια του κι έκανε ένα βήμα μπροστά.
«Μην πλησιάζετε!» ψιθύρισε, αλλά η φωνή της έφτασε καθαρή και δυνατή στ’ αυτιά τους.
Τα δίδυμα σταμάτησαν και κοιτάχτηκαν στα μάτια.
«Μ’ αρέσει όταν το λένε αυτό», είπε ο Ληφ κι έσκασε ένα χαμόγελο ικανοποίησης. «Μ’ αρέσει πολύ».
«Άσε το σκύλο σ’ εμένα. Είσαι τσαπατσούλης με τα ζώα», του είπε ο αδερφός του ξεκινώντας για το σταυροδρόμι.
Η Σερήνη προσπάθησε να σηκωθεί κρατώντας το χοντρό λαιμό του σκύλου, αλλά εκείνος έκανε άλλο ένα βήμα μπροστά γρυλλίζοντας και η γυναίκα έχασε την ισορροπία της κι έπεσε πάνω στις πέτρες.
Σταμάτησαν πέντε βήματα μακριά απ’ τη μάγισσα και το σκυλί που γαύγιζε πια σα λυσσασμένο. Άνοιξαν τα ξυράφια τους. Ο Γκρίμπο ρίχτηκε πάνω στο σκυλί κι ο Ληφ πάνω στην πεσμένη γυναίκα.
Μόνο που τα πράγματα δεν είχαν την εξέλιξη που περίμεναν.
Το σκυλί έκανε ξαφνικά μεταβολή και χάθηκε στο σκοτάδι τρέχοντας κι ο Ληφ βρέθηκε να κόβει με το ξυράφι του τον αέρα καθώς η φασματική μορφή της Σερήνης έσβηνε μπροστά στα μάτια του.
«Τι; Τι; Τι έγινε; Πώς…;» παραμιλούσε έκπληκτος ο Ληφ και κοίταζε τρομαγμένος γύρω του.
Ο Γκρίμπο έμεινε σιωπηλός, το πρόσωπό του ήταν ανέκφραστο. Έριξε μια ματιά γύρω του. Μέσα στο υγρό σκοτάδι.
«Κάπου εδώ γύρω κρύβεται. Ξοδεύει ότι έχει και δεν έχει σε ψευδαισθήσεις και χαζομάρες. Τα μάτια σου δεκατέσσερα!» ψιθύρισε, και σκούπισε τη βροχή απ’ το πρόσωπό του.
Οι σκοτεινές φιγούρες των θάμνων και των δέντρων γύρω τους φωτίζονταν πότε-πότε από τις αστραπές και οι ριπές του ανέμου τους χτυπούσαν αλύπητα.
«Τι; Τι είναι αυτό πάλι;» άκουσε ο Γκρίμπο τον αδερφό του ν’ αναρωτιέται πίσω απ’ την πλάτη του.
Δε γύρισε όμως να δει, γιατί εκεί μπροστά του, στην άκρη του δρόμου, πίσω απ’ το χοντρό γέρικο κορμό ενός δέντρου ξεπρόβαλλε η Σερήνη. Ακούμπησε αποκαμωμένη πάνω στον κορμό με το δεξί της χέρι σφιγμένο στην κοιλιά της. Ξαφνικά, ένα δαχτυλίδι φωτιάς «άναψε» γύρω απ’ το σταυροδρόμι. Γαλάζιες και κόκκινες φλόγες έπαιζαν γύρω απ’ τα δίδυμα χωρίς να νοιάζονται για τη βροχή και τον δυνατό αέρα.
Κούνησε το κεφάλι του κοιτώντας την στα μάτια.
«Έλα, Ληφ. Αυτό ήταν το τελευταίο της κολπάκι. Τελειώσανε τα ψέματα».
Έτρεξε προς το μέρος της.
Ένας πελώριος όγκος έτοιμος να πλακώσει τη μικροκαμωμένη γυναίκα που ανάσαινε με δυσκολία.
Ένας πελώριος όγκος που τινάχτηκε πίσω σαν κλαράκι την ώρα που πήγε να πηδήσει πάνω από τις χαμηλές φλόγες.
Ο Γκρίμπο «πέταξε» στον αέρα κι έπεσε με δύναμη στις πέτρες και τις λάσπες.
Η πλάτη του πονούσε φοβερά απ’ την πτώση. Έσφιξε τα δόντια του και προσπάθησε με αργές ανάσες να συνέλθει απ’ το ξαφνικό σοκ.
Δεν ήταν εύκολο.
«Αδύνατον!» σκέφτηκε, και μια υποψία γεννήθηκε στην άκρη του μυαλού του. «Αδύνατον! Κανένας δεν μπορεί να το κάνει αυτό. Όχι εδώ, όχι σ’ αυτόν τον κόσμο. Μια μάγισσα χωρίς δυνάμεις σ’ έναν κόσμο χωρίς μαγεία! Κι όμως…».
Άκουσε το ουρλιαχτό του αδερφού του και γύρισε, ζαλισμένος ακόμα, το κεφάλι του για να δει.
Και είδε.
Ο Ληφ ήταν πεσμένος στη μέση του δρόμου και προσπαθούσε να κρατηθεί απ’ τις πέτρες και τις αυλακιές της ασφάλτου. Μια μεγάλη μαύρη πόρτα είχε ανοίξει μέσα στη νύχτα κι ένας δυνατός άνεμος ρουφούσε τον Ληφ μέσα της. Ο μισός είχε ήδη εξαφανιστεί στο σκοτάδι. Ξαφνικά, το κομμάτι της ασφάλτου στα χέρια του ξεκόλλησε απ’ το χώμα κι ο Ληφ εξαφανίστηκε εντελώς.
Μέσα στον πανικό του ο Γκρίμπο ξέχασε αμέσως τον πόνο στην πλάτη του κι έκανε μια προσπάθεια να συρθεί με τα τέσσερα μέσα στις λάσπες. Δεν ήταν εύκολο. Ένοιωθε τον άνεμο στην πλάτη του να τον τραβάει. Σταμάτησε αποκαμωμένος από την προσπάθεια λίγο πριν τις φλόγες. Έχωσε τα χοντρά του δάχτυλα βαθιά μέσα στη λάσπη ψάχνοντας απεγνωσμένα κάτι για να κρατηθεί.
Η Σερήνη, στην άλλη μεριά του πύρινου κύκλου είχε πλησιάσει και καθόταν πάνω σε μια πέτρα.
«Το καταλαβαίνεις ότι δεν είναι και τόσο εύκολο να κρατηθείς εδώ έξω», είπε, κι έσκυψε προς το μέρος του. «Στο τέλος θα σε ρουφήξει και θα τελειώσουν τα βάσανά μας».
Ο Γκρίμπο σήκωσε το κεφάλι του και την κοίταξε γεμάτος μίσος.
«Είναι ψέματα… όλα ψέματα… δεν μπορείς να το κάνεις αυτό ηλίθια γυναίκα… όταν σταματήσει αυτό το θέατρο θα σου…»
Την ίδια στιγμή το σώμα του άρχισε να σέρνεται αργά-αργά αλλά σταθερά πάνω στη λάσπη.
Η Σερήνη κούνησε αρνητικά το κεφάλι της.
«Έχεις δίκιο. Τι να πω, τώρα; Το βρήκες! Τι χαζή που είμαι! Δεν μπορώ να το κάνω... εγώ. Σ’ αυτόν τον τόπο όμως, τα Σταυροδρόμια και οι Πόρτες ανήκουν σε μια γνωστή μου, σε μια άλλη ηλίθια γυναίκα, όπως λες κι εσύ. Δεν είναι εύκολο να τη βρει κανείς εδώ πάνω. Συνήθως μένει… κάτω. Και πίστεψε με παλικαρά, αυτή… μπορεί να το κάνει».
Ο Γκρίμπο γλίστρησε βίαια πάνω στις λάσπες και χάθηκε στο σκοτεινό άνοιγμα της πόρτας χωρίς να βγάλει άχνα. Η Σερήνη έκλεισε τα μάτια κι έβαλε το χέρι της στο στήθος. Πήρε μια βαθιά ανάσα. Όταν τα άνοιξε ξανά δεν υπήρχε ούτε φωτεινό δαχτυλίδι, ούτε πόρτα. Μόνο το σταυροδρόμι που το χτυπούσε αλύπητα η βροχή.
«Άντρες!» είπε στον εαυτό της κουνώντας το κεφάλι μελαγχολικά.
Σηκώθηκε και πήρε αργά-αργά το δρόμο του γυρισμού. Το μαύρο σκυλί έτρεξε δίπλα της και γρύλισε. Το κοίταξε χωρίς να σταματήσει, κι έσφιξε τα δόντια της.
«Το ξέρω», ψιθύρισε. «Το ξέρω ότι αργήσαμε».

***

«Σταματήστε να πυροβολείτε, ηλίθιοι!»
Ο Κόκκινος γύρισε στον άντρα που ήταν πεσμένος μπρούμυτα δίπλα του στο διάδρομο.
«Βγάλε τ’ αμερίγκλο».
«Ποιά;»
«Τα στικάκια ηλίθιε. Εκείνα που βγάλαμε απ’ τα κασόνια. Χρειαζόμαστε φως μέσα σ’ αυτό το αχούρι».
Ο άλλος γύρισε, έβγαλε το σακίδιο από την πλάτη του, πήρε μια χούφτα στικάκια και τα κοίταξε.
«Αυτά λες;»
«Ναι. Δώσε σ’ όλους να ‘χουν από πέντε-έξι».
«Τι είναι αυτά;»
«Χημικό φως, ρε βλάκα. Με τη σφραγίδα του αμερικάνικου στρατού. Υπεροξείδιο υδρογόνου και… άστο, γάμα το. Τι πουλήσαμε πέρσι στον Θράσο ρε; Ξέχασες; Ή δεν έχεις ιδέα από πού έρχονται τα λεφτά που έχεις στη τσέπη σου; Προσέξτε τώρα. Τραβάς την ασφάλεια στην άκρη. Λυγίζεις το στικάκι και…»
Ακούστηκε ένα αδύναμο κρακ! κι ο Κόκκινος το πέταξε στο διάδρομο μπροστά του. Το στικάκι έπεσε στα δέκα μέτρα και σύρθηκε. Ο διάδρομος φωτίστηκε με μια γαλάζια λάμψη.
Μια σκιά φάνηκε στην άλλη άκρη του. Ήταν ταμπουρωμένη σε μια εσοχή, κάτω από ένα παράθυρο, και μόλις ο διάδρομος φωτίστηκε, έκανε να τρέξει απέναντι.
Ο Κόκκινος άρχισε να πυροβολεί και οι άλλοι τον μιμήθηκαν. Η σκιά έπεσε κι έμεινε ακίνητη. Ακούστηκαν σφυρίγματα και κραυγές.
«Χα!» ακούστηκε κάποιος. «Θα το γλεντήσουμε, απόψε».
«Μια ομάδα στις αίθουσες», φώναξε ο Κόκκινος. «Οι άλλοι μαζί μου στις σκάλες. Θ’ ανεβούμε πάνω».
Οι δυο ομάδες χωρίστηκαν.
Ο Κόκκινος και η ομάδα του έφτασαν έρποντας στη βάση της σκάλας κι έριξαν ένα στικ στο πλατύσκαλο, εκεί που τα σκαλιά γυρνούσαν αντίθετα και συνέχιζαν για τον επάνω όροφο. Κανένας εκεί. Ο Κόκκινος κοίταξε τους άλλους κι έδειξε με το δάχτυλο ίσια πάνω του.
«Μας περιμένουν», ψιθύρισε.
«Εϊ, Κόκκινε!», ακούστηκε μια φωνή πίσω του. «Αυτό το καθίκι που καθαρίσαμε… ένα πιτσιρίκι ήταν!»
Ο διάδρομος αντήχησε από γέλια. Δεν πέρασε ένα λεπτό κι άρχισε ένα πανδαιμόνιο από κραυγές, ριπές και πυροβολισμούς.
Ο Κόκκινος έκανε νόημα σε δυο απ’ τους δικούς του ν’ ανέβουν γρήγορα στο πλατύσκαλο ενώ οι άλλοι δυο θα τους κάλυπταν από κάτω.
Ξεκίνησαν να τρέχουν στις σκάλες κι οι άλλοι ανέβηκαν με προσοχή τρία σκαλοπάτια πυροβολώντας ψηλά.
Τότε ήταν που άρχισε η πύρινη βροχή!
Πυρακτωμένα κάρβουνα και καυτή στάχτη άρχισαν να πέφτουν από ψηλά. Ο πρώτος σωριάστηκε στο πλατύσκαλο μ’ ένα καμάκι καρφωμένο στο πόδι. Ο δεύτερος, πίσω του, στραβοπάτησε, έπεσε κι άρχισε να ουρλιάζει καθώς τον έκαιγαν τα αναμμένα κάρβουνα. Μέσα στον πανικό του γύρισε για να σηκωθεί, αλλά το βαρέλι που έπεσε από ψηλά τον πλάκωσε κι άρχισε να κατρακυλάει προς τα κάτω.
Ο Κόκκινος κι ο άλλος με το σακίδιο στη πλάτη είχαν προλάβει να τραβηχτούν πίσω. Παρόλ’ αυτά, ένα κομμάτι κάρβουνο τινάχτηκε και κόλλησε στο μάγουλο του, κάτω από το αριστερό του μάτι. Ούρλιαξε από πόνο και το ξεκόλλησε γρήγορα από πάνω του.
Εντωμεταξύ, ο τραυματίας στο πλατύσκαλο είχε γυρίσει το Καλάσνικωφ κι έριχνε τυφλές ριπές στριγγλίζοντας απ’ τον πόνο. Παρά το οξύ κάψιμο στο πρόσωπο, ο Κόκκινος συνειδητοποίησε αμέσως την ευκαιρία που του δινόταν κι έτρεξε προς το πλατύσκαλο πυροβολώντας ψηλά με το ένα χέρι.
Ο άλλος με το σακίδιο στη πλάτη τον ακολούθησε σχεδόν αμέσως.

Τρίτη, Σεπτέμβριος 05, 2006 

ΣΚΥΛΙΑ ΣΤΗ ΒΡΟΧΗ (ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΠΕΝΤΕ)

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΠΕΝΤΕ


«Φτάσαμε».
Ο Γκρίμπο σταμάτησε απότομα και γύρισε να κοιτάξει τον αδερφό του που ακολουθούσε το μονοπάτι σέρνοντας τα βήματά του στις λάσπες. Η βροχή έπεφτε δυνατά πάνω στην πυκνή άγρια βλάστηση. Ένα σκυλί άρχισε να γαβγίζει από μακριά.
Τα δυο αδέρφια κοιτάχτηκαν σαν σε καθρέφτη και γύρισαν ταυτόχρονα το πρόσωπο για ν’ αντικρύσουν τη σκιά πάνω στον τοίχο του παλιού αρχοντικού.
Μια αχνή, πράσινη σκιά έτρεμε στον αέρα μπροστά τους και σχημάτιζε μια γυναικεία μορφή.
«Χα. Η Σερήνη. Έπρεπε να το είχα καταλάβει από την αρχή ότι εσύ κρυβόσουν πίσω απ’ όλο αυτόν τον ποδαρόδρομο».
«Η Στρίγγλα!» ψιθύρισε ο Ληφ κι έκανε ένα αβέβαιο βήμα προς τα πίσω.
Μπροστά τους άνοιξε ξαφνικά μια σκοτεινή σμαραγδένια θάλασσα. Μαύρες, απειλητικές σκιές γλιστρούσαν μέσα της.
«Τι κάνεις, ηλίθιε;» του φώναξε ο αδερφός του.
«Μα… μα είναι η Σερήνη, Γκρίμπο», του απάντησε ο Ληφ κι έκανε να φύγει.
Ο Γκρίμπο άπλωσε το χέρι και τον έπιασε απ’ το μπράτσο.
«Μην τολμήσεις!» του φώναξε.
«Είσαι με τα καλά σου;» του ψιθύρισε ο αδερφός του με φωνή που έτρεμε. «Δεν μπορούμε να το κάνουμε αυτό, Γκρίμπο. Όχι, όχι αυτό…»
«Άκου τον αδερφό σου τερατάκι κι εξαφανίσου από μπροστά μου. ΤΩΡΑ!» Η φωνή της Σερήνης έμοιαζε να έρχεται από παντού γύρω τους. Χιλιάδες μικροί ψίθυροι πήγαιναν κι έρχονταν στον αέρα κι άγγιζαν τ’ αυτιά τους.
«Είναι όλα ψέματα, Ληφ», ούρλιαξε ο Γκρίμπο και οι φωνές γύρω τους σταμάτησαν. «Ψευδαισθήσεις και γυναικεία καμώματα. Δεν υπάρχουν. Δεν μπορούν να μας αγγίξουν. Θυμάσαι; Το είπες και μόνος σου. Δεν αξίζουν πεντάρα. Συγκεντρώσου τώρα!»
Ο Ληφ κοίταξε το πρόσωπό του αδερφού του και μια σκιά υποψίας έλαμψε στα μάτια του.
«Ναι, αλλά…Ξέρεις τώρα… τις ιστορίες».
Η σμαραγδένια θάλασσα μπροστά τους τρικύμισε και οι σκιές μέσα της πύκνωσαν.
«Α, ναι», ψιθύρισε η Σερήνη. «Υπάρχουν κι όλες αυτές οι ιστορίες».
Ο Γκρίμπο γύρισε το κεφάλι του προς την Σερήνη. Χαμογελούσε.
«Παραμύθια! Τα ξέρω κι εγώ, σκύλα. Θες ν’ ακούσεις ένα κι από μένα; Να σου πω την ιστορία για το τι παθαίνει μια μάγισσα που γεννάει ένα μπασταρδάκι, Σερήνη; Την ξέρω κι αυτή την ιστορία, Στρίγγλα. Μαζί με τη σάρκα που ξεριζώνει απ’ τη κοιλιά της, ξεριζώνει και τη δύναμή της. Και μη μου πεις ότι ο πιτσιρίκος δεν είναι γιος σου, ηλίθια γυναίκα!»
«Είσαι… σίγουρος;» ρώτησε η μάγισσα με νόημα.
Ο Γκρίμπο έκανε ένα βήμα μπροστά κι η σμαραγδένια θάλασσα εξαφανίστηκε αφήνοντας πίσω της μικροσκοπικές καταπράσινες φλόγες που έσβηναν στη βροχή.
«Απόλυτα», είπε, κι ένα ξυράφι άστραψε στο χέρι του. «Πιάνουμε δουλειά μικρέ», φώναξε στον Ληφ που είχε βρεθεί ξανά στο πλευρό του. Εκείνος χαμογέλασε για να διώξει όλη την ένταση από πάνω του.
«Το ρωτάς; Αφού το ξέρεις πως τρελαίνομαι για το ξυράφι, αδερφέ».
Η σκιά μπροστά τους τρεμούλιασε στον αέρα.
Οι δίδυμοι προχωρούσαν σταθερά προς το μέρος της καταστρέφοντας στο πέρασμά τους κάθε μικρό ξόρκι και προστατευτική γητειά.
«Εκεί, στο υπόγειο», μούγκρισε ο Γκρίμπο κι έδειξε τα σκαλιά.
Ξαφνικά, δυο τεράστιες μαύρες σκιές έπεσαν πάνω τους γαβγίζοντας,και μια γυναικεία σκιά ανέβηκε γρήγορα τα σκαλιά κι άρχισε να τρέχει. Ο Γκρίμπο έκανε στην άκρη και σήκωσε μ’ εκπληκτική ταχύτητα το ξυράφι του σκίζοντας βαθιά τα πλευρά του σκύλου πριν ακόμα αυτός πέσει στο έδαφος. Το σκυλί γκρεμοτσακίστηκε στις λάσπες και σύρθηκε ουρλιάζοντας από τον πόνο μέσα στις φυλλωσιές. Ο Ληφ που είχε γλιστρήσει κι είχε πέσει κάτω, πάλευε σιωπηλά με το σκυλί που του είχε επιτεθεί. Το πρόσωπό του ήταν γεμάτο λάσπες και αίματα,αλλά τα χοντρά χέρια του έσφιγγαν τον λαιμό του σκύλου μέχρι που το ζώο σταμάτησε να κινείται.
Ο Γκρίμπο έσκυψε, πήρε το ξυράφι του αδερφού του και του το έδωσε την ώρα που εκείνος σηκώνονταν από τις λάσπες βρίζοντας.
«Ηλίθιο, σκυλί», φώναξε νευριασμένα ο Ληφ την ώρα που σηκωνόταν και κλώτσησε το νεκρό ζώο.
«Έλα πάμε, η Στρίγγλα το ‘σκασε».
Ο Λήφ πήρε το ξυράφι στα χέρια του, έβγαλε ένα μαντήλι από το πανωφόρι του και το καθάρισε.
«Χα…», φώναξε. «Που νομίζει ότι θα πάει η σκρόφα;».

***

Η έκρηξη ήταν εκκωφαντική.
Μια σκοτεινή τρύπα πνιγμένη σε μαύρους καπνούς και σκόνες ήταν το μόνο που είχε απομείνει από την μεγάλη ξύλινη πόρτα του Σχολείου.
Ο ψηλός που στεκόταν δίπλα στο φορτηγό χαμήλωσε το όπλο και γύρισε στον οδηγό ευδιάθετος.
«Από μικρός ήθελα να το κάνω αυτό».
Ακούστηκαν γέλια, κραυγές και σφυρίγματα, και εφτά-οχτώ φιγούρες πήδησαν από την καρότσα του φορτηγού και συγκεντρώθηκαν γύρω από τον γεροδεμένο άνδρα που γελούσε ακόμα.
«Πάμε να το τελειώσουμε», είπε εκείνος τελικά σφίγγοντας το κόκκινο φουλάρι στο μέτωπό του. «Άφησε τη μηχανή αναμμένη και περίμενέ μας. Δε θ’ αργήσουμε», γύρισε και είπε στον οδηγό του φορτηγού που καθόταν ακόμα στη θέση του.
Οι υπόλοιποι τον ακολούθησαν με τα όπλα στα χέρια.
Η βροχή έπεφτε με δύναμη και οι αστραπές φώτιζαν που και που το άνοιγμα μπροστά τους. Έτρεχαν όσο τους επέτρεπαν οι λάσπες και τα ψηλά αγριόχορτα της αυλής.
Δεν έκαναν ούτε πέντε βήματα και ξαφνικά ακούστηκε ένας πνιχτός μεταλλικός ήχος και κάποιος στα δεξιά άρχισε να ουρλιάζει.
Όλοι τους έπεσαν κάτω τρομαγμένοι και δυο-τρεις άρχισαν να πυροβολούν πανικόβλητοι μέσα στο σκοτάδι προς το μέρος που ακουστήκαν τα ουρλιαχτά.
«Σταματήστε ρε μαλάκες! Σταματήστε είπα!» ούρλιαξε ο Κόκκινος σκουπίζοντας τη λάσπη από το πρόσωπό του.
Οι πυροβολισμοί σταμάτησαν και ο μόνος θόρυβος που ακουγόταν πια ήταν αυτός της βροχής που μαστίγωνε τα χόρτα.
Σύρθηκε στη λάσπη με το όπλο στα μπράτσα του και μετά από λίγη ώρα βρήκε το ακίνητο πτώμα. Ένα δόκανο είχε καρφωθεί στο δεξί αστράγαλο του μικρού και μια αδέσποτη σφαίρα τον είχε βρει στο κεφάλι.
Πήρε μια βαθιά ανάσα και έτριψε το μέτωπό του σκεφτικός.
«Μ’ ακούτε;» φώναξε τελικά. «Γυρίστε πίσω στο φορτηγό με προσοχή και περιμένετε. Οι πούστηδες έχουν γεμίσει τον τόπο με δόκανα».
Όταν έφτασαν τελικά πίσω στο φορτηγό, τα πρόσωπά τους ήταν σκοτεινιασμένα και σοβαρά.
Ο Κόκκινος τους ανέβασε ξανά στην καρότσα.
«Που είναι ο μικρός Γιάννος;» άκουσε κάποιες ψιθυριστές φωνές πίσω του αλλά δεν έβγαλε μιλιά.
Ανέβηκε στο φορτηγό νευριασμένος.
«Θα τον σκοτώσω τον πούστη», είπε με τα μάτια του καρφωμένα στο Σχολείο μπροστά του. «Θα του ξεριζώσω τ’ άντερα».
Ο οδηγός τον κοίταξε. Στο μέτωπό του ο ιδρώτας άστραφτε κάτω απ’ το πολύχρωμο πανί που είχε δεμένο στο κεφάλι και τα δάχτυλά του έπαιζαν νευρικά με τη χοντρή αλυσίδα στο λαιμό του. Κάτι πήγε να πει αλλά τελικά το μετάνιωσε.
«Ξεκίνα», είπε κοφτά ο Κόκκινος χωρίς να πάρει τα μάτια του από την τρύπα που έχασκε μπροστά τους ανάμεσα στους κεραυνούς και τις αστραπές.

***

«Άνοιξε Σουσάμι, φώναξε ο Αλή Μπαμπάς και τα βράχια κινήθηκαν από κάποια παράξενη μαγεία για να αποκαλύψουν την σκοτεινή είσοδο μιας σπηλιάς…»
Ο Κυριάκος ακουμπούσε σ’ ένα τσιμεντένιο πεζούλι, στην άκρη της αυλής, σκύβοντας ελαφρά για να προφυλαχθεί απ’ τη βροχή. Είχε τα χέρια στις τσέπες, το πέτο του σηκωμένο και η νύχτα τον έκρυβε από εκείνο το σκυλολόι που μόλις είχε ανατινάξει την είσοδο του Σχολείου. Οι λάμψεις από τις αστραπές μπορούσαν φυσικά να τον προδώσουν, αλλά εκείνοι οι τύποι ήταν τόσο προσηλωμένοι στο σκοπό τους που δεν τους περνούσε από το μυαλό να κοιτάξουν πίσω τους, στην ανατολική πλευρά της αυλής που ήταν πνιγμένη με άγρια χόρτα που έφταναν ως το στήθος του.
Το χέρι του χάιδευε μέσα στη βαθιά τσέπη τον σαρανταπεντάρη φίλο του: τον μαγικό βοηθό των παραμυθιών που έρχεται πάντα στην ώρα του. Δεν ήταν ο σοφός κατρουλιάρης γέροντας, ούτε κάποιο σιχαμερό ζώο που μιλούσε –αυτό, το τελευταίο, ήταν έτσι κι αλλιώς, ο Εχθρός– αλλά ένας ώριμος γκριζομάλλης φίλος που ήξερε κάθε φορά το τι έπρεπε να γίνει για να περάσουν με ασφάλεια μέσα από το σκοτεινό δάσος.
Είχε ακούσει τη μαγική λέξη κι είχε δει την έκρηξη που άνοιξε την «είσοδο για τη σπηλιά». Ακολούθησαν φωτιές, σκόνη και χαλασμός και οι «σαράντα κλέφτες» έτρεχαν γεμάτοι αυτοπεποίθηση και όπλα στα χέρια για να βάλουν στο χέρι το θησαυρό τους.
«Τον θησαυρό μου!» μουρμούρισε στον παγωμένο αέρα.
Τα πράγματα όμως δεν ήταν και τόσο εύκολα. Ποτέ δεν είναι.
Η φωνή της μητέρας του φυσικά τον είχε προειδοποιήσει. Ή μήπως ήταν ο θόρυβος του φορτηγού που πλησίαζε και τον είχε αναγκάσει να κρυφτεί; Δεν είχε σημασία. Λούφαξε λοιπόν στην άκρη για να δει τη συνέχεια, χαϊδεύοντας το παγωμένο σίδερο στη τσέπη του.
Οι «σαράντα κλέφτες» την πάτησαν.
Δόκανα μέσα στα χόρτα!
Έξυπνο.
Τώρα, με την αυτοπεποίθηση τους στραπατσαρισμένη και με λίγο φόβο στην ψυχή, πέρασαν την επικίνδυνη περιοχή με το φορτηγό –ακουστήκαν μάλιστα και ένα-δυο πνιχτοί ήχοι από μέταλλο που χτυπάει πάνω σε μέταλλο, τσατ, τσατ, και το φορτηγό παλαντζάρισε λίγο – και βρέθηκαν αριστερά και δεξιά της σπηλιάς, πανέτοιμοι.
Δεν μπορούσε να δει πόσοι ακριβώς ήταν αλλά κάτι μέσα του τον διαβεβαίωνε ότι ήταν σαράντα. Ή μάλλον, τριάντα εννιά αν υπολόγιζε κανείς τον τύπο που είχε πέσει ουρλιάζοντας και δεν ξανασηκώθηκε ποτέ.
Οι «κλέφτες» είχαν πάρει θέση γύρω απ’ τη σπηλιά, και ο Κυριάκος προχώρησε αργά προς το μέρος τους για να δει καλύτερα τι θα συμβεί στη συνέχεια.
Μια αστραπή και είδε τον μεγαλόσωμο τύπο με το κόκκινο φουλάρι στο κεφάλι να κάνει νόημα σε κάποιον να μπουκάρει στη σπηλιά.
Πλησίαζε ολοένα.
Μια αστραπή και είδε μια σκιά να μπαίνει σκυφτή και να χάνεται στο σκοτάδι με το όπλο προτεταμένο.
Πλησίαζε ολοένα.
Μια αστραπή και μια μαύρη φιγούρα εκσφενδονίστηκε ουρλιάζοντας στον αέρα από το στόμιο της σπηλιάς και έπεσε σαν σπασμένη κούκλα στα μαρμάρινα σκαλιά.
Το θέαμα ήταν περίεργο γιατί από το στήθος του προεξείχε κάτι… κάτι σαν…
«Καμάκι!» φώναξε κάποιος. «Τα καθήκια έχουν ψαροντούφεκα…»
Ξαφνικά ακούστηκε ένα ουρλιαχτό κι όλοι μαζί άρχισαν να πυροβολούν με μανία μέσα στο σκοτάδι.
Σε λίγο, ένας-ένας, διπλωμένοι στα δυο ή έρποντας πάνω στα μπάζα, χάθηκαν μέσα στη σπηλιά.
Οι πυροβολισμοί και οι κοφτές ριπές συνεχίστηκαν για ώρα.
Το μόνο που άκουγε όμως μέσα στο κεφάλι του ήταν η φωνή της μητέρας του.
«Μην ανησυχείς για τον λύκο σου. Είναι ο κυνηγός πάντα που γράφει το τέλος στα παραμύθια».
Ένα χαμόγελο έσκασε στο πρόσωπο του Αντώνη και τα μάτια του φωτίστηκαν από τις αστραπές. Έβγαλε τον σαρανταπεντάρη βοηθό από την τσέπη του, σημάδεψε τον οδηγό του φορτηγού και το δάχτυλό του γύρισε την τελευταία σελίδα από το παραμύθι του.

***

Σάπιοι, υγροί τοίχοι, σκοτάδι και οι αλαφιασμένες ανάσες αντηχούσαν στα στενά περάσματα των υπονόμων. Πρώτα η έκρηξη και ύστερα όλος εκείνος ο ορυμαγδός των πυροβολισμών που τους κυνηγούσε γλιστρώντας μέσα στα στενά περάσματα. Ο Λευτέρης περπατούσε προσεκτικά στην κορυφή της ομάδας με το φακό στο χέρι σταματώντας κάθε λίγο και λιγάκι στα σημεία όπου οι στενοί διάδρομοι των υπονόμων διασταυρώνονταν, για ν’ αποφασίσει για την πορεία τους.
«Ουστ. Ουστ από ‘δω», ούρλιαξε κάποιος πίσω του κι ακούστηκε ένα χτύπημα από κλωτσιά στον τοίχο.
«Ποντίκια. Θα μας φάνε τα ποντίκια».
«Χα… Ή που θα μας φάνε, ή που θα τα φάμε».
«Αναθεματισμένα».
«Νάτος! Νάτος ο ποντικαράς».
Κάποιοι άρχισαν να ουρλιάζουν και η ομάδα σταμάτησε απότομα. Επικράτησε για λίγο πανικός με ανθρώπους να φωνάζουν και να βρίζουν καλύπτοντας τα ουρλιαχτά. Ο Λευτέρης γύρισε πίσω και προσπάθησε να ηρεμήσει την κατάσταση που είχε βγει εκτός ελέγχου. Χώρισε δυο τύπους που είχαν πιαστεί στα χέρια και κυλιόταν στα λασπόνερα. Τα πρόσωπά τους ήταν γεμάτα μελανιές και γρατζουνιές.
«Γαμημένε, παρανοϊκέ», φώναξε ο ένας που σκούπιζε το αίμα απ’ το στόμα του.
Ο άλλος ούρλιαζε ακατάληπτα ακόμα και κάποιοι τον απομάκρυναν για να τον ηρεμήσουν.
«Ακούστε με», φώναξε τελικά ο Λευτέρης. «Θα καθήσουμε λίγο να ξεκουραστούμε και μετά συνεχίζουμε. Πέντε λεπτά, να πάρουμε μια ανάσα».
Μόλις το πράμα πήρε να καταλαγιάζει προχώρησε ανάμεσά τους μέχρι που βρήκε τον Αντώνη. Τον είχαν ακουμπήσει κάτω με την πλάτη στον τοίχο. Το μέτωπό του ήταν ακόμη ζεστό και τα μάτια του μισάνοιχτα και γλαρωμένα.
«Πώς είσαι ρε;» τον ρώτησε κρατώντας το πρόσωπό του στα δυο του χέρια.
«Τους… τους έχω στο χέρι… τους έχω λειώσει στο ξύλο… χα… φτύνουν τα δόντια τους… οι πούστηδες…» τα μάτια του ξαναέκλεισαν και το πρόσωπό του βάρυνε στα χέρια του.
Ένοιωσε ένα χτύπημα στον ώμο.
«Παιδάκι, παιδάκι», άκουσε τη Γριά να του φωνάζει και γύρισε.
«Τι είναι;»
«Το Χνώτο, παιδάκι. Το Χνώτο. Ξέφυγε από το χέρι μου και… και…»
Το πρόσωπο του Λευτέρη συννέφιασε.
«Πάει στον Ιερέα, παιδάκι. Θεέ μου! Πάει στον Ιερέα».

Δευτέρα, Αύγουστος 07, 2006 

ΣΚΥΛΙΑ ΣΤΗ ΒΡΟΧΗ (ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΤΕΣΣΕΡΑ)

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΤΕΣΣΕΡΑ


«Δε θ’ αργήσουν».
«Το ξέρω. Τα παιδιά μέσα έχουν ήδη αρχίσει να ετοιμάζονται».
«Μπορείς ακόμα ν’ αλλάξεις γνώμη αν θέλεις. Δε χρειάζεται να καταλήξουμε εκεί».
Στεκόμουν δίπλα στον Ιερέα, μπροστά στις σκάλες του σχολείου. Κανείς μας δεν έδινε σημασία στη βροχή που έπεφτε δυνατά. Εκείνος καθάριζε με ήρεμες κινήσεις το μαστίγιό του και το τύλιγε στην παλάμη του, κι εγώ είχα χαμηλώσει το κεφάλι και τον κοίταζα λοξά. Δεν περίμενα να συμφωνήσει μαζί μου. Απλώς φοβόμουν να δω κατάματα αυτό το σκοτάδι που είχε κάτσει μέσα μου.
Σήκωσε ξαφνικά το κεφάλι και μου έριξε μια παγωμένη ματιά. Ντράπηκα και γύρισα το δικό μου αλλού. Εκείνος ακούμπησε το τυλιγμένο μαστίγιο στο σαγόνι μου και μ’ ανάγκασε να τον κοιτάξω και πάλι.
«Νομίζεις;» ρώτησε.
«Δεν ξέρω. Δεν ξέρω πια αν έκανα καλά που τους έστειλα εδώ, Κάιν. Η Σερήνη είναι έξω φρενών μαζί μου, το ίδιο κι εσύ φαντάζομαι, κι οι υπόλοιποι… Κι όλοι σας έχετε δίκιο. Σας έμπλεξα. Και το πράγμα ξέφυγε. Αγρίεψε. Αν δεν μπορέσουμε να τους σταματήσουμε θα γίνει σφαγή».
Με κοίταξε σιωπηλός.
«Και τί περιμένεις να κάνω εγώ τώρα;» ξέσπασε τελικά. «Να σου χτυπήσω στοργικά την πλάτη και ν’ αρχίσω να σου πουλάω αέρα κοπανιστό; Θες να μ’ ακούσεις να σου λέω ένα κάρο μπούρδες για να βάλω τις τύψεις σου για ύπνο; Ξέχασέ το Λευτέρη. Ξεχασέ το. Όπως έστρωσες, θα κοιμηθείς. Κι εσύ, κι όλοι αυτοί οι κερατάδες που νομίζουν ότι ο κόσμος όλος είναι δικός τους. Και ψάξε να βρεις γρήγορα αυτό το κάτι μέσα σου για να κρατηθείς γιατί δεν έχουμε χρόνο για χάσιμο».
Χα! Ο Ιερέας νόμιζε ότι είχα χάσει το νεύρο μου, αλλά δεν ήταν καθόλου έτσι. Τα ένστικτά μου ήταν πάντα εκεί και περίμεναν ν’ αποτρελαθούν στην ώρα τους.
«Δεν το έχασα, μην ανησυχείς», τον καθησύχασα. «Το ξέρεις καλά ότι θα είμαι έτοιμος».
«Δε λέω για την τρέλα που ξυπνάει στις φλέβες σου, μικρέ», είπε εκείνος σαν να κρυφάκουγε τόση ώρα το μυαλό μου, «αλλά γι’ αυτή που κοιμάται χρόνια τώρα. Όταν η Σερήνη σ’ έστειλε κοντά μου το έκανε για να μάθεις ότι στον κόσμο αυτόν είμαστε αυτό που κάνουμε. Ούτε αυτό που φοβόμαστε, ούτε αυτό που ελπίζουμε. Έκανες αυτό που έκανες γιατί είσαι αυτό που είσαι. Είδες κάτι αδύναμο και το προστάτεψες».
«Ναι. Κι ακόμα σπάω το κεφάλι μου να δω αν μπορούσα να το κάνω με κάποιον άλλο τρόπο. Να μη βάλω σε κίνδυνο τόσους ανθρώπους. Να μη…»
«Αυτό το αδύναμο που είδες, Λευτέρη, είναι εδώ», μ’ έκοψε ο Κάιν και ακούμπησε τη γροθιά του στο στήθος μου. «Μέσα σου. Δεν είναι εκεί έξω. Και δεν είναι κακό που το φοβάσαι. Γι’ αυτό θα παλέψουμε σήμερα. Για να μην αφήσουμε κανέναν ν’ απλώσει χέρι πάνω του».
Τον κοίταζα χωρίς να τον βλέπω. Ο Ιερέας είχε πάντα το χάρισμα να βλέπει εκείνα τα πράγματα που κρύβεις μέσα σου και φοβάσαι να τ’ αγγίξεις γιατί πονάνε και ματώνουν εύκολα. Κι είχε τον τρόπο του να σε σπρώχνει στα όριά σου. Να σε φτάνει ένα βήμα πριν απ’ τον γκρεμό. Να σου ανοίγει τα μάτια. Για ν’ αντικρίσεις το σκοτάδι.
Και μετά να φεύγει.
Άκουσα τα βήματά του στα σκαλιά.
«Τον πιτσιρικά τον άφησα για σένα», είπε.
«Κάιν», φώναξα, κι εκείνος σταμάτησε δίπλα στην πόρτα χωρίς να γυρίσει. «Είχες ποτέ κάτι αδύναμο μέσα σου;»
«Ναι», είπε. «Είχα».
«Και τι έκανες;»
Γύρισε προς το μέρος μου. Το πρόσωπό του ήταν βουτηγμένο στο σκοτάδι.
«Το σκότωσα», άκουσα τη φωνή του να ψιθυρίζει. «Πήρα μια πέτρα και του άνοιξα το κεφάλι στα δυο».

***

Ο Τάσος ξύπνησε απότομα από ένα σκούντημα στον ώμο. Άνοιξε τα μάτια του. Μια γνώριμη σκιά στο σκοτάδι. Το χέρι του έψαξε δίπλα του το Χνώτο. Το κορίτσι έλειπε. Έριξε μια γρήγορη ματιά σε όλη την αίθουσα. Δεν υπήρχε ψυχή.
«Τι έγινε; Που πήγαν όλοι;» ρώτησε, και σηκώθηκε ζαλισμένος ακόμα.
«Το πράγμα στράβωσε πιο γρήγορα απ’ ότι το υπολόγισα», του απάντησε ο Λευτέρης. «Έλα, σε χρειαζόμαστε κάτω. Πάρε τα πράγματά σου. Γρήγορα».
Δεν πρόλαβε να ρωτήσει τίποτα περισσότερο. Η σκιά μπροστά του γλίστρησε αθόρυβα προς την πόρτα. Πήρε το σακίδιό του στο χέρι και την ακολούθησε τρίβοντας τα μάτια και τον λαιμό του που είχε πιαστεί.
Τα βαρέλια με τα αναμμένα κάρβουνα έλειπαν και οι διάδρομοι ήταν βουτηγμένοι στο σκοτάδι. Το νερό έξω είχε ανοίξει άγριο καυγά με τη λάσπη. Έφτασαν στις φαρδιές σκάλες που οδηγούσαν στον πάνω όροφο κι ο Λευτέρης άνοιξε ένα μικρό ξύλινο πορτάκι στη βάση της σκάλας. Έβγαλε έναν φακό και του έκανε νόημα να τον ακολουθήσει. Εφτά-οχτώ σκαλοπάτια και η σκάλα έστριβε για να καταλήξει σ’ έναν μακρύ διάδρομο γεμάτο ανθρώπους που περίμεναν φορτωμένοι μπόγους και πλαστικές σακούλες.
Βαριά μυρουδιά από μούχλα κι ιδρώτα.
Κάποιος από το πλήθος ούρλιαξε. Ακολούθησε ένας μικρός πανικός και φωνές.
«Βάλτου ένα κουρέλι στο στόμα να το βουλώσει ο ηλίθιος. Δε μας φτάνουν όλα αυτά που τραβάμε…», ακούστηκε κάποιος να λέει.
«Ναι, άντε μπράβο. Και σφίξτε το σχοινί γύρω του, να μη μας κάνει καμιά ζημιά», συμφώνησε μια βραχνή φωνή.
Δεν πέρασε πολύ ώρα και τα πράγματα ηρέμησαν κάπως. Απόμεινε μόνο ο θόρυβος από τα βήματά τους που σέρνονταν στο σκοτάδι.
Ο Τάσος βρήκε την ευκαιρία να ξαναρωτήσει.
«Θα μου πεις τι γίνεται εδώ;»
«Δεν έχουμε χρόνο», γύρισε και του είπε ο Λευτέρης. «Από στιγμή σε στιγμή περιμένουμε επίθεση. Σε χρειάζομαι εδώ κάτω για να τους οδηγήσεις στους υπονόμους. Είναι ότι πιο ασφαλές για την ώρα. Από σένα θέλω να αμπαρώνεις πίσω σου όσες πόρτες μπορείς και να τους πας όσο πιο μακριά γίνεται».
«Επίθεση; Μα τότε θα πρέπει να είμαι πάνω μαζί σας κι όχι εδώ κάτω. Εκεί με χρειάζεστε περισσότερο. Τι να κάνω εδώ κάτω;».
Ο Λευτέρης τον κοίταξε ίσια στα μάτια.
«Κι αν περάσουν από μας;» του ψιθύρισε. «Ποιος περιμένεις να προστατεύσει όλους αυτούς του κακομοίρηδες τότε;»
Ο Τάσος πήρε μια βαθιά ανάσα. Γύρισε και κοίταξε το διάδρομο που είχε κιόλας ερημώσει.
«Έλα τώρα μαζί μου να κλειδώσεις το πορτάκι», του φώναξε ο Λευτέρης που ήδη ανέβαινε δυο-δυο τα σκαλιά.
Τον ακολούθησε το ίδιο γρήγορα. Στην κορυφή της σκάλας ο Λευτέρης τον περίμενε πίσω από την πόρτα.
«Πάρε και το φακό», του είπε. «Θα σου χρειαστεί».
«Κι όλα αυτά επειδή έφερα τον Αντώνη εδώ, ε;» ρώτησε.
«Όχι. Όλα αυτά, γιατί ο Ιερέας δε μασάει τσαμπουκάδες από κανέναν».
«Στ’ αλήθεια πιστεύεις ότι μπορώ να τους προστατεύσω;» ξαναρώτησε ο Τάσος την ώρα που έκλεινε η πόρτα.
Ο Λευτέρης έσκυψε και τον κοίταξε από τη χαραμάδα που έκλεινε σιγά-σιγά.
«Ξέρω ότι θα προσπαθήσεις. Κι αυτό μου φτάνει για την ώρα».
Κατεβαίνοντας βρήκε το Χνωτο να τον περιμένει με τα χέρια τεντωμένα. Έσκυψε, φύσηξε απαλά στις χούφτες της και την αγκάλιασε.
«Δεν έχουμε ώρα για τέτοια, παιδάκι», άκουσε τη Γριά που πλησίαζε. «Έλα γρήγορα, οι άλλοι προχώρησαν ήδη αρκετά. Κι εσύ μικρή, μαζί μου. Τώρα!»
Προχώρησαν βιαστικά στον διάδρομο. Ο Τάσος τις ακολούθησε, έστριψε δεξιά, κατέβηκε τρία χωματένια σκαλιά κι έφτασε μπροστά σε μια μισάνοιχτη σκουριασμένη πόρτα. Πίσω της διέκρινε μια σιδερένια σκάλα που κατέβαινε ακόμα πιο κάτω. Προσπάθησε να την κλείσει. Η πόρτα έβρισκε στο πέτρινο έδαφος. Την σήκωσε λίγο προς τα πάνω και την έσπρωξε. Έβαλε όλη τη δύναμή του. Η βαριά μυρουδιά της υγρασίας και της δυσοσμίας του έφερε ζάλη. Ξαναπροσπάθησε. Η πόρτα έκλεισε τελικά με δυσκολία γδέρνοντας την πέτρα.
Ακούμπησε την πλάτη του πάνω της για να πάρει μια ανάσα και να συνεχίσει.
Τότε ήταν που ακούστηκε ο ήχος της έκρηξης και το Χνώτο άρχισε να ουρλιάζει.

Δευτέρα, Ιούλιος 24, 2006 

ΣΚΥΛΙΑ ΣΤΗ ΒΡΟΧΗ (ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΤΡΙΑ)

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΤΡΙΑ

Η Σερήνη στεκόταν για πολύ ώρα ακίνητη δίπλα στο τζάκι που σιγόκαιγε. Είχε σβήσει όλα τα κεριά στο δωμάτιο και η αδύναμη λάμψη από τα λιγοστά κούτσουρα πηγαινοερχόταν σαν απαλό κύμα για να αγγίξει τις πτυχές από το κυπαρισσί φόρεμά της. Η μάγισσα στεκόταν ακίνητη, αλλά η γυναίκα μέσα της ταξίδευε ολοένα και πιο βαθιά, ολοένα και πιο μακριά στο χρόνο, που μέσα της δεν είχε πάψει ποτέ να είναι ένας ολοζώντανος κόσμος. Ένας κόσμος που της έδινε χαρά και πόνο. Την ίδια στιγμή.
Δε μετάνιωνε για τίποτα απ’ όσα είχε κάνει. Μπορεί να πονούσε αλλά είχε μάθει πια να σφίγγει τα δόντια της για να μην ουρλιάξει. Μπορεί να δάκρυζε αλλά ήξερε καλά ότι είχε κάνει αυτό που έπρεπε. Όσο κι αν είχε αγαπήσει τον Ντρούμνα, όσο κι αν το κορμί της ήθελε να κουρνιάσει στην αγκαλιά του, όλα έπρεπε να γίνουν όπως έγιναν.
Έπρεπε να τον εγκαταλείψει για να γεννήσει το γιό τους. Έπρεπε να εξαφανιστεί χωρίς εξηγήσεις, χωρίς να του πει τίποτα γι’ αυτό που μεγάλωνε μέσα της.
Το αίμα είναι επικίνδυνο πράγμα για πλάσματα σαν κι εσένα, αγάπη μου, του ψιθύριζε μέσα στα όνειρά της. Κι οι εχθροί σου μπορούν να το μυριστούν. Και τότε…
Εκείνος δεν απαντούσε. Δεν ήξερε σε ποιον κόσμο κρυβόταν. Δεν ήξερε καν ότι είχε γιο. Το μόνο που ήξερε, ήταν ότι αυτή η στρίγγλα είχε παίξει μαζί του, είχε παίξει με την ψυχή του και την είχε πετάξει σαν κουρέλι φεύγοντας.
Μήπως όμως και στο γιο της είχε φερθεί καλύτερα; Τον είχε αφήσει να πιστεύει ότι τον βρήκε πεταμένο στις Παλιές Γειτονιές και τον μεγάλωσε από λύπη. Του είχε δώσει την αγκαλιά μιας ξένης, κρύβοντας μέσα της την αγκαλιά της μάνας. Του είχε δώσει ένα βαθύ σκοτάδι αντί για την οικογένεια που πάλευε να βρει.
Έπρεπε όμως.
Αν του έλεγε την αλήθεια... Αν του έλεγε έστω κι ένα μικρό κομμάτι από την αλήθεια, το ήξερε ότι ο Λευτέρης θα τη μισούσε για όλα αυτά τα ψέματα που του αράδιαζε όλα αυτά τα χρόνια. Κι ύστερα θα κινούσε γη και ουρανό για να βρει τον πατέρα του. Και στο τέλος θα τα κατάφερνε. Το αίμα μιλάει, κι αν ο γιος του Ντρούμνα μάθαινε να το ακούει τότε θα έβρισκε κάποτε το δρόμο για την Άλλη Πλευρά. Κι εκεί τα οράματά της ήταν βουτηγμένα στο αίμα.
Όχι, αυτό δε θα γινόταν ποτέ!
-Μάνα είμαι και ξέρω. Εγώ σε γέννησα, νεαρέ μου!
-Δε με γέννησες. Με μεγάλωσες.
-Ο λόγος το λέει.
«Όχι, αγόρι μου», ήθελε να του φωνάξει. «Όχι! Δεν το λέει ο λόγος. Είσαι δικός μου, δικός μου, δικός μου…»
Τα μάτια της είχαν νοτίσει αλλά δεν είχε ώρα για τέτοια. Πήρε μια βαθιά ανάσα και τα σκούπισε. Σήκωσε το κεφάλι της κι απόμεινε ακίνητη με τα μάτια κλειστά.
«Πλησιάζουν», σκέφτηκε. «Κι όποιοι κι αν είναι, δεν είναι πλάσματα αυτού του κόσμου…»
Κάτι μέσα της πετάρισε από φόβο αλλά πολύ γρήγορα το πρόσωπό της μεταμορφώθηκε σε μια σκληρή, πέτρινη μάσκα.
«Δεν πειράζει όμως», αποτελείωσε τη σκέψη της. «Ούτε κι εγώ είμαι».

***

«Πεινάω», γρύλλισε ο Ληφ ακολουθώντας τον αδερφό του που περπατούσε μπροστά του τσαλαβουτώντας στις λάσπες. «Κι αυτή η καταραμένη βροχή μου σπάει τα νεύρα. Αυτός ο κόσμος ολόκληρος μου σπάει τα νεύρα!».
Περπατούσαν σκυμμένοι για να προστατευτούν από την επίμονη ψιχάλα που ολοένα δυνάμωνε. Οι τεράστιες μαύρες σκιές τους γλιστρούσαν με σιγουριά πάνω στους υγρούς δρόμους, τους γκρεμισμένους τοίχους και τους σαπισμένους ξύλινους φράχτες.
«Δεν είναι πείνα, Ληφ», του απάντησε ο Γκρίμπο μετά από λίγη ώρα χωρίς να γυρίσει. «Αυτό που νοιώθεις και σου ταράζει το στομάχι είναι όλες αυτές οι μαγικές παγίδες και τα ξόρκια που δυναμώνουν όσο πλησιάζουμε. Αν ήσουν λίγο συγκεντρωμένος θα τα έβλεπες και μόνος σου».
Ο Ληφ πήρε μια βαθιά ανάσα από παγωμένο αέρα.
«Πφφφ», έκανε τελικά. «Ξόρκια κι αηδίες… Γυναικεία καμώματα. Παιχνιδάκι θα ‘ναι, να μου το θυμηθείς. Κι όσο για το μπασταρδάκι της, θα του ξεριζώσω την καρδιά και θα τη στείλω πεσκέσι στον μπαμπάκα του. Θα τον γονατίσουμε τον Ντρούμνα αυτή τη φορά».
Ο Γκρίμπο σταμάτησε ξαφνικά, γύρισε και κοίταξε τον αδερφό του στα μάτια και του ψιθύρισε αργά-αργά.
«Μια χαρακιά στο λαρύγγι φτάνει και περισσεύει, Ληφ. Πόσες φορές θα στο πω; Εκείνο που χρειαζόμαστε είναι το αίμα του για να γυρίσουμε πίσω. Όσο για τον Ντρούμνα, μην είσαι τόσο σίγουρος. Αυτό μας έφαγε την άλλη φορά και κοίτα που καταντήσαμε!».
Συνέχισε να περπατάει βιαστικά και να μουρμουρίζει κουνώντας το κεφάλι του. Ο Ληφ έμεινε για λίγο ακίνητος μέσα στη βροχή και μετά έτρεξε να τον προλάβει.
«Το ξέρω. Το ξέρω αυτό, Γκρίμπο», άρχισε να του λέει λαχανιασμένος. «Αλλά εσύ είσαι που είπες ότι μ’ αυτό το αίμα θα αλλάξουμε τις ισορροπίες. Το θυμάμαι καλά ότι το είπες, Γκρίμπο. Θα έχουμε το πάνω χέρι. Αυτό είπες».
«Ναι», του είπε εκείνος γυρίζοντας ελαφρά το κεφάλι προς το μέρος του. «Αλλά μέχρι να γίνει αυτό, θα κάνεις ότι σου λέω εγώ. Θυμάσαι όταν μυρίσαμε το αίμα του Ντρούμνα που κυλάει στις φλέβες του μικρού; Έπρεπε να φερθούμε έξυπνα όταν μάθαμε ότι ψάχνει τους γονείς του σαν τρελός. Δεν ήταν δύσκολο να τον παγιδεύσουμε τότε που δεν μας είχε μυριστεί ακόμα. Αλλά όχι, εσύ ήθελες να τον κυνηγήσουμε αμέσως. Αχ, αυτή η βιασύνη σου, Ληφ, αυτή η βιασύνη σου!»
«Μαζί το αποφασίσαμε, Γκρίμπο. Κι εσύ είχες λυσσάξει τότε…»
«Ν-ναι, ν-ναι. Τ-το ξ-ξέρω», φώναξε νευριασμένος ο αδερφός του. Μετά ανάσανε βαθιά κλείνοντας τα μάτια του για να ξαναβρεί την ψυχραιμία του. «Δε θα κάνουμε όμως άλλα λάθη. Θα πιάσουμε τη μάνα του και θα τον περιμένουμε να πέσει στην αγκαλιά μας. Κατάλαβες;»
Ο άλλος συμφώνησε μ’ έναν γρυλλισμό και τον ακολούθησε με σκυμμένο το κεφάλι.
Η βροχή δυνάμωνε.

**

Ήταν ένα ζεϊμπέκικο βαρύ, αλήτικο.
Λίγο η κακή ηχομόνωση, λίγο η ανοιχτή πόρτα στον προθάλαμο του μαγαζιού, και το τραγούδι έφτανε δυνατό μέχρι έξω κάνοντας τα τζάμια των αυτοκινήτων να τρίζουν. Ο Στρατηγός είχε γονατίσει μέσα στις λάσπες. Είχε ανοίξει τα χέρια του σα φτερά. Το πρόσωπό του ήταν στραμμένο ψηλά, στον ουρανό. Τα μάτια του κλειστά. Το στόμα του έτρεμε.
Δε χόρευε. Ούτε που άκουγε το τραγούδι. Όλες του οι αισθήσεις είχαν συρρικνωθεί σ’ ένα σημείο στο πίσω μέρος του κεφαλιού του. Εκεί που ακουμπούσε η κάνη από το σαρανταπεντάρι του Κυριάκου.
«Αυτά είν’ όλα;» του ψιθύρισε ο Κυριάκος στο αυτί χωρίς να κουνήσει το όπλο.
«Ναι… ναι. Στο Σχολείο… στις Παλιές Γειτονιές… κάτι ετοιμάζεται… εκεί», ψέλλισε ο γέρος μέσα σ’ αναφιλητά. «Δεν ξέρω τίποτ’ άλλο. Στ’ ορκίζομαι».
Ο Κυριάκος σήκωσε τον κόκορα του όπλου.
Κλικ.
«Και πιστεύεις ότι όλα αυτά αξίζουν το πεντακοσάρικο που έχεις στην τσέπη σου;» ξαναρώτησε ο Κυριάκος βαριανασαίνοντας.
Το στόμα του γέρου ανοιγόκλεισε βουβά. Η βροχή έπεφτε αδιάφορη στο πρόσωπό του που έμοιαζε με κάτασπρο σάβανο.
Ο Κυριάκος έκλεισε τα μάτια του κι ακούμπησε το κεφάλι του στο κρόταφο του Στρατηγού.
«Η μητέρα μου, μου λέει ότι το πρώτο γουρουνάκι είχε χτίσει το σπίτι του από λάσπη κι άχυρα. Μμμ, λάσπη κι άχυρα. Αξιολύπητο, ε; Από την άλλη όμως, τόσο ταιριαστό για ένα γουρούνι. Εσύ πως το ‘χτισες το σπιτάκι σου γέρο μου;».
Αντί για απάντηση, ακούστηκε η εκνευριστική σειρήνα ενός περιπολικού.

Δευτέρα, Ιούλιος 10, 2006 

ΣΚΥΛΙΑ ΣΤΗ ΒΡΟΧΗ (ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΩΔΕΚΑ)

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΩΔΕΚΑ

Μπήκε στο δωμάτιο χωρίς να χτυπήσει την πόρτα. Έκανε τρία βήματα και στάθηκε στην άκρη του κρεβατιού με τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος. Τρεις βρώμικες κηλίδες στο αφράτο χαλί. Ο πατέρας του καθόταν σε μια καρέκλα δίπλα στο ξύλινο τραπέζι. Πάνω στο τραπέζι σκόρπιες εφημερίδες, ένα τηλέφωνο, ένας δίσκος με μια μισογεμάτη κανάτα χυμό πορτοκάλι. Δυο ποτήρια.
Έριξε μια γρήγορη ματιά στο δωμάτιο. Δίπλα στο ανθοδοχείο με τα λουλούδια στο τραπεζάκι του κρεβατιού ένα πιατάκι μ’ ένα κόκκινο χάπι κι ένα χαμηλό ποτήρι νερό. Μια λευκή χαρτοπετσέτα πάνω στο ποτήρι. Το μεγάλο παράθυρο αντανακλούσε σαν καθρέφτης το δωμάτιο. Λίγο πιο σκοτεινό.
Οι βαριές κουρτίνες τραβηγμένες. Η αριστερή κολλημένη στον τοίχο και δεμένη μ’ ένα χοντρό κορδόνι. Η δεξιά, αυτή που κουνιόταν πάντα σε κάθε επίσκεψή του, τραβηγμένη χαλαρά στο πλάι.
Άκουσε τη μητέρα του που δεν είχε σταματήσει να του μιλάει εδώ και πολύ ώρα.
Γιαγιά, γιατί έχεις τόσο μεγάλο στόμα;
Για να σε φάω καλύτερα
Ο πατέρας του σήκωσε το κεφάλι αργά προς το μέρος του. Χαμογέλασε και κούνησε το κεφάλι του σαν να επιβεβαίωνε θριαμβευτικά κάποιες κρυφές σκέψεις του.
«Χα! Δεν άντεξες τελικά ούτε μια μέρα. Μόλις σου βάζουν λίγο τις φωνές και σε διώχνουν, πας και γλύφεις καλά-καλά τις πληγές σου. Αυτό τουλάχιστον το έμαθες καλά. Κι ύστερα ξαναγυρνάς. Πάντα γυρνάς αργά ή γρήγορα… με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο».
«Έτσι νομίζεις;» Η φωνή του ήταν χαμηλή και τα μάτια του κλειστά.
«Όποιος θέλει να εξαφανιστεί, δεν κάνει τόσο θόρυβο… για να τον βρουν. Περνάει το κατώφλι και γίνεται αόρατος. Χε, πάντα θα γυρνάς εδώ, Κυριάκο, γιατί κατά βάθος πάντα εδώ ήσουν. Δε θα ήξερες τι να κάνεις χωρίς εμένα, κακομοίρη μου».
Έβγαλε από την τσέπη της ρόμπας του έναν χοντρό σφραγισμένο φάκελο. Τον ακούμπησε στο τραπέζι και τον χάιδεψε απαλά με τα δάχτυλά του.
«Μάλλον χρειάζεσαι ορισμένα χρήματα μέχρι ν’ αποφασίσεις με τι… θ’ ασχοληθείς στη συνέχεια. Το δημοσιογραφιλίκι το έκαψες με τις ανοησίες και τα παιδιαρίσματα. Είμαι περίεργος να δω το επόμενο λάθος σου μέχρι να συνειδητοποιήσεις τι είναι αυτό που πραγματικά θέλεις».
Ο Κυριάκος τράβηξε ξαφνικά το σαρανταπεντάρι και πυροβόλησε τρεις φορές στην κουρτίνα δεξιά του. Ακούστηκε μια πνιχτή κραυγή κι ο ψηλός, ξερακιανός άντρας που βρισκόταν από πίσω έπεσε νεκρός παρασύροντας μαζί του τη βαριά κουρτίνα. Το κουρτινόξυλο έσπασε με θόρυβο από το βάρος του κι έμεινε να κρέμεται μπροστά στο παράθυρο.
Ο Κυριάκος γύρισε το όπλο προς τον πατέρα του που κουνούσε το κεφάλι του πέρα δώθε. Ο τρόμος, η έκπληξη κι η απορία είχαν γίνει ένα άμορφο κουβάρι από βαθιές ρυτίδες στο γέρικο πρόσωπό του.
Έπιασε το όπλο σταθερά με τα δυο του χέρια.
«Θέλω να μείνω μόνος, πατέρα».
Το δάχτυλό του πάτησε τη σκανδάλη.
Έφυγε αφήνοντας την πόρτα ορθάνοιχτη. Πόρτες άρχισαν να ανοιγοκλείνουν γύρω του. Τα βήματά του αντηχούσαν πάνω στο ξύλινο πάτωμα και στο μυαλό του η φωνή της μητέρας του αποτελείωνε το παραμύθι.
…ο κυνηγός, πυροβόλησε το λύκο και τον σκότωσε με την πρώτη. Μετά πήρε ένα μεγάλο, κοφτερό μαχαίρι και έσκισε την κοιλιά του μέχρι το λαιμό. Έβγαλε την κοκκινοσκουφίτσα και τη γιαγιά της από μέσα και το τομάρι του το πέταξε μέσα σ’ ένα βαθύ πηγάδι στον κήπο. Κι έζησαν αυτοί καλά, κι εμείς καλύτερα.
Μια γυναίκα άρχισε να ουρλιάζει πίσω από την πλάτη του.

***

Η βροχή είχε αρχίσει να πέφτει, απαλή και αθόρυβη, όταν το μικρό στρατιωτικό τζιπ μπήκε στην αυλή του Σχολείου και σταμάτησε δέκα περίπου μέτρα από την πόρτα του, εκεί που οργίαζαν τ’ αγριόχορτα και οι πυκνοί θάμνοι. Σταμάτησε με τη μηχανή και τα φώτα του ανοιχτά.
Ένα βραχνό κορνάρισμα.
Κι άλλο ένα.
Ο οδηγός του βγήκε αφήνοντας την πόρτα πίσω του ορθάνοιχτη, έκανε δυο βήματα και σταμάτησε. Ψηλός και γεροδεμένος στη κοψιά, φορούσε ένα αδιάβροχο, ανοιχτό τζάκετ κι ένα μαύρο φανελάκι από κάτω. Μια χοντρή χρυσή αλυσίδα άστραφτε στο λαιμό του και στο μέτωπό του είχε δεμένο ένα πολύχρωμο πανί. Στάθηκε με τα χέρια στη μέση του και κοίταξε ένα γύρω στο σκοτάδι. Πίσω του, μέσα στο τζιπ, δυο πιτσιρικάδες που δεν έμοιαζαν να είναι πάνω από είκοσι χρονών. Ό ένας, αυτός στη θέση του συνοδηγού, είχε απλωμένο το χέρι του στο τιμόνι κι ανεβοκατέβαζε νευρικά τον κόκορα απ’ το μικροσκοπικό τριανταοχτάρι που κρατούσε. Ο άλλος, στο πίσω κάθισμα, φαινόταν λίγο μεγαλύτερος, έγερνε λίγο μπροστά κι ακουμπούσε το πηγούνι πάνω στα χέρια του που έσφιγγαν την κάνη ενός ΑΚ-47. Ο αντίχειρας του δεξιού του χεριού χάιδευε το σκόπευτρο του όπλου.
«Ιερέα!», φώναξε ανυπόμονα ο ψηλός καρφώνοντας τα μάτια του στην κλειστή πόρτα που δεν έλεγε ν’ ανοίξει. «Δε μ’ αρέσει να περιμένω, γέρο».
Άκουσε στ’ αριστερά του θόρυβο από βήματα πάνω στις λάσπες κι έφερε το δεξί του χέρι στο πιστόλι που είχε περασμένο στο παντελόνι του. Τα δυο παιδιά στο τζιπ ταράχτηκαν, αλλά εκείνος άπλωσε την αριστερή του παλάμη προς το μέρος τους χωρίς να γυρίσει, και τους καθησύχασε. Το άλλο χέρι έμεινε κολλημένο στη ζώνη του.
«Τι θέλεις;»
Η σκοτεινή φιγούρα του Ιερέα με το μακρύ αδιάβροχο σταμάτησε τέσσερα-πέντε μέτρα μπροστά του.
«Ξέρεις τι θέλω. Ο Κόκκινος μ’ έστειλε να το πάρω».
«Αυτό να το ξεχάσει. Κέρδη και ζημίες, πες του. Ξέρει αυτός».
Ο άλλος κούνησε το κεφάλι του και χαμογέλασε.
«Το ξέρει, γέρο. Έλα που δεν του αρέσει όμως! Όταν χάνει τα λεφτά του ταράζεται. Κάτι τον πιάνει. Τα θέλει πίσω, αλλιώς αγριεύει. Ο μικρός είχε τη διορία του αλλά δεν έφερε τα λεφτά που υποσχέθηκε. Μ’ έστειλε λοιπόν να τον μαζέψω».
«Μμμ», μούγκρισε ο Ιερέας. «Δύσκολο ακούγεται».
«Απλό είναι. Ακόμα κι ένας ηλίθιος θα το καταλάβαινε».
«Μια άλλη φορά, πες του. Μεταβολή τώρα και μάζεψε σαν καλό παιδάκι αυτό το σαράβαλο από την αυλή μου».
«Ακόμα δεν το ’πιασες, παππούλη;» φώναξε ο άλλος. «Είπα ότι ήρθα για να μαζέψω αυτόν τον λεχρίτη και θα το κάνω. Είτε το γουστάρεις είτε όχι».
Τράβηξε ξαφνικά το πιστόλι από τη μέση του, αλλά δεν πρόλαβε ν’ απλώσει το χέρι για να σημαδέψει. Ο Ιερέας σήκωσε το δεξί του χέρι αστραπιαία. Κρατούσε ένα μαστίγιο και το τίναξε μπροστά. Ακούστηκε ένα σφύριγμα στον αέρα και το μαστίγιο τυλίχτηκε στο χέρι που κρατούσε το πιστόλι. Ύστερα το τράβηξε με δύναμη κι ο ψηλός έχασε την ισορροπία του κι έπεσε φαρδύς πλατύς με τα μούτρα μέσα στις λάσπες και τ’ αγριόχορτα.
Ο τύπος στο πίσω κάθισμα που είχε ήδη ακουμπήσει το Καλάσνικωφ στο παράθυρο πολύ πριν ο ψηλός αποφασίσει να τραβήξει πιστόλι, έγειρε μπροστά κι ετοιμάστηκε να πυροβολήσει. Δεν πρόλαβε. Μια πέτρα που εκτοξεύθηκε μέσα από το σκοτάδι τον χτύπησε στο μέτωπο και τινάχτηκε πίσω ουρλιάζοντας από πόνο.
Ο πιτσιρίκος στη θέση του συνοδηγού τα ‘χασε για μια στιγμή, αλλά συνήλθε πολύ γρήγορα. Έπιασε το πιστόλι με τα δυο του χέρια κι έγειρε λίγο δεξιά για ν’ ακουμπήσει στο παρμπρίζ. Την στιγμή που τέντωνε τα χέρια του για να σημαδέψει, ένα χέρι τον τράβηξε δυνατά απ’ τα μαλλιά και του χτύπησε το κεφάλι με δύναμη πάνω στη πόρτα. Έβγαλε μια κραυγή και το πιστόλι έπεσε απ’ τα χέρια του. Ένα δεύτερο χέρι έπιασε απ’ τα μαλλιά και τον τύπο με το ματωμένο πρόσωπο που δεν είχε σταματήσει να ουρλιάζει και να βρίζει, και τον κράτησε καθηλωμένο στο κάθισμα.
«Ήσυχα τώρα!» ακούστηκε η φωνή του Λευτέρη πίσω τους.
Ο Ιερέας βρισκόταν ήδη πάνω στον ξαπλωμένο άντρα που έφτυνε τις λάσπες απ’ το στόμα του. Το αριστερό του γόνατο πίεζε τον άντρα στην πλάτη, το δεξί του πόδι, απλωμένο, πατούσε το δεξί καρπό που έσφιγγε ακόμα το πιστόλι. Τον έπιασε απ’ τα μαλλιά και του σήκωσε το κεφάλι.
«Άνοιξε τώρα το χέρι σου σαν καλό παιδί που είσαι».
Ο άλλος πήγε να κουνηθεί κι ο Ιερέας πίεσε περισσότερο το γόνατό του και του τράβηξε το κεφάλι προς τα πίσω.
«Κι εγώ αγριεύω καμιά φορά, φιλαράκο!» έσκυψε και του φώναξε στ’ αυτί. «Κάντο!»
«Εντάξει, εντάξει», ψιθύρισε ο ψηλός και το χέρι του χαλάρωσε και πέταξε το πιστόλι δίπλα.
Μια μαύρη σκιά σηκώθηκε μέσα απ’ τα χόρτα, πλησίασε και μάζεψε το πιστόλι. Ήταν ένα αγόρι δεκατεσσάρων πάνω κάτω χρονών. Στο λαιμό του κρεμόταν μια ξύλινη σφεντόνα. Κοίταξε τον Ιερέα και περίμενε.
«Μάζεψε και τ’ αλλά», του είπε εκείνος κοφτά, και το αγόρι σηκώθηκε κι έτρεξε στο τζιπ.
Ο Ιερέας έσκυψε κι άρχισε να ξετυλίγει σιγά-σιγά το μαστίγιο από τον καρπό του ψηλού.
«Και τώρα μια μικρή επανάληψη για να τα εμπεδώσεις», του ψιθύρισε, και συνέχισε αργά και καθαρά. «Πρώτα θα βγάλεις το σκασμό, κι ύστερα θα πάρεις το σαραβαλάκι και θα εξαφανιστείτε από εδώ. Να μη σε ξαναδώ, εκτός κι αν θέλεις να εξομολογηθείς. Κατάλαβες;»
Εκείνος ανοιγόκλεισε τα μάτια του. Ο Ιερέας έσκυψε κοντά του.
«Αυτή τη φορά σε συγχωρώ γιατί δεν ήξερες. Την άλλη φορά όμως να είσαι έτοιμος γιατί θα περάσεις το κατώφλι της κόλασης!»
Τον τράβηξε απ’ τα μαλλιά και τον σήκωσε όρθιο. Μόνο τότε ο ψηλός αντίκρισε και τις υπόλοιπες σκιές που στεκόταν σε απόσταση.
«Α!» έκανε ο Ιερέας. «Να σου γνωρίσω και τους καβαλάρηδες της Αποκάλυψης. Για σένα θα είναι πάντα σκιές… έτοιμες να σε περάσουν απέναντι. Γι’ αυτό να προσέχεις τα νώτα σου!»
Τον τράβηξε, τον οδήγησε στο τζιπ και τον έβαλε μέσα. Εκείνος πάτησε γκάζι κι εξαφανίστηκε μες τη βροχή χωρίς να κοιτάξει πίσω.

Σάββατο, Ιούνιος 24, 2006 

ΣΚΥΛΙΑ ΣΤΗ ΒΡΟΧΗ (ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΝΤΕΚΑ)

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΝΤΕΚΑ

«Και μη θαρρείς ότι αν δεν υπήρχε ο Ιερέας κι αυτό το μαντρί θα μπορούσαμε να επιβιώσουμε εκεί έξω, παιδάκι. Χα, ένα τσούρμο φρικιά είμαστε γι’ αυτούς εκεί και κανένας κόσμος δε μας χωράει εμάς. Αυτά τα ντουβάρια είναι τ’ οξυγόνο που μας κρατάει στη ζωή, το σπιτικό μας κι ο κόσμος ολάκερος, παιδάκι».
«Δε με λένε Παιδάκι», απάντησε κουρασμένα ο Τάσος κι αμέσως το μετάνιωσε μόλις συνειδητοποίησε ότι αυτό ήταν το μόνο πράγμα που επαναλάμβανε εδώ και μισή ώρα.
Η γυναίκα χαχάνισε κι έσκυψε πάνω από τον Αντώνη που ήταν ξαπλωμένος πάνω σε μια στοίβα χαρτόνια, φασκιωμένος σε μια χοντρή μάλλινη κουβέρτα. Πήρε το πανί από το μέτωπό του και το έβαλε σε μια σακούλα δίπλα της. Έβγαλε ένα άλλο, καθαρό, το έβρεξε μέσα σ’ ένα κουβαδάκι γεμάτο νερό και ξύδι, το έστυψε και το άπλωσε στο μέτωπό του. Το ξύδι μύριζε αφόρητα, σκέπαζε όμως όλες τις υπόλοιπες μυρουδιές στη μεγάλη σκοτεινή αίθουσα.
«Νομίζεις πως έχεις όνομα, παιδάκι; Στ’ αλήθεια νομίζεις ότι έχεις κάτι που να είναι δικό σου; Χα…»
Η γυναίκα σταύρωσε τα πόδια της και βολεύτηκε με την πλάτη στον τοίχο δίπλα στο ξαπλωμένο παιδί που ψέλλιζε. Με το αριστερό της χέρι χάιδευε τα μαλλιά του Αντώνη. Κάτι σαν να έλεγε, αλλά στ’ αυτιά του Τάσου έφτανε μόνο ένας μπερδεμένος ψίθυρος. Την κοίταξε.
Το λιγοστό φως έμπαινε στην αίθουσα από τα δυο μεγάλα παράθυρα που έβλεπαν σε μια μικρή εσωτερική αυλή. Η γυναίκα έμοιαζε περισσότερο με σκιά μέσα στις σκιές. Μικροκαμωμένη κι αδύνατη, το πρόσωπό της γεμάτο πανάδες και γρατζουνιές και τα μαλλιά στο κεφάλι της αραιά κι αδύναμα σαν ιστοί αράχνης. Τους είχε αναλάβει από την πρώτη στιγμή που μπήκαν στο Σχολείο, τους είχε οδηγήσε σ’ αυτή την αίθουσα και είχε καθαρίσει ένα χώρο δίπλα σε μια παλιά μαντεμένια σόμπα για να βολευτούν. Από τότε ήταν συνέχεια κοντά τους.
Ο Τάσος λαγοκοιμόταν πού και πού αλλά οι σκόρπιες φωνές και οι κραυγές που ηχούσαν στο διάδρομο τον ξυπνούσαν συνέχεια. Άνθρωποι πήγαιναν κι έρχονταν από την μια αίθουσα στην άλλη. Άλλοι παραμιλούσαν μόνοι τους, άλλοι μαζεύονταν σε μικρές ομάδες και ψιθύριζαν μεταξύ τους κι άλλοι έπεφταν στη γωνιά τους και κρυβόταν κάτω από τις κουβέρτες τους. Κανείς δεν έδινε σημασία στις άγριες φωνές που ακούγονταν• οι περισσότεροι τρόμαζαν περισσότερο από τους κεραυνούς και τις αστραπές που έσκιζαν τον ουρανό.
Στην μοναδική φορά που προσπάθησε να εξερευνήσει το Σχολείο, ανακάλυψε ότι υπήρχαν εφτά μεγάλες αίθουσες που συνδέονταν μεταξύ τους με ανοίγματα στους τοίχους και τα παράθυρά τους έβλεπαν σε μια μικρή εσωτερική αυλή με μια μεγάλη βελανιδιά στο κέντρο της. Έξω από τις αίθουσες υπήρχε ένας τεράστιος τετράγωνος διάδρομος με καρφωμένα παράθυρα χωρίς τζάμια, και βαρέλια εδώ κι εκεί όπου σιγοέκαιγαν φωτιές. Αναγνώρισε πολλές φάτσες γύρω του αλλά δεν προσπάθησε να πιάσει κουβέντα με κανέναν.
«Μη δίνεις σημασία στη Γριά. Μπορεί ώρες-ώρες να είναι στον κόσμο της, αλλά είναι καλή ψυχή».
Βραχνή φωνή, ήρεμη και σιγανή, σαν ν’ ανέβαινε από βαθύ πηγάδι. Ο Τάσος γύρισε ξαφνιασμένος στ’ αριστερά του και κοίταξε χαμηλά. Δυο κατάμαυρα μάτια τον κοιτούσαν πίσω από μια κουβέρτα δίπλα του. Ήταν ο ψηλός, ξερακιανός γέρος με την άγρια, βρώμικη γενειάδα που είχε φτάσει πριν από δυο περίπου ώρες και είχε πέσει ξερός στο στρώμα δίπλα του.
«Βολευτήκατε; Είστε καλά;» ρώτησε ο γέρος και πήρε να σηκώνεται.
Ο Τάσος έσφιξε τα χείλη του και κοίταξε δίπλα τον Αντώνη που ψηνόταν ακόμα στον πυρετό. Σήκωσε τους ώμους του.
«Ξέρω ‘γω; Τι λες κι εσύ; Καλά είμαστε;» είπε τελικά.
«Χα, ναι, είναι κι αυτό», είπε ο γέρος και πέταξε την κουβέρτα από πάνω του. «Έφαγε της χρονιάς του ο μικρός, ε; Τον πότισε κι η βροχή… Αυτό είναι το χειρότερο. Οι πνευμονίες θερίζουν στις Παλιές Γειτονιές. Μην ανησυχείς όμως. Η Γριά θα το παλέψει».
«Δεν έχει όνομα η γριά;» τον ρώτησε νευρικά ο Τάσος κι έσφιξε το μπουφάν στο κορμί του.
«Τι σου λέω τόση ώρα… Το όνομά της. Γριά τη φωνάζουμε όλοι εδώ πέρα. Το κανονικό της το ‘χει ξεχάσει κι η ίδια, χρόνια τώρα». Πήρε ένα μπουκάλι νερό, έριξε λίγο στη χούφτα του κι έτριψε το πρόσωπό του.
Η γυναίκα δίπλα τους γρύλισε, σκέπασε τον Αντώνη, άλλαξε το πανί στο μέτωπό του και σηκώθηκε. Πήρε ένα κομμάτι ξύλο δίπλα από τη σόμπα, το έριξε μέσα και ξανακάθισε.
«Κι εσένα;» ρώτησε ξαφνικά ο Τάσος.
«Κάιν», απάντησε εκείνος που είχε σηκωθεί πια και δίπλωνε την κουβέρτα στα χέρια του.
Ο Τάσος τον κοίταξε γεμάτος έκπληξη κι ο γέρος έκανε μια γκριμάτσα σηκώνοντας τους ώμους του.
«Δεν το διάλεξα εγώ. Μου το έδωσαν κι από τότε το κουβαλάω. Ούτε εμένα μ’ αρέσει. Έλα, έλα τώρα να τους αφήσουμε να ησυχάσουν λίγο».
Κατευθύνθηκε στο ένα από τα δυο μεγάλα παράθυρα με την κουβέρτα τυλιγμένη στον ώμο του. Ο Τάσος τον ακολούθησε κι ακούμπησε στο παράθυρο δίπλα του. Κοίταξε έξω. Η βροχή είχε σταματήσει και νύχτωνε σιγά-σιγά. Τα φύλλα της βελανιδιάς λαμποκοπούσαν από την υγρασία.
Μια κραυγή ακούστηκε ξανά κι έμεινε για ώρα πολλή να σέρνεται στον εξωτερικό διάδρομο. Ο Τάσος ρίγησε.
«Τι είναι αυτές οι κραυγές που ακούγονται;» ρώτησε σηκώνοντας το κεφάλι. Ο γέρος του έριχνε τουλάχιστον ένα κεφάλι σε ύψος.
«Είναι απ’ τα υπόγεια», είπε ο Κάιν ρίχνοντας τη ματιά του στο πάτωμα. «Αν νομίζεις ότι ο φίλος σου είναι δύσκολη περίπτωση, μάλλον κάνεις λάθος. Εδώ μέσα τουλάχιστον».
«Δεν… είναι φίλος μου».
Ο Κάιν κοίταξε για λίγο σιωπηλά έξω στην αυλή.
«Καλό και αυτό. Οι περισσότεροι θα ρωτούσαν για τους… από κάτω. Θα ρωτούσαν, θα μάθαιναν και μετά θα τους ξεχνούσαν. Εσένα σε τρώνε άλλα σκουλήκια, μάλλον».
«Δε με τρώει τίποτα. Απλώς… ξεκαθαρίζω τα πράγματα».
«Μμμ, ναι, τα ξεκαθάρισες μάλλον».
Κάθισαν κι οι δυο σιωπηλοί, ν’ ακουμπάν στο ξύλινο περβάζι. Οι σκιές έξω βάθαιναν ολοένα και σκέπαζαν τον κόσμο.
«Σ’ αρέσουν τα λιοντάρια;» τον ρώτησε ξαφνικά ο Κάιν που δεν περίμενε απάντηση για να συνεχίσει. «Είχα δει κάποτε. Σ’ ένα τσίρκο. Πίσω από κάτι χοντρά κάγκελα. Ο τύπος χτυπούσε το μαστίγιό του στο χώμα κι εκείνα πηδούσαν μέσα από πύρινα στεφάνια, σηκωνόταν στα δυο τους πόδια, έκαναν χειραψίες…»
«Και;»
«Μπορούσαν να τον κομματιάσουν ανά πάσα στιγμή, να τον ξεσκίσουν μπροστά στα μάτια μας. Κρατούσαμε όλοι την αναπνοή μας και κοιτάζαμε έκπληκτοι, έντρομοι. Μπορεί και να το περιμέναμε να συμβεί».
«Τι έγινε τελικά;»
«Τελείωσαν το νούμερό τους ήσυχα-ήσυχα κι έφυγαν. Μετά ήρθαν οι κλόουν και ξεραθήκαμε στο γέλιο. Αλλά καμιά φορά σκέφτομαι τι χρειάζεται κανείς για να υποτάξει θηρία σαν κι αυτά. Τα χοντρά κάγκελα, το μαστίγιο ή το χέρι που τα ταΐζει;»
«Σου πέρασε από το μυαλό σου μήπως, ότι είναι και τα τρία αυτά μαζί; Έτσι έμαθαν. Η συνήθεια είναι πανίσχυρο πράγμα».
«Χα», πετάχτηκε ξαφνικά ο Κάιν. «Όχι, όχι, δεν το σκέφτηκα. Το σκέφτηκες όμως εσύ».
Εκείνη τη στιγμή, ο Τάσος ένοιωσε ένα ελαφρό χτύπημα στο πόδι και γύρισε ξαφνιασμένος. Μπροστά του στεκόταν ένα τόσο δα μικρό κοριτσάκι που τον κοιτούσε σοβαρά-σοβαρά ίσια στα μάτια. Κοντά σπαστά μαλλιά που μόλις και ακουμπούσαν στον ώμο του, μεγάλα αμυγδαλωτά μάτια κι ένα σχεδόν άσπρο φορεματάκι μέχρι το γόνατο.
Το κορίτσι ένωσε τα χέρια της σε μια μικρή χουφτίτσα και τα σήκωσε προς τον Τάσο. Εκείνος γύρισε και ρώτησε απορημένα τον Κάιν.
«Τι… τι να κάνω; Τι θέλει;»
«Πρώτα απ’ όλα να πας κοντά της. Δεν είναι κι εύκολο να σε κοιτάζει από εκεί κάτω για τόση ώρα. Θα πιαστεί ο λαιμός της».
Ο Τάσος έσκυψε μουδιασμένα κι ακούμπησε το δεξί του γόνατο στο πάτωμα. Σήκωσε το χέρι του από ένστικτο και κράτησε τη χουφτίτσα της μικρής στην παλάμη του. Εκείνη συνέχισε να τον κοιτάζει αμίλητη και σοβαρή. Δίπλα του ο Κάιν γλίστρησε και κάθισε στο πάτωμα με την πλάτη ακουμπισμένη στον τοίχο.
«Τη βρήκαμε πριν από ένα χρόνο να τριγυρνάει μόνη στις Παλιές Γειτονιές. Κανένας δεν ξέρει από πού ήρθε. Και κανένας δε φάνηκε ακόμα για να την αναζητήσει. Δε μου φαίνεται και τόσο περίεργο, αλλά… Από τότε ζει εδώ, μαζί μας. Είναι το γούρι μας».
«Φαίνεται τόσο… σοβαρή. Θλιμμένη σχεδόν».
«Α, είναι πολύ δύσκολη περίπτωση. Και δεν ανοίγεται σε όποιον κι όποιον. Σε συμπάθησε μάλλον. Στην αρχή όλοι μας εδώ αναρωτιόμασταν γιατί απλώνει έτσι τα χέρια της. Δε μιλάει βλέπεις, δεν μπορεί να μας το πει. Η Γριά το κατάλαβε όμως. Η γριά όλα τα καταλαβαίνει».
Ο Τάσος έσκυψε ξαφνικά και φύσηξε απαλά μέσα στη χουφτίτσα της μικρής. Πρώτα πήραν να χαμογελούν τα ματάκια της, ύστερα το χαμόγελο γλίστρησε και ξεκλείδωσε τα σφιγμένα χείλη και το πρόσωπό της φωτίστηκε σαν ήλιος. Έδωσε μια κι έπεσε με ορμή στην αγκαλιά του Τάσου που έχασε την ισορροπία του και κόλλησε στον τοίχο πίσω του.
Ο Κάιν κούνησε αργά το κεφάλι του.
«Ναι. Αυτό ακριβώς ήθελε. Λίγη ζεστασιά μόνο. Χμ! Απλό, ε;».
Μετά σηκώθηκε, πήρε την κουβέρτα του κι άρχισε να τη διπλώνει κοιτάζοντας κάτω το μικρό κορίτσι που είχε βολευτεί ευτυχισμένο και ήρεμο στο στήθος του Τάσου. Εκείνος σηκώθηκε με προσοχή από φόβο μην την ενοχλήσει.
«Δε πας να κοιμηθείς λίγο τώρα;» του ψιθύρισε ο Κάιν που ήταν έτοιμος να φύγει. «Φαίνεσαι κουρασμένος. Τράβα, τα λέμε αύριο».
«Πως τη λένε;» ρώτησε ο Τάσος κοιτάζοντας τη μικρούλα που τον έσφιγγε.
«Ποιος ξέρει; Εμείς εδώ την φωνάζουμε Χνώτο. Για να θυμόμαστε».
Ο Τάσος κάτι πήγε να του πει αλλά δεν πρόλαβε. Ο Κάιν είχε χαθεί ήδη μέσα στις σκιές και το μόνο που ακουγόταν ήταν τα βήματά του στον διάδρομο.
Γυρίζοντας βρήκε τη Γριά να τον περιμένει όρθια δίπλα στον Αντώνη που κοιμόταν ήρεμα.
«Σε βρήκε, ε;» είπε πλησιάζοντας και έσκυψε για να φιλήσει το κορίτσι που της χαμογελούσε πονηρά. «Αααχ, αχ εσύ, σουσουράδα».
«Έλα, έλα παιδάκι, να ξαπλώσετε λίγο γιατί η νύχτα είναι μεγάλη σήμερα. Ετοίμασα το κρεβάτι. Άντε, άντε».
Αφού βολεύτηκαν, η Γριά πήγε κι έριξε άλλο ένα ξύλο στη σόμπα και κάθισε δίπλα τους.
«Εσύ; Πού θα κοιμηθείς;»
«Δουλειά σου και δουλειά μου, παιδάκι».
«Κι αν θελήσει ο Κάιν να έρθει για ύπνο; Πού θα κοιμηθεί;»
«Χα, μη σε νοιάζει γι’ αυτόν. Ο Ιερέας κοιμάται όπου βρει».
Ο Ιερέας!
Αυτός ήταν λοιπόν ο Ιερέας; Γύρισε και κοίταξε έκπληκτος τον άδειο, μισοσκότεινο διάδρομο στον απέναντι τοίχο. Μια κραυγή ακούστηκε ξαφνικά και τάραξε την ησυχία του Σχολείου.
Α, το γέρο-μπάσταρδο, σκέφτηκε.
«Και να μην το ξεχάσω», άκουσε δίπλα του τη Γριά που έβγαλε κάτω από τα σκεπάσματα μια φωτογραφία. «Αυτή είναι δικιά σου, ε; Τη βρήκα όταν έστρωνα».
Η φωτογραφία της μάνας του. Ένα κυματάκι πήγε να φουσκώσει στα μάτια του αλλά κρατήθηκε. Έσφιξε μόνο λίγο παραπάνω το Χνώτο που είχε ήδη αποκοιμηθεί στον ώμο του. Γύρισε και κοίταξε τη Γριά.
«Εσύ δεν είπες ότι δεν έχουμε τίποτα δικό μας;»
«Όχι, παιδάκι. Δεν το είπα. Σε ρώτησα μόνο…»
Αποκοιμήθηκε τελικά με το Χνώτο σκαρφαλωμένο στο στήθος του και το χέρι της Γριάς να του χαϊδεύει τα μαλλιά.
Και χαμογελούσε.

Τρίτη, Ιούνιος 06, 2006 

ΣΚΥΛΙΑ ΣΤΗ ΒΡΟΧΗ (ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑ)

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑ

Το σπίτι ήταν ένα παλιό, μοναχικό αρχοντικό καρφωμένο στην άκρη της Παλιάς Πόλης. Έμοιαζε να έχει βγει από κάποιο βαθύ όνειρο, φτιαγμένο όπως ήταν από βαρύ ξύλο και γκρίζο μάρμαρο, ένα από κείνα τα όνειρα που καμία φορά νομίζεις ότι θα κρατήσει για πάντα. Τίποτα όπως δεν κρατάει για πάντα.
Η μεγάλη σκάλα, η άνετη βεράντα και τα τεράστια παράθυρα είχαν παραδοθεί στ’ άγρια χόρτα και τον πυκνό κισσό που αγκάλιαζε ολόκληρο το σπίτι. Τα μαύρα σύννεφα έτρεχαν κοπαδιαστά κατά τη δύση κι οι μακρινές αστραπές φώτιζαν που και που το δάσος πέρα απ’ το λιβάδι. Ακολούθησα το μονοπάτι στ’ αριστερά μου και βρέθηκα στην πίσω πλευρά του σπιτιού. Κατέβηκα αθόρυβα τα σκαλιά που οδηγούσαν στο υπόγειο, παραμέρισα τη βαριά κρεμασμένη κουρελού και βρέθηκα σ’ ένα σκοτεινό δώμα. Απέναντί μου ένα άνοιγμα στον τοίχο κι από κει ο στενός διάδρομος. Στο τέρμα του, ένα φωτεινό περίγραμμα που κατέληγε σε κρόσσια. Άλλη μια κουρελού.
Έριξα μια κλεφτή ματιά στο μικρό δωμάτιο.
Η μάγισσά μου!
Η Σερήνη ήταν σκυμμένη πάνω από μια μεγάλη κατσαρόλα που κρεμόταν στο τζάκι κι ανακάτευε αργά-αργά τη σούπα της με μια ξύλινη κουτάλα. Φορούσε ένα λουλουδάτο φακιόλι στο κεφάλι και τα σγουρά μαλλιά της έπεφταν πλούσια και πυκνά στους ώμους της. Εδώ κι εκεί στο δωμάτιο είχε ανάψει πέντε-έξι κεριά.
«Τον θυμήθηκες το δρόμο;» είπε, χωρίς να γυρίσει το κεφάλι της.
Μπήκα μέσα και στάθηκα μπροστά στο τραπέζι. Πήρα μια βαθιά ανάσα.
Δεν πρόλαβα να μιλήσω.
«Τι έγινε πάλι; Τι έπαθες;»
«Τι θα πει τι έπαθα; Σε πεθύμησα και ήρθα να σε δω. Κακό είν’ αυτό;»
«Ναι!» συνέχισε εκείνη χωρίς να σταματήσει τη δουλειά της. «Περίεργο που με θυμάσαι κάθε φορά που τα βρίσκεις μπαστούνια».
«Ποιος σου είπε τέτοιο πράγμα, μωρέ; Μια χαρά είμαι».
Έβγαλε την κουτάλα της, δοκίμασε λίγο και την ξαναέβαλε μέσα.
«Καμιά φορά, την ώρα που ανακατεύω τις σούπες μου βλέπω… πράγματα. Το ξέρεις αυτό. Άλλες φορές πάλι, βλέπω μόνο τις σούπες μου».
Σήκωσε την κουτάλα και ξαναδοκίμασε.
«Αχά!» μουρμούρισε. «Να τι λείπει! Μια πρέζα ψιλοκομμένος άνηθος. Και να δεις που τον είδα κάπου εδώ γύρω». Άρχισε να ψάχνει μέσα σ’ ένα μεγάλο ψάθινο πανέρι δίπλα στο τζάκι, και όταν τον βρήκε, πήρε ένα μικρό μαχαίρι κι άρχισε να τον κόβει πάνω απ’ την χύτρα. Ανακάτεψε για λίγο ακόμα τη σούπα της, σηκώθηκε και γύρισε προς το μέρος μου.
«Έλα να τη βγάλεις απ’ τη φωτιά μια που είσαι εδώ».
Έπιασα με δυο πετσέτες το σίδερο απ’ όπου κρεμόταν η χύτρα και την ακούμπησα δίπλα στο τζάκι, πάνω σ’ έναν κομμένο κορμό δέντρου. Όταν σηκώθηκα, είδα τα μάτια της καρφωμένα στα δικά μου.
«Αδυνάτησες. Δεν τρως καθόλου εκεί έξω;», είπε επικριτικά.
«Κι εσύ πάχυνες», της το ανταπέδωσε ακαριαία.
Κούνησε αργά το κεφάλι της σφίγγοντας τα χείλη της. Μ’ έκανε πέρα, έσκυψε πήρε ένα τσίγκινο καπάκι και το ακούμπησε πάνω στη χύτρα.
«Ε, βέβαια. Με τέτοια μυαλά που να βρεις γυναίκα!» είπε σκυμμένη ακόμα.
Το ήξερα καλά το έργο κι έβγαλα το σκασμό. Γύρισα και κάθισα στο τραπέζι και χαμήλωσα τα μάτια. Μια παλιά, ξεφτισμένη τράπουλα, μια γυάλινη σφαίρα, ένα σακουλάκι γεμάτο κόκαλα…
Τα σύνεργα της δουλειάς.
Πήρα την τράπουλα στα χέρια μου κι άρχισα να την ανακατεύω αφηρημένα. Η Σερήνη σηκώθηκε, σκούπισε τα χέρια της στην ποδιά της και κάθισε απέναντί μου. Με κοίταξε και περίμενε αμίλητη. Αυτό ήταν το χειρότερό μου. Μύρισα διακριτικά το χώρο γύρω μου. Τζίφος, ως συνήθως. Θέλω να πω, πάντα μπορώ να νοιώσω τους ανθρώπους που έχω απέναντί μου. Συνήθως αρπάζω κάτι στον αέρα γύρω τους, κάτι στη μυρουδιά τους, στις ανεπαίσθητες κινήσεις τους, δεν ξέρω ακριβώς. Η Σερήνη όμως ήταν πάντα ένας ανυπέρβλητος τοίχος μπροστά μου. Ένα άγραφο χαρτί. Tabula rasa. Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου ήταν ο μοναδικός άνθρωπος στον κόσμο που μ’ έκανε να αισθάνομαι φυσιολογικός, συνηθισμένος. Κι αυτό δεν ήταν πάντα για καλό.
«Ωραία μυρίζει η σούπα σου», είπα τελικά.
Εκείνη ακούμπησε τους αγκώνες της στο τραπέζι και έσκυψε προς το μέρος μου.
«Αν θέλεις να μου πεις κάτι, μίλα καθαρά κι άσε τα κόλπα σου. Ποτέ δε σου άρεσαν οι σούπες μου».
«Τώρα, υπερβάλλεις, Σερήνη».
«Μάνα είμαι και ξέρω. Εγώ σε γέννησα, νεαρέ μου!».
«Δε με γέννησες. Με μεγάλωσες».
«Ο λόγος το λέει».
Χαμήλωσε τα μάτια της και άρχισε να συμμαζεύει τα πράγματά της πάνω στο τραπέζι. Πήρε και την τράπουλα απ’ τα χέρια μου. Τα έβαλε όλα σε μια πετσέτα και άρχισε να τη δένει με κοφτές, νευρικές κινήσεις.
«Γιατί δεν πας ποτέ στη θυρίδα;» πέρασα στην αντεπίθεση. «Το ξέρεις ότι εκεί μπορείς πάντα να βρίσκεις κάτι για τις ανάγκες σου. Δεν υπάρχει λόγος πια να βγαίνεις στους δρόμους και να λες τη μοίρα στον καθένα που θα βρεθεί μπροστά σου».
«Αυτό μ’ αρέσει να κάνω», είπε εκείνη ψυχρά σφίγγοντας τον τελευταίο κόμπο στη πετσέτα μπροστά της. «Εγώ ψάχνω τα μελλούμενά τους, εσύ σκαλίζεις το παρελθόν τους. Ο δικός μου ο ‘καθένας’ θέλει να μάθει, ο δικός σου θέλει να ξεχάσει, να τ’ αφήσει όλα θαμμένα στο σκοτάδι τους».
«Όχι αυτός που πληρώνει».
Σήκωσε ξαφνικά το κεφάλι της. Ήταν έτοιμη να εκραγεί. Δε χρειαζόταν ιδιαίτερες ικανότητες για να το δω αυτό.
«Τι σ’ έπιασε και τους έστειλες στο Σχολείο, μου λες;» ξέσπασε τελικά. «Δεν είσαι απ’ αυτούς που μπλέκονται σε τέτοιες ιστορίες, εσύ. Τι σ’ έπιασε κι ανακατεύτηκες;»
Αυτό ήταν λοιπόν!
Γι’ αυτό είχε αυτά τα μούτρα τόση ώρα.
Η Σερήνη σηκώθηκε κι ακούμπησε το δισάκι της πάνω σε κάτι διπλωμένες κουβέρτες πάνω στο ξύλινο μπαούλο της. Γύρισε και με κοίταξε. Ήταν πιο ήρεμη τώρα.
«Έχει βουίξει ο τόπος απ’ το μεσημέρι μ’ αυτή την τρέλα σου. Όλοι κρύφτηκαν στις τρύπες τους γιατί κατάλαβαν που πάει το πράγμα. Νομίζεις ότι ο Κόκκινος θα τ’ αφήσει έτσι αυτό; Έβαλες σε κίνδυνο όλους αυτούς τους κακομοίρηδες εκεί στο Σχολείο».
Ο Κόκκινος ήταν το αφεντικό της συμμορίας που διακινούσε σκόνες, χάπια και σιδερικά στις Παλιές Γειτονιές. Πολλοί έλεγαν ότι είχε γερές άκρες κάπου εκεί έξω, στον πολιτισμό, και κανείς δεν μπορούσε να τον κουνήσει απ’ τη θέση του. Εγώ το ήξερα ότι ήταν έτσι. Είχα ψάξει κι είχα μάθει τα πάντα γι’ αυτόν. Δεν ήταν για δουλειά που σκάλισα και τα έμαθα. Για το κέφι μου το έκανα. Το χούι μου βλέπετε.
Ο Κόκκινος.
Ο άνθρωπος με το φουλάρι.
«Μην ανησυχείς. Ο Ιερέας μπορεί να τα βγάλει πέρα με δαύτον. Άλλωστε κι εγώ δεν σκοπεύω να τον αφήσω μόνο».
«Α! Ωραία», είπε εκείνη, κι η φωνή της πήρε να σβήνει σιγά-σιγά. «Ο Ιερέας κι εσύ. Τώρα ησύχασα».
Σηκώθηκα και πλησίασα την πόρτα. Τράβηξα την κουρελού με τα κρόσσια κι έκανα να φύγω. Γύρισα και την κοίταξα. Είχε βάλει τα δυο της χέρια στη μέση της κι έσφιγγε τα χείλη.
«Αυτά τα παιδιά», είπα. «Αυτά που έστειλα στο Σχολείο. Όταν έφτασαν στις Παλιές Γειτονιές, έψαξα κι έμαθα. Έμαθα ότι ‘σπίτι’ δεν είναι αυτά τα ντουβάρια που μας προστατεύουν απ’ το κρύο και τις βροχές. Ήταν άστεγοι πολύ πριν φτάσουν εδώ, Σερήνη. Και μόνοι. Ολομόναχοι».
Πέρασα την πόρτα κι άφησα την κουρελού να πέσει πίσω μου. Ακούμπησα στον τοίχο του μισοσκότεινου διαδρόμου. Εκείνη δεν είπε τίποτα.
«Και κάτι ακόμα», φώναξα για να μ’ ακούσει. «Είναι δυο τύποι που με ψάχνουν εκεί έξω. Οι αδερφοί Νασταζέ, αν τους έχεις ακουστά. Δεν ξέρω γιατί… ακόμα. Το ένα το σπίτι μου το βρήκαν εύκολα. Μπορεί να ψάξουν και να βρουν και τ’ άλλο. Μπορεί να φτάσουν και μέχρι εδώ. Να προσέχεις».
Δεν την άκουσα να πλησιάζει. Είδα τη σκιά της να γλιστράει πάνω στα κρόσσια που κουνιόνταν ακόμα πέρα δώθε.
«Μη φοβάσαι», την άκουσα να μου λέει σχεδόν ψιθυριστά. «Αυτό το δωμάτιο είναι πολύ μακριά από τον κόσμο εκεί έξω. Κανείς δε φτάνει εδώ αν δεν το θέλω εγώ, αγόρι μου».
Η μάγισσά μου!

Κυριακή, Μάϊος 28, 2006 

ΣΚΥΛΙΑ ΣΤΗ ΒΡΟΧΗ (ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΝΝΙΑ)

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΝΝΙΑ

«Να πάρει…»
Κλώτσησε οργισμένος την πέτρα που βρέθηκε μπροστά του. Στάθηκε ακίνητος και την είδε να καρφώνεται με δύναμη σε μια θημωνιά στην άκρη του χωματόδρομου. Το φως ήταν λιγοστό και το δρομάκι έμοιαζε ψεύτικο κάτω από το αδύναμο κιτρινωπό φως. Ανοιγόκλεισε νευρικά τα μάτια του. Μέτρησε δέκα λάμπες στο δρόμο, οι έξι σπασμένες και οι υπόλοιπες έμοιαζαν έτοιμες να σβήσουν το τελευταίο τους κεράκι. Έσφιξε το πανωφόρι πάνω στο κορμί του με τα μάτια κολλημένα στο θάμνο ίσια μπροστά. Σήκωσε το γιακά του. Έβαλε τα χέρια στις τσέπες. Στη δεξιά τσέπη, ένα χαρτονόμισμα και μια χούφτα κέρματα. Άρχισε να μετράει αργά-αργά τα κέρματα καθώς τα άφηνε να γλιστρούν από τα δάχτυλά του.
Τα μέτρησε μια φορά.
Τα ξαναμέτρησε.
Πήρε μια βαθιά ανάσα και προχώρησε μέχρι το αυτοκίνητό του. Μπήκε μέσα, ακούμπησε τα δυο του χέρια στο τιμόνι κι αφουγκράστηκε τις σταγόνες που έπεφταν που και που στη λαμαρίνα πάνω από το κεφάλι του. Έκλεισε τα μάτια. Το πράγμα δεν είχε πάει όπως το είχε φανταστεί. Κι όμως, τα είχε κάνει όλα σωστά. Σταθερή φωνή, πλατύ χαμόγελο, και μια προσφορά που κανείς δεν θα σκεφτόταν ν’ αρνηθεί. Τα είχε κάνει όλα σωστά. Περίπου, συμπλήρωσε τον εαυτό του μ’ έναν ψίθυρο.
«Αλλιώς τα οργανώνεις στο μυαλό σου», σκέφτηκε, «αλλιώς τα βλέπεις στα χαρτιά, κι αλλιώς σου βγαίνουν όταν φτάνει η ώρα να τα εφαρμόσεις. Το χάος καραδοκεί παντού, φτάνει μια πεταλούδα να τινάξει τα φτερά της κάπου στον Αμαζόνιο κι όλα ανακατεύονται και γίνονται κουβάρι».
Έπρεπε όμως να το περιμένει. Έπρεπε να είχε φροντίσει τα νώτα του. Αντί να κάνει το παιχνίδι του και να μάθει αυτά που ήθελε, είχε απορυθμιστεί από ένα απίθανο τσούρμο του πεζοδρομίου. Έναν κλαψιάρη κοιλαρά που ίδρωνε μπροστά σε μια στοίβα χαρτιά. Έναν παγωμένο κι αδιάφορο μετρ που δεν του έπαιρνες κουβέντα, αλλά γαύγιζε συνέχεια διαταγές στους σερβιτόρους που έτρεχαν πάνω-κάτω σαν αφιονισμένα μελίσσια. Έναν κακομούτσουνο κι αμίλητο μπάρμαν που του πέταξε έναν κατάλογο μπροστά του κι ύστερα εξαφανίστηκε κάτω από τον πάγκο. Έναν γέρο-θυρωρό που η φάτσα του έμοιαζε μ’ εκείνες τις ξεβαμμένες φωτογραφίες που βλέπει κανείς πάνω στους τάφους…
Θυμόταν ότι ο γέρος του μίλησε για τις Παλιές Γειτονιές, θυμόταν ότι του επιβεβαίωσε την περιγραφή που ήδη είχε, και του είπε για την άγρια φωτιά στα μάτια του ζώου, θυμόταν ότι του έδωσε ένα χαρτονόμισμα, πεντακοσάρικο –είχε βάλει το χέρι σε λάθος τσέπη ο ηλίθιος, αλλά όταν το κατάλαβε ήταν αργά, διάολε! Θυμόταν ακόμα εκείνο το πλατύ συγκαταβατικό χαμόγελο του γέρου που έμοιαζε ν’ ακουμπάει στ’ αυτιά του.
Τεράστια αυτιά, ίδια με του πατέρα του.
Η φωνή της μητέρας του ήχησε ξαφνικά στο κεφάλι του.
Μετά από τόσο καιρό!
«Άκου», του ψιθύρισε. «Τα παραμύθια μιλάνε για τη ζωή. Το νεράκι τους έρχεται από πολύ βαθιά και πρέπει να το ρουφάμε σαν σφουγγάρια. Κάθε σταγόνα τους είναι πολύτιμη. Θυμάσαι;»

«Γιατί έχεις μεγάλα αυτιά γιαγιά;»
«Για ν’ ακούω καλύτερα».

Η φωνή της έσβησε. Ο αέρας πάγωσε. Οι σταγόνες της βροχής κυλούσαν αργά στο μεγάλο τζάμι μπροστά του.
Μια ξαφνική σκέψη, σαν τις αστραπές που ένωναν με μια χαρακιά τον ουρανό με τη γη, πέρα μακριά.
Ο γέρος, μάλιστα! Τα είχε κάνει όλα σωστά. Σταθερή φωνή, πλατύ χαμόγελο και μια προσφορά που δεν είχε την δύναμη ν’ αρνηθεί.
Το κεφάλι του πονούσε ξανά, σαν κάποιος να έσερνε ένα κλαδί από πεύκο μέσα του. Ένοιωθε όλες εκείνες τις μικροσκοπικές βελόνες να του ξύνουν το μυαλό. Του μάτωναν τις σκέψεις. Του θόλωναν τα μάτια.
Έγειρε δεξιά κι έβγαλε ένα χάρτινο κουτί από το ντουλαπάκι του αυτοκινήτου. Το έκανε κομμάτια για να βγάλει το πλαστικό μπουκάλι από μέσα. Το άνοιξε. Το έβαλε στο στόμα.
Τίποτα δεν έγινε.
Τράβηξε το σφουγγαράκι για να ελευθερώσει το στόμιο.
Γαμώτο, γιατί βάζουν αυτά τα ηλίθια σφουγγαράκια εκεί μέσα;
Έριξε τελικά πέντε-έξι χάπια στη παλάμη του. Τα κατάπιε αχόρταγα. Άπλωσε το χέρι του πίσω από τη θέση του συνοδηγού κι άρχισε να ψάχνει. Βρήκε ένα πλαστικό μπουκάλι νερό.
Ήπιε.
Ήπιε.
Ήπιε.
Και περίμενε.
Βαθιές ανάσες. Το κεφάλι του ακίνητο, κολλημένο πίσω στο κάθισμα, τα μάτια του καρφωμένα στο μεγάλο υγρό κρύσταλλο που παραμόρφωνε τον κόσμο.
Μια μαύρη σκιά πέρασε το δρόμο. Ένας μεγάλος μαύρος σκύλος που στάθηκε μια στιγμή, κοίταξε προς το μέρος του και μετά χάθηκε με μια δρασκελιά στο σκοτάδι.
Ο πόνος και η παραζάλη στο μυαλό του πήραν να μερεύουν μετά από λίγη ώρα. Υποχωρούσαν λες και κάποιο αόρατο χέρι να έστηνε ξανά τον κόσμο μπροστά στα μάτια του, κομμάτι-κομμάτι. Συμπαγή, σταθερό, τακτοποιημένο.
Σκούπισε το μέτωπό του. Ήταν μουσκεμένο απ’ τον ιδρώτα. Άνοιξε το παράθυρο. Παγωμένος, καθαρός αέρας. Τον ένοιωσε, τον μύρισε…
Έβαλε μπροστά το αυτοκίνητο και το άφησε να κυλίσει για λίγο πάνω στις λάσπες. Έσκυψε κι έκλεισε το ντουλαπάκι που έχασκε ακόμα ανοιχτό. Μετά έβγαλε κι ακούμπησε το σαρανταπεντάρι του στη θέση του συνοδηγού. Το κοίταξε για λίγο με ύφος απολογητικό. Κάτι πήγε να πει αλλά το μετάνιωσε.
Ένα αμάξι πέρασε δίπλα του κορνάροντας δυνατά. Ίσιωσε το τιμόνι, έσπρωξε ένα cd στη μαύρη σχισμή, έψαξε για λίγο και βρήκε το τραγούδι που ήθελε.
Sundowner των Walkabouts.
Η ένταση στη διαπασών.
Με τις πρώτες νότες του βιολιού, πάτησε τέρμα το γκάζι και χάθηκε μέσα στη νύχτα.

Παρασκευή, Μάϊος 19, 2006 

ΣΚΥΛΙΑ ΣΤΗ ΒΡΟΧΗ (ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΟΚΤΩ)

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΟΚΤΩ

«Αυτό που θέλουμε είναι να κάνουμε ένα αφιέρωμα στη νυχτερινή ζωή της πόλης, προτείνοντας κάποιες μουσικές σκηνές, εστιατόρια, καφέ μπαρ και άλλα νυχτερινά μαγαζιά. Μας ενδιαφέρουν οι κλασικοί, αλλά και οι εναλλακτικοί τρόποι διασκέδασης που μπορεί να επιλέξει κάποιος. Γι’ αυτό σκέφτηκα το μαγαζί σας. Μιλάμε φυσικά για τετρασέλιδο άρθρο στο ένθετο της εφημερίδας με έμφαση στο φωτογραφικό υλικό και την έγκυρη πληροφόρηση».
Πήρε μια βαθιά ανάσα και χαμογέλασε στον ηλικιωμένο άντρα απέναντί του, που τον άκουγε τόση ώρα χαϊδεύοντας το παχύ μουστάκι του. Η πρώτη αντίδρασή του ήταν να γείρει προς τα πίσω για να βολευτεί στη πλάτη της καρέκλας του. Μετά, έβαλε το χέρι του στη τσέπη του γιλέκου του, έβγαλε ένα τσιγάρο και το άναψε. Ανοιγόκλεισε δυο τρεις φορές τα μάτια κι έμεινε για λίγες στιγμές σιωπηλός πριν μιλήσει.
«Και είπες ότι δεν έχει σχέση με διαφημιστικά κόλπα και όλα εκείνα τα τσαλιμάκια που κάνετε για να βάλουμε το χέρι στη τσέπη, ε; Δεν πληρώνω μία, για όλο αυτό το παραμύθι».
«Απολύτως τίποτα, κύριε Νίνο. Θα βγάλουμε κάποιες φωτογραφίες, θα μου δώσετε μερικές πληροφορίες, κι ούτε γάτα, ούτε ζημιά».
«Έχεις φωτογράφο απ’ έξω;»
Ο Κυριάκος τα έχασε για μια στιγμή.
«Ε; Όχι, όχι», βιάστηκε να πει. «Δε χρειάζεται σ’ αυτή τη φάση. Μπορεί να έρθει όμως όποια στιγμή σας βολεύει για να τραβήξει τις φωτογραφίες που θα χρειαστούμε».
Έβγαλε γρήγορα-γρήγορα ένα μπλόκ από την μέσα τσέπη της καμπαρντίνας του για να κρύψει την ταραχή του, το άνοιξε και το ακούμπησε στο τραπέζι μπροστά του.
«Λοιπόν, για ν’ αρχίσουμε…»
« Α, όχι, δεν κατάλαβες», τον έκοψε ο Νίνο. «Μην περιμένεις από μένα να στα πω. Δεν έχω μυαλό για τέτοια εγώ. Τα βλέπεις αυτά;»
Σήκωσε ένα μάτσο χαρτιά που είχε μπροστά του και συνέχισε χωρίς να περιμένει απάντηση.
«Λογαριασμοί. Απλήρωτοι και φωνακλάδες σαν διάολοι. Και φορτώνονται όλοι στην καμπούρα μου μέχρι να βγάλουν το σκασμό. Πήγαινε καλύτερα και ρώτα ότι χρειάζεσαι στα παιδιά που δουλεύουν μέσα. Αλλά κοίτα μην την κάνεις αρμένικη τη βίζιτα γιατί έχουν και δουλειές όλοι αυτοί και σε καμιά ωρίτσα ανοίγει το μαγαζί. Άντε, άντε πήγαινε τώρα».
Ο Κυριάκος σηκώθηκε μουδιασμένα και του έδωσε το χέρι. Πήρε το σημειωματάριό του, πέρασε τη μικρή δερμάτινη τσάντα του στον ώμο, τον ευχαρίστησε και βγήκε απ’ το γραφείο.
Ο Νίνο έσβησε το τσιγάρο του –μισό ακόμα– κι έμεινε για λίγο ακίνητος στην καρέκλα του βυθισμένος σε σκέψεις. Ο σφυγμός του χτυπούσε λίγο πιο γρήγορα και δεν έφταιγαν φυσικά τα είκοσι παραπανίσια κιλά του. Δε χρειαζόταν να νοιώσει την υγρή παλάμη του δημοσιογράφου για να καταλάβει ότι κάτι δεν πήγαινε καλά με τον τύπο. Μια σταγόνα ιδρώτα έτρεξε στο μέτωπό του κι έβγαλε ένα μαντήλι από την τσέπη του για να σκουπιστεί.
Ενδιαφέρον, σκέφτηκε. Ο μάγκας έβγαλε το τεφτέρι του από την τσέπη της καμπαρντίνας του αντί για το σαρανταπεντάρι που είχε χωμένο παραδίπλα. Κι εκείνο που δεν ξέρω είναι αν είμαι τυχερός ή αν χέστηκα απάνω μου άδικα.
Η πόρτα του γραφείου άνοιξε και ξεπρόβαλλε ένα φαλακρό κεφάλι.
«Νίνο…»
«Ξέρω, ξέρω. Εγώ τον έστειλα. Μόνο πες στα παιδιά, τα μάτια τους δεκατέσσερα, γιατί κρατάει σιδερικό πάνω του. Δε θέλω ιστορίες και ντράβαλα. Απλώς να βαρεθεί και να φύγει».
Η πόρτα έκλεισε και ο Νίνο σήκωσε το τηλέφωνο, σχημάτισε τον αριθμό και περίμενε χτυπώντας τα δάχτυλά του ρυθμικά στο γραφείο.
«Έλα, Νώντα, ο Νίνο είμαι παλικάρι μου, πώς πάει;… Ναι ρε, είδες; Μας πήρε από κάτω και δε σηκώνουμε κεφάλι… Ε, δεν ξέρεις τώρα; Ρημάδα νύχτα. Πότε φύλλα, πότε μήλα…Γι’ άλλο σε πήρα ρε Νώντα. Για πες μου. Έναν δημοσιογράφο Αργυρίου τον ξέρεις; Ναι, Κυριάκος Αργυρίου… Μμμ… Μμμ… Τι λε’ ρε παιδί; Γιος του είναι; Κοίτα να δεις, δεν πήγε εκεί το μυαλό μου… Αχα…Όχι ρε συ, τίποτα δεν έγινε. Απλώς ήρθε εδώ κι άρχισε να μου λέει κάτι περίεργα για ένα άρθρο που θέλει να κάνει, και μου ‘κατσε στραβά το παλικάρι. Αλλά αφού είναι έτσι… Εντάξει ρε, έγινε. Μη χαθούμε, ε; Τον δρόμο τον ξέρεις. Όλο και κανένα μπουκάλι θα βρούμε να γράφει τ’ όνομά σου… Χα, έγινε μάγκα μου. Κι ότι θες, ξέρεις, ε; Σηκώνεις το τηλέφωνο και μου το λες. Κατάλαβες; Άντε. Γεια σου τώρα κι ευχαριστώ».
Έκλεισε το τηλέφωνο. Άνοιξε ένα συρτάρι στα δεξιά του και έβγαλε με αργές κινήσεις ένα μπουκάλι κι ένα μικρό ποτήρι. Το γέμισε μέχρι τη μέση και το κατέβασε μονορούφι. Το τσίπουρο του έκαψε το λαιμό, του έκαψε τα σπλάχνα, και τα μάτια του πετάρισαν δακρυσμένα. Ξαναγέμισε το ποτήρι, έβαλε το μπουκάλι πίσω στο συρτάρι και το έσπρωξε απαλά.
Χα, δημοσιογράφος και πράσινα άλογα, κύριε Αργυρίου, ψιθύρισε στον εαυτό του και τα δόντια του έτριξαν. Για να σε δούμε και σένα.
Ήπιε μια γουλιά και κοίταξε τη χαρτούρα στο γραφείο του.
«Δεν πάτε στο διάολο κι εσείς… βδέλλες», φώναξε, και σηκώθηκε απ’ την καρέκλα του ξεφυσώντας δυνατά.
Έβγαλε κι άναψε άλλο ένα τσιγάρο. Πως τραβιέται το ρημάδι, σκέφτηκε την ώρα που ο καπνός μαλάκωνε το κάψιμο απ’ το τσίπουρο στα σωθικά του. Μετά το καρδιακό επεισόδιο πριν από έξι μήνες, οι γιατροί του τα είχαν κόψει σχεδόν όλα. Του έδωσαν μάλιστα κι ένα χαρτάκι με όσα επιτρέπονταν να φάει και να πιεί.
Τόσα λεφτά καβάτζωσαν, έλεγε αργότερα ο Νίνο στους φίλους του, χαχανίζοντας, και το μόνο που μου έδωσαν ήταν εκείνο το κωλόχαρτο. Το πήρα, το άνοιξα και του έριξα μια ματιά. Ανάθεμα κι αν ξεχώριζα τι έγραφε. Και να σκεφτείτε ότι τελείωσα και το δημοτικό. Το πέταξα στον πρώτο κάδο με σκουπίδια που βρήκα στο δρόμο. Το κακό είναι ότι μου σφήνωσαν στο μυαλό μια κουβέντα που δεν υπάρχει κάδος για να την πετάξω, ρε μάγκες μου. Πιοτά και Τσιγάρα Κομμένα, Νίνο. Με το Μαχαίρι… Αλλιώς… Αχχχ, αν δε ήταν εκείνο το «Αλλιώς»…
Κοίταξε αηδιασμένος το τσιγάρο στο χέρι του που είχε φτάσει στη μέση. Τελικά το έσβησε με μια γρήγορη, αποφασιστική κίνηση.
Η πόρτα άνοιξε Το ίδιο φαλακρό κεφάλι.
«Εντάξει. Έφυγε αφεντικό».
Ο Νίνο του έκανε νόημα να μπει μέσα και κάθισε ξανά πίσω απ’ το γραφείο. Ο άλλος, ένας ξερακιανός σαραντάρης μ’ ένα μαύρο κοντομάνικο μπλουζάκι, πλησίασε και στάθηκε μπροστά στο γραφείο με τα μπράτσα σταυρωμένα στο στήθος του.
«Τι έγινε;»
«Τίποτα, αφεντικό. Ήρεμα πράγματα. Στην αρχή ρωτούσε για το πρόγραμμα, για τη μουσική, το φαγητό, τα ποτά. Τέτοια».
«Μετά;»
«Φεύγοντας κόλλησε στο γέρο-Πλάτανο, το στρατηγό».
«Τον πορτιέρη; Και;»
«Ρωτούσε για τον καυγά που έγινε τις προάλλες. Ποιοι ήταν, γιατί τα τσούγκρισαν, πώς έμοιαζαν…»
«Έτσι ε; Πώς έμοιαζαν! Ρώτησε για όλους;»
«Μμμ, ναι, αλλά πιο πολύ ήθελε να μάθει για το λεβέντη σου. Ρωτούσε και κάτι χαζομάρες για τα μάτια του. Παλαβά πράματα. Δεν άκουσα περισσότερα».
«Αχά! Πόσα έδωσε;»
«Πεντακόσια. Έπρεπε να δεις πως έκανε ο γέρο-Πλάτανος όταν είδε το χαρτί, σιδερωμένο και κολλαριστό μπροστά στη μούρη του. Χλόμιασε ο φουκαράς και…»
«Εντάξει, εντάξει. Πήγαινε τώρα πίσω».
Όταν η πόρτα έκλεισε, ο Νίνο έξυσε νευρικά το κεφάλι του, έσκυψε, άνοιξε το συρτάρι του γραφείου, έκανε να πιάσει το μπουκάλι, το μετάνιωσε και το ξανάκλεισε. Ξαφνικά, το γραφείο του φάνηκε πολύ μικρό, πολύ σκοτεινό, πολύ στενάχωρο. Έβγαλε το κομπολόι του απ’ την τσέπη και βγήκε χωρίς να κλείσει το φως πίσω του.
Γλίστρησε ανάμεσα στα τραπέζια του μαγαζιού και κατευθύνθηκε στην είσοδο. Το μυαλό του κατέγραφε από συνήθεια όλα όσα έβλεπε γύρω του. Ωραία, σκέφτηκε, μένοντας ευχαριστημένος απ’ το θέαμα που αντίκριζε, όλα πεντακάθαρα και τακτοποιημένα. Δώσε στον πελάτη ένα καθαρό τραπέζι κι άφησε τον μετά να το βρωμίσει μόνος του. Αυτό θέλει. Γι’ αυτό έρχεται και αδειάζει την τσέπη του. Όλοι, λίγο πολύ, έχουν ανάγκη να στραπατσάρουν, να ρημάξουν και να ξεχάσουν τα κέρατα που τους κυνηγάνε κάθε μέρα.
Έφτασε στη πόρτα και στάθηκε μπροστά στο γέρο με την κόκκινη στολή και τα χρυσά σιρίτια που καθόταν σε μια ξύλινη καρέκλα με μια ανοιχτή εφημερίδα στα χέρια του.
«Τι έγινε, στρατηγέ; Δεν ξέρεις που να ξοδέψεις τα λεφτά σου και ψάχνεις στην εφημερίδα;»
Ο γέρος σήκωσε το κεφάλι του. Σάλιωσε το δάχτυλό του και γύρισε σελίδα. Ήταν κοντά στα είκοσι χρόνια πιο μεγάλος απ’ τον Νίνο. Μάτια ταλαιπωρημένα, κρυμμένα βαθιά μέσα στις μαύρες κόχες τους, βαθιές σκαμμένες ρυτίδες κι ένα τεράστιο στόμα που χαμογελούσε κι έπιανε το μισό του πρόσωπο. Οι φλέβες στο λαιμό του, δυο τεντωμένες χορδές, προσπαθούσαν να σπάσουν το ζαρωμένο πετσί που τραβιόταν πίσω απ’ το στενό κολάρο της στολής του. Δεν έκανε καμιά κίνηση να σηκωθεί.
«Σ’ όποια τρύπα και να τα ρίξεις, το ίδιο κάνει, Νίνο. Όλες άπατες είναι».
«Του είπες του δημοσιογράφου ότι έκανες το ρεπό σου εκείνο το βράδυ ή… το ξέχασες;»
Ο γέρος ανασήκωσε τους ώμους και τα κορδονάκια στους ώμους του πήγαν πέρα δώθε.
«Όταν κάποιος σου δίνει λεφτά για ν’ ακούσει αυτά που θέλει κι όχι αυτά που ξέρεις, τα παίρνεις και λες κι ένα τραγούδι. Εγώ τραγούδια δεν ξέρω, αλλά από παραμύθια…»
«Και; Τι παραμύθια του είπες;»
«Τίποτα παραπάνω απ’ όσα ήδη ήξερε, αλλά… καταλαβαίνεις τώρα… πρέπει να έχεις τον τρόπο σου για να τσιμπήσεις το χαρτί. Άμα μάθεις να τους διαβάζεις και τους λες αυτό που θέλουν, όλα είναι καλά. Θέλει ν’ ακούσει ότι του παλικαρά αστράφτουν τα ματάκια του; Του λες, ναι, αστράφτουν και βροντάνε, κι είστε κι οι δυο ευχαριστημένοι. Το σουλούπι του το ήξερε ο μπαγάσας. Ήθελε να μάθει που είναι το στέκι του. Του είπα να πάει να ρωτήσει στις Παλιές Γειτονιές. Αν είχε ένα δράμι μυαλό στο κεφάλι του, αυτό θα το έκανε έτσι κι αλλιώς. Κι αν είχε δυο δράμια, θα έκανε αυτό που κάνουν και τα χρυσόψαρα».
«Τι κάνουν τα χρυσόψαρα;»
«Τα ξεχνάνε όλα μέσα σε δυο δευτερόλεπτα. Αυτό κάνουν».
Άρχισε να χαχανίζει και χάθηκε ξανά πίσω απ’ την εφημερίδα του. Ο Νίνο κοίταξε έξω, τη μουσκεμένη νύχτα πάνω απ’ το κεφάλι του. Ψιχάλιζε τώρα, αλλά φυσούσε ένας παγωμένος αέρας που τρυπούσε το κόκαλο.
«Άσχημο φεγγάρι έχει το φιλαράκι μου», μουρμούρισε ψάχνοντας ψηλά για κάποιο άνοιγμα στα βαριά σύννεφα που γλιστρούσαν αθόρυβα στον ουρανό. «Πρώτα οι Νασταζέ και τώρα αυτός ο ουρανοκατέβατος. Που πήγε και μπλέχτηκε;»
Έπρεπε με κάποιον τρόπο να τον ενημερώσει. Μετά το τηλέφωνο που του είχε κάνει το απόγευμα ο Λευτέρης, ήξερε ότι δε θα τον ξανάκουγε πολύ σύντομα. Ακόμα, γνώριζε πολύ καλά ότι δεν είχε κανένα νόημα να ψάξει να τον βρει. Το μόνο που τον παρηγορούσε ήταν πως το ίδιο ακριβώς πρόβλημα το είχαν κι όλοι οι άλλοι.
Με το πρώτο φως της μέρας, πάντως, υποσχέθηκε στον εαυτό του, πρέπει να αφήσω ένα μήνυμα στην θυρίδα του, να μάθει για τα καινούργια. Όσο πιο γρήγορα τα μάθει, τόσο το καλύτερο.
Άκουσε πίσω του την εφημερίδα να διπλώνει με θόρυβο και τη φωνή του στρατηγού να λέει.
«Κι αν θες να μάθεις, και τα δικά του μάτια γυάλιζαν κομμάτι. Για τα σίδερα ήταν το παλικάρι. Όχι ότι μου κακόπεσε το πεντακοσάρικο, αλλά δε μου φάνηκε και τόσο στα καλά του».
Ο Νίνο αντίκρισε τα φώτα ενός αυτοκινήτου που έστριβε το δρόμο και πλησίαζε.
«Άντε, στρατηγέ. Πιάνεις δουλειά».
Ο γέρος σηκώθηκε, έβαλε στο κεφάλι ένα καπέλο με χρυσό σιρίτι στο γείσο και πλησίασε στη πόρτα γελώντας.
«Χε, χε, στην ώρα τους τα πουλάκια μου». Κατέβηκε βιαστικά τα σκαλοπάτια.
Ο Νίνο κούνησε το κεφάλι του.
«Σα να χτυπάνε κάρτα σ’ εργοστάσιο», ψιθύρισε, συμφωνώντας με το στρατηγό που εκείνη την ώρα άνοιγε την πόρτα του αυτοκινήτου.

Σάββατο, Μάϊος 13, 2006 

ΣΚΥΛΙΑ ΣΤΗ ΒΡΟΧΗ (ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΠΤΑ)

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΠΤΑ

«Δε θα είσαι με τα καλά σου», άκουσα τη βραχνή φωνή του Νίνο να μου λέει από την άλλη άκρη της τηλεφωνικής γραμμής. «Εννοείται ότι δεν έχω σχέση μ’ αυτά. Δεν είμαι κανένας μαλάκας να πάω να μπλεχτώ με τους Νασταζέ. Λες και δεν έχω ήδη αρκετά προβλήματα με τους αληταράδες της πιάτσας. Σιγά μη βάλω τα χεράκια μου, να βγάλω τα ματάκια μου».
Άφησα να κυλίσουν μερικές στιγμές χωρίς να μιλήσω. Δεν είχε άδικο. Tον ήξερα τόσο, ώστε να γνωρίζω πως το τελευταίο πράγμα που θα ήθελε, θα ήταν να πέσει στα βαθιά και να πλατσουρίζει δίπλα σε καρχαρίες. Ήταν από τους ανθρώπους που το «καθαρά και παστρικά» σήμαινε κάτι περισσότερο από τρεις τυχαίες λέξεις. Παλιά καραβάνα στο κουρμπέτι και η νύχτα δε συγχωρεί εύκολα ανθρώπους που δεν έχουν ούτε αρχές, ούτε μπέσα.
«Το τελευταίο πράγμα που θέλω είναι να μάθω ότι μου λες παπαριές, Νίνο», του ψιθύρισα τελικά. Όσο να ‘ναι, είχα κι ένα όνομα να υπερασπίσω.
«Το ξέρεις καλά ότι έχω δίκιο, διάολε. Αλλιώς θα ήσουν ήδη εδώ, όχι στο τηλέφωνο».
Σωστό κι αυτό.
«Πως πάει το πόδι;» τον αιφνιδίασα.
«Ε; Α, το πόδι; Χα, κάθε φορά που το πατάω θυμάμαι τα μούτρα σου . Κι αν δεν είχες εξαφανιστεί τις προάλλες μετά τον καυγά, θα σου έσπαγα το κεφάλι, και δεν δίνω δεκάρα για το τι χρώμα αίμα κυλάει στις φλέβες σου».
«Δεν είχες καμιά δουλειά να πλησιάσεις τόσο κοντά, Νίνο. Ακόμα κι οι πελάτες σου το κατάλαβαν κι έτρεξαν να φύγουν. Εσένα τι στο διάβολο σ’ έπιασε και πλησίασες τόσο πολύ;»
«Χε, χε. Τρελός είσαι που θα χάσω τέτοια θέαμα; Τι θα έχω να λέω στα εγγόνια μου αύριο μεθαύριο;»
«Που να τα βρεις τα εγγόνια, Νίνο; Εδώ δεν έχεις παιδιά».
«Χα, ποτέ δεν είναι αργά, αγόρι μου».
Άλλη μια παρατεταμένη σιωπή.
«Όσο για τα λεφτά σου, τα έβαλα ήδη στη θυρίδα… αλλά αυτό το ξέρεις, ε;»
Δεν το ήξερα φυσικά, αλλά αυτό δεν είχε καμία σημασία για την ώρα. Εκείνο που είχε σημασία, ήταν να μάθω ποιος είχε αμολήσει τους Νασταζέ στο κατόπι μου. Και γιατί.
«Εντάξει, τα ξαναλέμε», είπα κι έκλεισα το τηλέφωνο.

***

Παρήγγειλα κι ένα δεύτερο ποτό και κοίταξα έξω από την τεράστια τζαμαρία τους μουτζούρηδες και τα παλιά σάπια βαγόνια που ξέπλενε η βροχή. Το Καφέ Σταθμός βρίσκεται στον πρώτο όροφο του παλιού σταθμού της πόλης. Στο ισόγειο υπάρχει ένα μικρό μουσείο γεμάτο καλογυαλισμένα εκθέματα: ξύλινους πάγκους, μικρά γκισέ, καρότσια αχθοφόρων και μικροσκοπικά μαυρισμένα παράθυρα. Ο πάνω όροφος όμως είναι πλήρως ανακαινισμένος –σ’ ένα συνδυασμό από δέρμα, ασήμι και μαύρες ματ επιφάνειες– και δε θυμίζει σε τίποτα το γραφικό σκηνικό του ισογείου. Ένα μεγάλο μπαρ σε σχήμα πέταλου και τρεις σειρές τραπέζια με άνετες κι αναπαυτικές καρέκλες κοντά στην τεράστια τζαμαρία. Αυτή η τζαμαρία είναι και ο λόγος που το μαγαζί είναι σχεδόν πάντα γεμάτο όλες τις ώρες της ημέρας. Κι ας είναι τόσο κοντά στις Παλιές Γειτονιές, στο μεγάλο μαύρο λάκκο που η πόλη πετάει όλα όσα την τρομάζουν και δεν αντέχει να κοιτάξει κατάματα.
Οι περισσότεροι προτιμούν να έρχονται και να απολαμβάνουν τον καφέ και το τσιγάρο τους πίσω από το προστατευτικό αυτό τζάμι που τους δείχνει ακριβώς αυτό που θέλουν κατά βάθος να δουν: τον εαυτό τους στην από δω μεριά του κρύσταλλου. Και ίσως τελικά να μην έχουν και εντελώς άδικο.
Με το που άδειασα το ποτήρι μου τα φώτα χαμήλωσαν, και δυο γκαρσόνες άρχισαν να τοποθετούν μικροσκοπικά κεράκια στα τραπέζια και στο μπαρ. Παρήγγειλα κι άλλο. Μια κοπέλα στο διπλανό τραπέζι έριχνε κλεφτές ματιές προς το μέρος μου κάθε φορά που κοίταζα έξω. Την ήξερα. Η κοκκινομάλλα που δούλευε στο Πηγάδι του Φεγγαριού, ένα μαγαζί με μεταχειρισμένα βιβλία και cd, στην Παλιά Αγορά. Αν ήταν αλλιώς τα πράγματα μπορεί και να έδινα μεγαλύτερη σημασία στο γεγονός.
Αλλά δεν ήταν.
Έφερα το ποτήρι στα χείλη μου, πήρα μια βαθιά ανάσα, κι αποφάσισα να ηρεμήσω λίγο μήπως και κατεβάσω καμιά φαεινή ιδέα. Το έχω προσέξει ότι κάθε φορά που αδειάζεις το κεφάλι σου, όλο και κάτι καλό βρίσκει την ευκαιρία να τρυπώσει μέσα. Η αντανάκλασή της πάνω στη τζαμαρία ήταν αχνή, και την έκανε να μοιάζει περισσότερο μ’ αερικό που μιλάει στα φεγγάρια κι ανταμώνει με τα σύννεφα. Η αλήθεια είναι ότι απλώς χαζολογούσε μαζί με την παρέα της, ενώ εμένα με είχε ζαλίσει το τρίτο ποτό που ρουφούσα. Κοριτσοπαρέα. Ήξερα μία ακόμη, αυτή στ’ αριστερά της που είχε το μαγαζί με τα παλιά έπιπλα και τα μικροαντικείμενα. Το Σπιτικό, νομίζω. Το βλέμμα μου ξαναγύρισε στην κοκκινομάλλα μου. Μακρύ μαλλί, σπαστό σαν κυματάκια του Σεπτέμβρη, κι ένα πεντακάθαρο πρόσωπο που άστραφτε ακόμα και πάνω στο σκοτεινό τζάμι. Ήπια την τελευταία γουλιά απ’ το ποτήρι μου και τα βλέφαρά μου πήραν να κλείνουν.
Δεν πρόλαβαν όμως.
Δυο σκιές τρεμόπαιξαν πάνω στο πρόσωπό της και το αίμα μου πάγωσε. Όχι πάνω δηλαδή, αλλά πίσω, έξω από την τζαμαρία. Έγειρα το σώμα μου μπροστά για να δω καλύτερα. Απέναντι, πάνω στα υγρά χαλίκια και τη βροχή που δεν έλεγε να σταματήσει εδώ και ώρες, δυο παράταιρες σκιές τριγυρνούσαν κι έψαχναν τα άδεια, παρατημένα βαγόνια.
Δυο σκιές, τεράστιες και γνώριμες.
Τα δίδυμα!
Πλήρωσα όπως-όπως και κατέβηκα γρήγορα τα σκαλοπάτια αφήνοντας πίσω μου την κοκκινομάλλα και την καλή μου διάθεση. Κοντοστάθηκα στην έξοδο κι έριξα μια ματιά γύρω για οτιδήποτε ύποπτο. Τίποτα. Δεν υπήρχε περίπτωση φυσικά να με δουν γιατί ανάμεσά μας στεκόταν εμπόδιο ο παλιός σταθμός και οι ψηλοί ξύλινοι φράχτες αριστερά και δεξιά του. Παρόλα αυτά, βιάστηκα να περάσω το δρόμο και να χαθώ στο πάρκο απέναντι.
Το κεφάλι μου δεν ήταν και τόσο στα καλά του, αλλά λίγο η βροχή, λίγο ο καθαρός αέρας και το σοκ, και τα νεύρα μου πήραν να τεντώνουν. Όσο έπρεπε. Οι Νασταζέ σχεδόν δίπλα μου, σκέφτηκα, κι εγώ ο ανισσόροπος να σαλιαρίζω με τα κοριτσάκια. Λίγο ακόμα και θα με τσάκωναν με τα σάλια στο στόμα.
Οι κακές γλώσσες έλεγαν ότι δεν τους έκοβε και τόσο πολύ, και μάλλον είχαν τα δίκια τους. Παρόλα αυτά, είχαν φτάσει πολύ κοντά. Κι αυτό δε μου άρεσε καθόλου. Βλέπετε, δεν είμαι από εκείνους που πιστεύουν στις συμπτώσεις, ιδίως όταν με αφορούν.
Την πρώτη φορά στο σπίτι μου, και τώρα εδώ. Και τις δυο φορές, παρά τρίχα.
Κάποιος κρυβόταν πίσω από τα δίδυμα και το έκανε τόσο καλά που εδώ και δυο μέρες κανένας στη πιάτσα δεν μπορούσε να μου πει το παραμικρό. Αυτό ήταν το πιο ανησυχητικό απ’ όλα. Κάποιος κρυβόταν μέσα στις σκιές και δούλευε μεθοδικά για να με βρει. Το μόνο που με παρηγορούσε ήταν πως οι σκιές και τα σκοτάδια είναι και τα δικά μου αγαπημένα παιχνίδια.
Έφτασα στη Παλιά Αγορά – το τεχνητό σύνορο ανάμεσα στη παλιά και την καινούργια πόλη. Σταμάτησα πίσω από τα τελευταία δέντρα του πάρκου κι έριξα μια προσεκτική ματιά γύρω μου. Ψυχή δεν φαινόταν. Απέναντί μου, μια και μοναδική σειρά από πολύχρωμα, λαμπερά μαγαζάκια αντανακλούσαν τη λάμψη τους πάνω στον υγρό πεζόδρομο. Μετά από απόφαση του δημοτικού συμβουλίου, οι φωτεινές ταμπέλες και οι νέον επιγραφές τους έμεναν αναμμένες όλη τη νύχτα. Ένα φωτεινό τείχος. Η τελευταία γραμμή άμυνας του πολιτισμού απέναντι στην άγρια, ανεξέλεγκτη και σκοτεινή πλευρά του. Το νεκρό σημείο από όπου ένα και μοναδικό βήμα σε χωρίζει από τα όνειρα ή τους εφιάλτες σου.
Σήκωσα το πέτο, έσκυψα το κεφάλι, και βιάστηκα να φτάσω απέναντι για να εξαφανιστώ μέσα σε κάποιον από τους κάθετους παράδρομους που έχασκαν σκοτεινοί ανάμεσα στα φώτα των καταστημάτων. Έστριψα αριστερά και τράβηξα ανατολικά για τα Σταυροδρόμια, κοντά στα παλιά νεκροταφεία.
Δε γινόταν αλλιώς και το ήξερα.
Όταν τα πράγματα δεν πάνε και τόσο καλά, όταν νοιώθεις στριμωγμένος και χρειάζεσαι κάποιον να σε βοηθήσει, ένα μόνο σου μένει να κάνεις.
Να πας στο σπίτι της μάγισσας.

Σάββατο, Μάϊος 06, 2006 

ΣΚΥΛΙΑ ΣΤΗ ΒΡΟΧΗ (ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΞΙ)

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΞΙ

Ο αέρας που έφερνε το ψιλόβροχο δυνάμωνε, και το μαύρο σύννεφο στην άλλη άκρη της πόλης δε θ’ αργούσε να φτάσει και στις Παλιές Γειτονιές. Μ’ ένα σακίδιο στην πλάτη, ο Τάσος έσπρωχνε με κόπο ένα σκουριασμένο καρότσι μέσα στις λάσπες και τα νερά. Πάνω στο καρότσι ο Αντώνης βογκούσε σε κάθε λακκούβα και σε κάθε δυνατό τράνταγμα. Οι κουβέρτες στην πλάτη του δεν ήταν αρκετές για να απορροφήσουν τους κραδασμούς• τα πόδια του σέρνονταν στο δόμο κι ο πυρετός που τον κρατούσε μισοβυθισμένο σε λήθαργο ήταν το μοναδικό πράγμα που τον έσωζε από την επίγνωση της ταλαιπωρίας αυτού του ταξιδιού.
Ο Τάσος σταματούσε κάθε σαράντα ή πενήντα βήματα για να ξεκουραστεί, να πάρει μια ανάσα και να συνεχίσει με καινούργιες δυνάμεις. Στην αρχή σταματούσε για να φτύσει τις χούφτες του και να καθαρίσει τις σκουριές. Μετά, όταν εμφανίστηκαν οι πρώτες πληγές στις παλάμες του, έδεσε δυο ρετάλια στα χέρια του και κοντοστέκονταν για να καταπραΰνει τον πόνο. Το Σχολείο όπου κατευθυνόταν δεν απείχε πολύ από τον παλιό νερόμυλο• ένα τέταρτο δρόμος το πολύ. Ναι, αλλά χωρίς να παλεύω μ’ αυτό το καταραμένο παλιοσίδερο, σκέφτηκε. Και το πράγμα χειροτέρευε κάθε φορά που το έσπρωχνε με δύναμη για να υπερνικήσει το βάρος του φίλου του που πολλαπλασιαζόταν από το ένα και μοναδικό σκασμένο λάστιχο που κολλούσε συνέχεια στη λάσπη.
Μπορούσε να νοιώσει τα βλέμματα των άστεγων που κρύβονταν δεξιά κι αριστερά του δρόμου, μέσα στα μισογκρεμισμένα παλιόσπιτα που είχαν γίνει σπίτι τους. Που και που άκουγε και κάποια πνιχτά γέλια ή φωνές πίσω από τους πεσμένους τοίχους και τ’ αγριόχορτα που είχαν κατακλύσει τα πάντα. Στο μυαλό του έπαιζε η σκέψη ότι δυο χρόνια πριν θα έδινε σημασία σ’ όλα αυτά, αλλά όχι πια. Δυο χρόνια πριν η ψυχή του ήταν ποτισμένη από φόβο, έναν φόβο που το μεγαλύτερο μέρος του έσβησε σιγά-σιγά μπροστά στην αδιαφορία. Η αδιαφορία ήταν το δεύτερο σημαντικό μάθημα που μάθαινε κανείς σ’ αυτόν τον ρημαγμένο τόπο κι ήταν αρκετή για να σε βοηθήσει να επιβιώσεις. Όλα τα υπόλοιπα ήταν άχρηστα συναισθήματα, ένα περιττό βάρος κι ένα εμπόδιο στη προσπάθειά σου για να τη βγάλεις καθαρή άλλη μια μέρα.
«Δάσκαλε που δίδασκες…» ψιθύρισε μέσα από τα δόντια του κοιτάζοντας τον Αντώνη μπροστά του.
Δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί έμπαινε σε τόσους μπελάδες γι’ αυτόν τον ηλίθιο στο καρότσι που δεν είχε κουκούτσι μυαλό στο κεφάλι του. Οι πληγές στα χέρια του όμως έμοιαζαν να κοροϊδεύουν όλα όσα είχε μάθει τα τελευταία χρόνια. Λίγος φόβος και μια θάλασσα αδιαφορίας. Για όλους. Θα του ήταν αρκετό να τον παρατήσει στο μύλο και να σηκωθεί να φύγει. Κι ο Αντώνης ας τα έβγαζε πέρα μόνος του με τους αλήτες που έμπλεξε. Γιατί να μπει σε όλη αυτή την ταλαιπωρία;
Κι αν είσαι έξυπνος, θα πάρεις τον κολλητό σου από κάτω και θα φύγεις κι εσύ.
Τι σκατά σκέφτηκε κι αυτός ο μπάσταρδος; αναρωτήθηκε κάποια στιγμή σπρώχνοντας με κόπο το καρότσι. Τον βρήκε στο δρόμο και τον έφερε σε μένα. Λες και ήταν το πιο φυσικό πράγμα στον κόσμο. Ωραία ιδέα! Και να τώρα που κατάντησα. Και η μόνη επιλογή μου, είναι ξαφνικά, ο… Ιερέας. Λες και δεν έχω δικά μου προβλήματα!
Κοντοστάθηκε, πήρε μια βαθιά ανάσα, και συνέχισε το δρόμο του. Κάτι είχε αλλάξει. Ένοιωθε ότι εκείνος ο σκοτεινός τόπος μέσα του, ο τόπος όπου έκρυβε όλα όσα του ήταν άχρηστα, είχε ραγίσει κι έσταζε… κάτι σαν φαρμάκι. Το ένοιωθε να κυλάει ζεστό, σχεδόν καυτό, και να πέφτει σταγόνα-σταγόνα στη ψυχή του. Και η ψυχή του που τη νόμιζε ανάλγητη μετά από τόσο καιρό, αντιδρούσε… κάπως. Αν τελικά αυτός ο τύπος είναι κολλητός μου, σκέφτηκε, τότε τα προβλήματά μου είναι περισσότερα απ’ όσα νόμιζα.
Έριξε μια ματιά πίσω του και αντίκρισε τα μαύρα σύννεφα που πλησίαζαν πιο γρήγορα τώρα, και τ’ αγριόχορτα που λύγιζαν στο δυνατό αέρα για ν’ αγγίξουν τις λάσπες. Πέρα μακριά, σ’ ένα σοκάκι στ’ αριστερά του, είδε ένα σκυλί που τριγύριζε σα χαμένο εδώ κι εκεί. Έτρεχε για λίγο νευρικό, μετά σταματούσε, μύριζε το έδαφος, μύριζε τον άνεμο, ξανά το έδαφος, και συνέχιζε με αβέβαιες δρασκελιές. Ο κόσμος του, ένας λεπτεπίλεπτος κόσμος φτιαγμένος από οικείες, τακτοποιημένες μυρουδιές, είχε καταρρεύσει από τη βροχή που ξέπλενε μέρες τώρα την πόλη.
Ένα σκυλί στη βροχή, σκέφτηκε, αλλά δεν εννοούσε καθόλου το τετράποδο που είχε πια εξαφανιστεί. Μπορεί μια εικόνα να είναι χίλιες λέξεις, αλλά καμιά φορά και τέσσερις μόνο φτάνουν και περισσεύουν για να περιγράψουν τη ζωή σου.
Τουλάχιστον για την ώρα, δεν είχε να ανησυχεί για τα καθάρματα που είχαν αφήσει ανοιχτούς λογαριασμούς με τον Αντώνη. Ο Λευτέρης, αν ήταν αυτό το αληθινό όνομά του, είχε υποσχεθεί ότι θα φυλάει τα νώτα τους σε όλη τη διάρκεια της διαδρομής. Δεν τον είχε δει ούτε μια φορά, ήξερε όμως ότι ήταν κάπου εκεί πίσω.
Κανείς δεν πρόκειται να σας ενοχλήσει μέχρι το Σχολείο, του είχε πει πριν ξεκινήσει, να είσαι σίγουρος γι’ αυτό. Και όταν φτάσετε εκεί, πες τους ότι σας στέλνω εγώ. Αυτό φτάνει για την ώρα.
Το πιο παράξενο απ’ όλα ήταν πως δεν έβρισκε κανένα λόγο για να μην τον πιστέψει. Όλες του οι επιφυλάξεις κατέρρεαν σαν τραπουλόχαρτα μπροστά στο ένστικτό του που του έλεγε ότι δεν τον κορόιδευε. Αυτός ήταν και ο λόγος που είχε αρχίσει να ανησυχεί κάπως αφού ήταν η πρώτη φορά που ένοιωθε έτσι. Ήταν λες και μπορούσε ξαφνικά να καταλάβει πολλά περισσότερα απ’ όσα προσπαθούσαν να πουν οι λέξεις. Λες κι αυτό που ένοιωθε πίσω και πέρα απ’ αυτές, τον καθησύχαζε.
Μα δεν είχε καθίσει να το σκεφτεί περισσότερο. Τι νόημα θα είχε να χαθεί μέσα σ’ έναν άχρηστο λαβύρινθο την ώρα που όλες του οι αισθήσεις του φώναζαν πως έπρεπε να δράσει; Εκείνο που έπρεπε να κάνει εκείνη τη στιγμή ήταν να σώσει το τομάρι τους. Δεν ήξερε πόσο επικίνδυνοι ήταν αυτοί οι διάολοι και δεν είχε καμία όρεξη να το ανακαλύψει τελευταία στιγμή. Όταν μπαίνεις στο χορό δεν έχεις παρά ν’ αρχίσεις να κουνάς τα πόδια σου.
Η καταιγίδα τους πρόλαβε τελικά πολύ πιο γρήγορα απ’ ότι υπολόγιζε. Η βροχή έπεφτε δυνατή και πυκνή πίσω από την πλάτη του, κι εκείνος έσπρωχνε το καρότσι με το κεφάλι σκυμμένο και το μυαλό του άδειο.
Μετά από λίγη ώρα αντίκρισε επιτέλους τα ψηλά κάγκελα του Σχολείου. Μια τεράστια, ξεχαρβαλωμένη πόρτα μόλις που διακρινόταν στο έδαφος, κρυμμένη από ψηλά αγριόχορτα που θέριευαν ανεξέλεγκτα κοντά στα σκουριασμένα κάγκελα. Ο κόσμος γύρω του είχε γεμίσει από τους εκκωφαντικούς κρότους των κεραυνών και τις αστραπές που ξέσκιζαν τον κατάμαυρο ουρανό.
Άκουσε ένα σκυλί να γαβγίζει αγριεμένο, πέρα μακριά, πίσω από την πλάτη του.
Μετά άλλο ένα.
Κι άλλο ένα.
Πήρε μια βαθιά ανάσα και πίεσε τον εαυτό του να σπρώξει το καρότσι για μια τελευταία φορά. Μπροστά του μια μεγάλη αυλή στρωμένη με χοντρό χαλίκι, και στη μέση ένα πέτρινο κτήριο με δυο σειρές τεράστια, σκοτεινά παράθυρα. Κατευθύνθηκε ίσια μπροστά, στα μαρμάρινα σκαλιά που κατέληγαν σ’ ένα φαρδύ πλατύσκαλο. Και στη πόρτα, που κάποιος κρατούσε μισάνοιχτη εδώ και ώρα, και παρακολουθούσε.
Και δεν ήταν ο μόνος.

Πέμπτη, Απρίλιος 27, 2006 

ΣΚΥΛΙΑ ΣΤΗ ΒΡΟΧΗ (ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΕΝΤΕ)

5.

Το δωμάτιο ήταν πεντακάθαρο. Μικρό, αλλά φροντισμένο μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια. Ένα μονό κρεβάτι στρωμένο με λευκά σεντόνια, μαλακά μαξιλάρια και μια ζεστή κουβέρτα διπλωμένη στα πόδια του κι ένα τραπεζάκι στ’ αριστερά μ’ ένα μπουκέτο κατακίτρινα λουλούδια. Ένα μικρό σαλονάκι από μπαμπού δεξιά, μπροστά στο μεγάλο παράθυρο έβλεπε στη θάλασσα. Το τζάμι στο ξύλινο τραπεζάκι του σαλονιού άστραφτε από καθαριότητα και πάνω σε μια απ’ τις πολυθρόνες του κάποιος είχε στοιβάξει πέντε-έξι εφημερίδες. Η μοκέτα στο πάτωμα ήταν παχιά και μαλακή κάτω από τα πόδια του, γαλάζια με κάποιες σκόρπιες κίτρινες πινελιές που έμοιαζαν με πεταμένα στάχια πάνω στη θάλασσα.
Φυσικά, σκέφτηκε με ξαφνική δυσφορία, με τόσα λεφτά που παίρνουν, αυτό είναι το λιγότερο που μπορούν να κάνουν. Το Ίδρυμα του Φωτός ήταν χτισμένο στα ανατολικά περίχωρα της πόλης, στην κορυφή ενός πελώριου βράχου που τρυπούσε την ακτογραμμή σαν πλατύστομο μαχαίρι, μια φυσική προστασία για την πόλη και το λιμάνι της. Ένα μικρό λαμπερό παλάτι γεμάτο από μικροσκοπικά, πεντακάθαρα κελιά που άξιζαν μια περιουσία και στέγαζε κακομαθημένους, πάμπλουτους μαθουσάλες που μια φορά κι έναν καιρό είχαν σφυρηλατήσει την οικονομική και πολιτική ζωή της πόλης. Παρά το βαρύγδουπο όνομά του, το Ίδρυμα δεν ήταν παρά ένα ακόμα γηροκομείο, ένα κατηφορικό κατώφλι για την άλλη ζωή που αργά ή γρήγορα όλοι θα το περνούσαν. Για το μόνο που δεν ήταν σίγουρος ο Κυριάκος ήταν εκείνη η «άλλη ζωή».
Έβγαλε το πανωφόρι του που έσταζε ακόμα και το κρέμασε σ’ ένα γάντζο πίσω απ’ την πόρτα. Πλησίασε αργά το μεγάλο παράθυρο, οι βαριές κουρτίνες του ήταν τραβηγμένες στην άκρη και το τεράστιο διπλό γυαλί ασφαλείας έπιανε σχεδόν ολόκληρο τον τοίχο. Στάθηκε όρθιος πίσω από τον ακίνητο ηλικιωμένο άνδρα που έμοιαζε μικροσκοπικός πάνω στη ξύλινη καρέκλα.
Ακούμπησε το χέρι του πάνω στον ώμο του γέρου.
«Άργησες αυτή τη φορά», είπε κοφτά ο γέρος.
Ο Κυριάκος άφησε να περάσει κάμποση ώρα πριν του απαντήσει.
«Δουλειές», είπε τελικά.
«Ναι, δουλειές», απάντησε ο γερός και το κορμί του σφίχτηκε. Κούνησε νευρικά τον ώμο του για να διώξει το χέρι του Κυριάκου. «Τις ξέρω τις δουλειές σου. Κοσμικές στήλες και ατυχήματα. Τζάμπα φαγητό στους μπουφέδες και ξενύχτια σε νοσοκομεία και αστυνομικά τμήματα. Αυτά είναι που λες εσύ δουλειές. Ξόδεψα μια περιουσία για να σε στείλω στα καλύτερα κολέγια, να σε κάνω άνθρωπο, να έχω κάποιον να σταθεί στο πόδι μου και κατέληξα να σε μαζεύω τις νύχτες απ’ τα σοκάκια. Και σκυλί να ήσουνα θα είχα λιγότερες σκοτούρες στο κεφάλι μου».
«Δε βαρέθηκες τα ίδια και τα ίδια, κάθε φορά που έρχομαι; Μόνο αυτά έχεις να μου πεις μετά από τόσο καιρό;»
Έκανε ένα βήμα μπροστά και κοίταξε έξω απ’ το παράθυρο. Απέναντί του, τα Δρακονήσια αχνοφαίνονταν πίσω από τη ομίχλη και τα χαμηλά μαύρα σύννεφα. Μια καινούργια καταιγίδα ετοιμαζόταν να ξεσπάσει. Ακούμπησε ασυναίσθητα το χέρι του στο κεφάλι κι έτριψε νευρικά τα κοντοκουρεμένα μαλλιά του που είχαν αρχίσει ν’ ασπρίζουν. Ακόμα και μετά από τόσα χρόνια, σκέφτηκε, αυτή η γέρικη νυχτερίδα έχει τον τρόπο της να με αγχώνει.
Κοίταξε το είδωλο του πατέρα του που καθρεφτιζόταν πάνω στο παράθυρο. Μια ίσια ατσαλάκωτη γραμμή για στόμα, γαμψή μύτη που έκρυβε δυο μικροσκοπικά ρουθούνια και δυο μαυρισμένοι, ρυτιδιασμένοι κρατήρες που στο βάθος τους μόλις που διακρίνονταν δυο γκρίζα, τυφλά μάτια. Ποτέ δεν μπόρεσε να καταλάβει γιατί του άρεσε τόσο πολύ να κάθεται μπροστά στο παράθυρο. Αλλά έτσι κι αλλιώς ποτέ δε θέλησε να καταλάβει αυτόν τον άνθρωπο. Μια ζωή θυμόταν τον εαυτό του να προσπαθεί να φύγει μακριά του. Να ξεφύγει από τα δίχτυα του που σαν από θαύμα βρίσκονταν παντού γύρω του.
Ο πατέρας του διέκοψε απότομα τις σκέψεις του.
«Το μόνο που ήθελα ήταν να σε φέρω κοντά μου. Στον κόσμο μου. Να σου δώσω ένα σπίτι, μια αποστολή κι ένα όνειρο. Να συνεχίσεις από κει που σταμάτησα…»
«Το δικό σου σπίτι, την δική σου αποστολή, το δικό σου όνειρο. Υπάρχει όμως και μια λεπτομέρεια. Είμαι κι εγώ εδώ».
«Δυστυχώς, ναι! Εσύ κι η μάνα σου. Η ονειροπαρμένη και το μούλικό της. Οι χειρότερες επενδύσεις που έχω κάνει στη ζωή μου».
«Μόνο που εκείνη την άφησες να φύγει».
«Κάτι έπρεπε να κρατήσω κι εγώ. Δεν ανέχομαι τις ζημιές, το ξέρεις αυτό. Το έκανα για να την πονέσω».
Έμεινε για λίγο σιωπηλός. Το δωμάτιο σκοτείνιασε από τα βαριά σύννεφα που είχαν φτάσει πια πάνω από το Ίδρυμα. Το ραδιόφωνο στο τραπεζάκι δίπλα στο κρεβάτι μουρμούριζε κάποιο τραγούδι ίσα-ίσα για να κομματιάσει τη βαριά σιωπή.
«Οι δουλειές του, λέει! Ανεμομαζώματα, διαβολοσκορπίσματα. Ποιες δουλειές; Δεν πάνε λίγες ώρες που σε διώξανε απ’ την εφημερίδα. Δεν είσαι άξιος ούτε τα κορδόνια σου να δέσεις μόνος σου πια. Ή μήπως νόμιζες ότι δεν θα το μάθαινα; Ελάχιστα είναι αυτά που δεν ξέρω σ’ αυτή την πόλη, μικρέ. Μην το ξεχνάς. Αυτή η πόλη είναι δικιά μου!»
«Και τι κατάλαβες; Αργοσβήνεις σ’ αυτόν τον τάφο, θεότυφλος και μόνος».
«Χα! Εσύ είσαι που δεν κατάλαβες τόσα χρόνια εκεί έξω, μες τη μιζέρια σου. Σ’ αυτόν τον κόσμο δεν μας μετράνε ούτε στη αρχή, ούτε στο τέλος μας. Ο δρόμος είναι που μετράει, κι αυτός σου δίνει το μπόι σου. Άλλοι τον περπατάνε κι άλλοι γίνονται η σκόνη του. Αυτός ο δρόμος είναι το μόνο που υπάρχει. Όλα τα υπόλοιπα είναι χασομέρι κι άπιαστα όνειρα».
Ο Κυριάκος τράβηξε μια πολυθρόνα απ’ το σαλονάκι δίπλα του και βολεύτηκε στο μαλακό μαξιλάρι της.
«Στα πρόλαβαν οι ρουφιάνοι σου ε; Το έβγαλαν το μεροκάματό τους και για σήμερα. Τέλος πάντων, δεν έχει σημασία. Δεν ήρθα γι’ αυτό».
Ο γέρος έστρεψε το κεφάλι προς το μέρος του κι εκείνος γύρισε το δικό του αηδιασμένος προς το παράθυρο.
«Λέγε λοιπόν. Όσο είμαι ακόμα ζωντανός», του είπε ειρωνικά και συνέχισε. «Και να μην το ξεχάσω. Αυτός που μου τα πρόλαβε δεν είναι ρουφιάνος, όπως λες. Στο κόσμο τον δικό μου, λέγεται συνεργάτης, το πολύ-πολύ υπάλληλος, αν είμαι στις κακές μου. Αν το έψαχνες λίγο θα μάθαινες κι εσύ ότι η εφημερίδα του μου ανήκει!»
«Δε μ’ ενδιαφέρει τι σου ανήκει και τι όχι. Αφού έχεις τα κοράκια σου για να ελέγχουν το βιός σου, το ζήτημα δε με αφορά και τόσο, για να μη πω καθόλου».
«Τότε γιατί επιμένεις να έρχεσαι εδώ;»
«Από συνήθεια. Αυτό δεν είναι που σε κρατάει κι εσένα ζωντανό τόσα χρόνια;»
«Δεν έχεις κι άδικο σ’ αυτό. Αν και, για να πούμε τη μαύρη αλήθεια, θα πρόσθετα και τη μοναξιά σ’ αυτή την εξίσωση».
«Πολύ αργά δεν είναι για ν’ αρχίσεις να νοιώθεις μοναξιά;»
Εκείνος γέλασε, και για πρώτη φορά το πρόσωπό του πήρε να ζωντανεύει λίγο.
«Δε μιλάω για μένα».
Ο Κυριάκος έσφιξε τα δόντια του και τον κοίταξε κατάματα. Ο γέρος το απολάμβανε να παίζει μαζί του σαν τη γάτα με το ποντίκι. Κι όπως πάντα είχε δίκιο. Έτριψε το λαιμό το και κούνησε δεξιά κι αριστερά το μουδιασμένο κεφάλι του. Τα κόκαλά του έτριξαν.
«Αγχωμένος; Το φαντάστηκα», είπε ο γέρος μετά από λίγη ώρα. «Λέγε λοιπόν. Τι είναι αυτό που θέλεις αυτή τη φορά;»
«Οι άνθρωποι ζώα», είπε εκείνος ξερά.
«Είσαι θεόμουρλος», ξέσπασε ο γέρος, κι έσκυψε μπροστά φτύνοντας σάλια από το στόμα του που έφτασαν μέχρι το παράθυρο. «Κι εσύ, κι εκείνη η σκρόφα που σε πότισε με το φαρμάκι της».
«Αυτή τη φορά έχω αποδείξεις»
«Ναι, καλά. Στην αρχή είχες όνειρα, μετά άκουγες φωνές, τώρα έχεις αποδείξεις. Τόσοι γιατροί για το τίποτα. Τόσα πεταμένα λεφτά, τόσες προφυλάξεις για να μη μαθευτεί το παραμικρό και μας πιάσουν στο στόμα τους οι εφημερίδες και τα κανάλια. Δεν τα πετούσα καλύτερα στη θάλασσα!»
«Δεν ήταν όνειρα, αλλά εφιάλτες∙ οι φωνές ήταν της μαμάς, κι όσο για τα λεφτά, τελικά πήγες κι αγόρασες μια εφημερίδα για να ελέγχεις τα πράγματα. Καλή κίνηση. Καλύτερη απ’ το να τα πετάξεις στη θάλασσα. Σου έμεινε και κάτι τελικά».
Το πρόσωπό του είχε πάρει φωτιά και οι φλέβες στο λαιμό του φούσκωναν πάνω στο κιτρινισμένο και ζαρωμένο πετσί του. Ο Κυριάκος είχε ξαπλώσει στην πολυθρόνα με τα πόδια απλωμένα και απολάμβανε το θέαμα. Οι κοντές στρατιωτικές του μπότες άφηναν λασπωμένες χαρακιές πάνω στον πεντακάθαρο τοίχο.
«Ήταν παραμύθια, μ’ ακούς; Παραμύθια που γεννούσε το μυαλό της. Αέρας κοπανιστός. Κι εσύ ο ηλίθιος τα πιστεύεις ακόμα. Κυνηγάς τα φαντάσματα μιας παρανοϊκής. Τι λέω; Αφού κι εσύ το ίδιο είσαι. Για τα σίδερα. Ηλίθιο μυξιάρικο. Πότε θα μεγαλώσεις επιτέλους; Πότε;».
«Αρκετά με τις φιλοφρονήσεις», τον έκοψε εκείνος και σηκώθηκε απ’ την πολυθρόνα. «Δεν ήρθα να σου ζητήσω τίποτα. Ήρθα μόνο για να σου πω ότι τελικά τα κατάφερα. Μπορεί να μη ζήσεις να το δεις, αλλά σκέφτηκα ότι πρέπει να το ξέρεις. Θέλω να το ξέρεις. Η κυνηγετική περίοδος μόλις άρχισε».
Ακούμπησε τα χέρια του πάνω στους ώμους του γέρου και παρακολουθούσε την αντανάκλασή του στο τζάμι. Εκείνος κουνήθηκε ενοχλημένος απ’ την χειρονομία.
«Τώρα που σε ξαναβλέπω, μου θυμίζεις λίγο νυχτερίδα, ξέρεις. Μια ασήμαντη γέρικη νυχτερίδα που κρέμεται χωρίς νόημα στο σκοτάδι. Ποιος ξέρει; Μπορεί να είσαι κι εσύ ένας από κείνους».
Έσκυψε και ψιθύρισε δίπλα στο αυτί του.
«Τι λες κι εσύ; Έχω δίκιο; Μήπως έτρεμες όλ’ αυτά τα χρόνια την αποκάλυψη; Μήπως φοβόσουν; Χρόνια τώρα ρουφάς το αίμα του κόσμου. Λες να ήρθε κι η δική σου η ώρα; Η ώρα που τα θηράματα γίνονται κυνηγοί;»
«Το έχασες τελείως. Αυτό ήταν. Κρίμα μόνο που δεν θα μπορέσω να σου σφίξω τα λουριά με τα χέρια μου».
«Όπως έκανες στη γυναίκα σου;»
«Ναι. Όχι. Κάνε ότι θες. Δε με νοιάζει πια. Είσαι πολύ μακριά για ν’ ακούσεις οποιονδήποτε πια».
«Ναι, πολύ μακριά. Πέρασα απέναντι. Αυτό ακριβώς προσπαθώ να σου δώσω να καταλάβεις τόση ώρα… πατέρα».
Ο γέρος έβγαλε από τη τσέπη του ένα κουτί και πάτησε νευρικά ένα κόκκινο κουμπάκι.
«Νοσοκόμα! Νοσοκόμα!» φώναξε, και σηκώθηκε όρθιος μπροστά στο παράθυρο. «Η επίσκεψη τελείωσε. Φύγε τώρα. Έξω, έξω…» Η φωνή του έτρεμε και τα χνώτα του θόλωναν το παγωμένο τζάμι. Έξω η βροχή έπεφτε δυνατά και χοροπηδούσε στο περβάζι. Άκουσε έναν ανεπαίσθητο ήχο στα δεξιά του, πίσω από τις μαζεμένες κουρτίνες και η ταραχή του άρχισε να καταλαγιάζει.
Ο Κυριάκος περπάτησε αργά προς την πόρτα. Ξεκρέμασε το πανωφόρι του και το φόρεσε. Λίγο πριν φύγει γύρισε και κοίταξε πίσω του.
«Μη φύγεις. Θα ξαναπεράσω», πέταξε ειρωνικά.
Αυτές οι μικρές, ευτυχισμένες στιγμές, σκέφτηκε χαμογελώντας, είναι που δίνουν νόημα στη ζωή μας.
«Βρε άντε στο γέρο-διάολο λέω εγώ», φώναξε ο γέρος που η φωνή του είχε σταματήσει πια να τρέμει.
Άκουσε την πόρτα να κλείνει πίσω από την πλάτη του, αλλά έμεινε ακίνητος να αφουγκράζεται τα βήματά του γιου του που έσβηναν σιγά-σιγά στο διάδρομο. Όταν σιγουρεύτηκε ότι είχε απομακρυνθεί για τα καλά, ακούμπησε τα χέρια του πάνω στο τζάμι κι έγειρε το κεφάλι του δεξιά.
«Μπορείς να βγεις τώρα», είπε ψυχρά.
Η κουρτίνα στα δεξιά του κουνήθηκε και μια φωνή ακούστηκε πίσω από τις πτυχές της.
«Μάλιστα».
Πίσω από την κουρτίνα ξεπρόβαλε ένας ψηλός γεροδεμένος άντρας με αξύριστο τετράγωνο πρόσωπο. Κρατούσε ένα πιστόλι στο χέρι και το έχωνε στη θήκη που ήταν κρεμασμένη στον ώμο του.
«Την άλλη φορά να οπλίζεις το παιχνιδάκι σου πριν φτάσουν οι καλεσμένοι μου. Μην περιμένεις την τελευταία στιγμή για να το κάνεις. Σ’ αυτόν τον κόσμο πρέπει να μάθεις να προβλέπεις τις καταστάσεις, όχι να τις ακολουθείς. Κατάλαβες;»
«Μάλιστα, κύριε Αργυρίου. Δε θα ξανασυμβεί».
«Το ξέρω. Πήγαινε τώρα».

Τετάρτη, Απρίλιος 19, 2006 

ΣΚΥΛΙΑ ΣΤΗ ΒΡΟΧΗ (ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΕΣΣΕΡΑ)

4.

Καθόμουν πίσω από κάτι χοντρά μαδέρια, στοιβαγμένα στον τοίχο, στο πάνω πάτωμα του παλιού νερόμυλου και άκουγα τη βροχή που έπεφτε. Τα χοντρά ξύλα κόντευαν πια να σαπίσουν από το νερό που έσταζε από τη στέγη εδώ και χρόνια. Κάποιος, σκέφτηκα, είχε αποφασίσει να τη φτιάξει, αλλά δεν πρόλαβε. Με το δίκιο του. Μετά τους σεισμούς που κατέστρεψαν όλη την Παλιά Πόλη πριν από σαράντα χρόνια περίπου, οι περισσότεροι έριξαν μαύρη πέτρα πίσω τους και κατέβηκαν κατά τη θάλασσα για να κάνουν μια καινούργια αρχή. Όσοι δεν είχαν τη δύναμη ή δεν τα κατάφεραν, γύρισαν εδώ για να ζήσουν σα ζητιάνοι μέσα στα ερείπια των σπιτιών τους. Υπάρχουν ακόμα κάποιοι, γέροι πια, που κοιμούνται μέσα στα χαλάσματα και ουρλιάζουν τις νύχτες με το μυαλό σαλεμένο από τον πόνο και την απώλεια. Έχασαν γυναίκα, παιδιά, συγγενείς, οικογένεια, τα πάντα, και δεν άντεξαν. Δεν είναι πολλοί τώρα πια μετά από τόσα χρόνια, αλλά όταν τους ακούς να παραμιλάνε μέσα στην τρέλα τους κάτι σε πιάνει μέσα σου και αρχίζεις να σκέφτεσαι τη ζωή σου. Αυτά που μετράνε. Αυτά που έχουν αξία, τέλος πάντων. Ευτυχώς, δεν κρατάνε πολύ. Ούτε οι φωνές τους, ούτε οι σκέψεις σου.
Ακουμπούσα στον τοίχο με τα χέρια σταυρωμένα στα γόνατα. Προσπαθούσα να βρω έναν τρόπο για να ξεφύγω από τους δίδυμους που ήταν στο κατόπι μου. Το πρώτο πράγμα που μου ήρθε, ήταν να εξαφανιστώ για λίγο από την πιάτσα. Αυτό ήταν το εύκολο, όσο υπάρχουν οι Παλιές Γειτονιές το να εξαφανιστείς είναι το πιο απλό πράγμα στον κόσμο. Το κακό είναι ότι δεν μπορείς να το κάνεις για πάντα. Και στο τέλος όλο και κάποιος καλοθελητής θα βρεθεί να πάρει κάτι τ’ αυτί του και να έχει ανάγκη από ένα-δυο κατοστάρικα.
Ότι κι αν έκανα όμως, έβλεπα καθαρά το τέλος της ιστορίας που πλησίαζε: ένα σκοτεινό δρομάκι, οι Νασταζέ από τη μια κι εγώ από την άλλη κι όποιος αντέξει. Αυτά τα σκυλιά θα μ’ έβρισκαν στο τέλος και το παραμύθι θα τελείωνε με τον έναν ή με τον άλλο τρόπο. Εκείνο που χρειαζόμουν όμως ήταν χρόνος, ήθελα να τους αντιμετωπίσω με τους δικούς μου όρους και όχι με τους δικούς τους. Το παν σ’ αυτά τα πράγματα είναι η τακτική. Αν τη βρεις.
Είχα αποφασίσει να φύγω, όταν άκουσα βήματα στις σκάλες. Κοίταξα για μια στιγμή ψηλά, είδα τις δυο τεράστιες τρύπες από όπου μπορούσα να εξαφανιστώ χωρίς να με πάρουν χαμπάρι, αλλά για κάποιο λόγο αποφάσισα να καθίσω ήσυχα-ήσυχα στη σκιά πίσω από τα καδρόνια. Ο ουρανός ήταν συννεφιασμένος, το φως στο δωμάτιο μουντό κι είχα βαρεθεί να τρέχω μέσα στη βροχή δυο μέρες τώρα. Άσε που ήμουν περίεργος να δω τι ήθελε ο πιτσιρίκος και ανέβαινε εδώ πάνω.

***

Πέρασαν δέκα λεπτά κι ο πιτσιρικάς συνέχιζε να κρυφοκοιτάζει από το μεγάλο παράθυρο του δωματίου, έξω στην αυλή. Η έντασή του ήταν ολοφάνερη και στεκόταν εντελώς ακίνητος λες και η παραμικρή κίνησή του θα μπορούσε να προδώσει την παρουσία του. Το παράθυρο ήταν καλυμμένο όπως-όπως με κάτι παλιές ξεθωριασμένες εφημερίδες που άφηναν αρκετά ανοίγματα εδώ κι εκεί κι είχε το μάτι του κολλημένο σ’ ένα από αυτά.
Ξαφνικά κάτι στη στάση του σώματός του άλλαξε και γύρισε να κοιτάξει προς τα πίσω. Κράτησα την αναπνοή μου. Δεν μπορούσα να τον δω πια γιατί η σχισμή στα δοκάρια μπροστά μου ήταν πολύ στενή κι εκείνος είχε αλλάξει θέση. Τον άκουσα όμως που έκανε δυο βιαστικά βήματα. Έγειρα λίγο μπροστά κι άλλαξα γωνία για να εκμεταλλευτώ κάποιο άλλο μικροσκοπικό άνοιγμα.
Τα κατάφερα.
Στεκόταν λίγο πιο αριστερά από το παράθυρο, κρατούσε με τα δυο του χέρια ένα κομμάτι ξύλο από παλιό φτυάρι χωρίς την σιδερένια άκρη του και κοιτούσε προς το μέρος που κρυβόμουνα. Έκανε ένα βηματάκι προς το μέρος μου και σταμάτησε.
«Ποιος είναι εκεί;», είπε αργά και σταθερά. «Ποιος είσαι; Ξέρω ότι είσαι εκεί. Βγες έξω να σε δω τώρα».
Μου έκανε εντύπωση η φωνή του που έμοιαζε να είναι ένα κράμα σιγουριάς και αποφασιστικότητας. Μύρισα τον αέρα στο δωμάτιο. Καθόλου φόβος, μόνο ένταση και η σπίθα ενός θυμού που ολοένα θέριευε. Μπράβο, σκέφτηκα, μαθαίνει εύκολα ο πιτσιρίκος. Πριν από δυο περίπου χρόνια, όταν εμφανίστηκε να τριγυρνάει στις Παλιές Γειτονιές ήταν ένα αδύνατο κοκαλιάρικο πιτσιρίκι που η πιθανότητα για να επιβιώσει δεν ήταν ούτε μια στις δέκα. Δεν είναι λίγοι εκείνοι που έχασαν σίγουρα λεφτά από εκείνο το πιτσιρίκι που έτρεχε τρομαγμένο από ερείπια σε ερείπια. Να όμως που είχε καταφέρει τελικά να πνίξει εκείνον τον σκατιάρη μέσα του και να στέκεται απέναντί μου μ’ ένα χοντρό ξύλο στα χέρια του κι ένα κομματάκι ατσάλι στη φωνή του.
«Έξω είπα. Δεν ακούς; Μη με κάνεις να έρθω μέχρι εκεί για να σου σπάσω τα παΐδια».
Ακούμπησα στον μουχλιασμένο τοίχο πίσω μου και πήρα μια βαθιά ανάσα. Τον άκουσα να κινείται με προσοχή προς τα δεξιά.
«Νομίζεις ότι μπορείς να το κάνεις; Εγώ απορώ και μόνο που θα το προσπαθήσεις».
«Αυτό θα το δούμε μάλλον».
«Δεν θα χρειαστεί όμως».
Είχε φτάσει στο τοίχο δεξιά μου και έσκυψε με προσοχή να κοιτάξει πίσω από τα όρθια μαδέρια. Του άφησα λίγο χρόνο για να συνηθίσουν τα μάτια του στο σκοτάδι.
«Λοιπόν;»
«Σε ξέρω εσένα», είπε τελικά χαμηλώνοντας λίγο το ξύλο που κρατούσε στα χέρια του. «Δούλευες μπράβος στη Σκηνή ένα φεγγάρι. Τα ‘χω ξαναδεί τα μούτρα σου εδώ γύρω».
«Εξυπηρέτηση έκανα, μικρέ. Δεν είμαι καθήκι».
«Ακούγονται πολλά για σένα όμως. Λένε ότι τα μάτια σου γυαλίζουνε στο σκοτάδι καμιά φορά και ότι κανένας δεν θέλει να τα βάλει μαζί σου».
«Φοράω φακούς επαφής πιτσιρίκο και ξέρω να φυλάγομαι απ’ τις κακοτοπιές. Όσο για το τελευταίο που είπες μπορώ να σου δώσω ένα-δύο ονόματα που παρακαλάνε να με πιάσουν στα χέρια τους».
Ακούμπησε το ξύλο κάτω και στηρίχτηκε πάνω του. Δε μίλησε για κάμποση ώρα.
«Εσύ ήσουν απέναντι στην παράγκα πριν από λίγο;» ρώτησε τελικά.
Αυτό έψαχνε να δει λοιπόν τόση ώρα!
Έκλεισα τα μάτια μου. Το πράγμα αποκτούσε ενδιαφέρον αλλά δεν είμαι απ’ αυτούς που βιάζονται όταν δεν πρέπει.
«Δεν είναι κανείς στην παράγκα», είπα τελικά.
«Πριν από λίγο ήταν όμως».
«Το ξέρω. Αλλά δεν είναι πια».
Δεν πίστευε λέξη απ’ όσα του έλεγα.
«Και που είναι;»
«Δεν ξέρω. Έφυγε. Τρόμαξε κι έφυγε».
Με κοίταξε με καχυποψία. Δεν είχε κι άδικο. Σ’ αυτόν τον τόπο κανείς ποτέ δεν θα κάτσει να σου πει την αλήθεια για οτιδήποτε. Εδώ γύρω την αλήθεια ή την αγοράζεις ή φτύνεις αίμα για να την αποκτήσεις. Ξαφνικά κουράστηκα με όλο αυτό το παιχνίδι κι είπα να αφήσω τις μαγκιές και να μιλήσω στα ίσα.
«Κι αν είσαι έξυπνος θα πάρεις τον κολλητό σου από κάτω και θα φύγεις κι εσύ».
Τα μάτια του έγιναν ξαφνικά δυο χαραμάδες.
«Κι εσύ τι ξέρεις για τον κολλητό μου;»
«Ξέρω ότι τώρα που μιλάμε ψήνεται από τον πυρετό κάτω από δυο βρώμικες κουβέρτες στο υπόγειο κι ότι αν δεν εξαφανιστεί για λίγο καιρό, αυτός ο πυρετός θα είναι το μικρότερο απ’ τα προβλήματά του».
Εκεί ήταν που τα έχασε για μια στιγμή και ίσιωσε το κορμί του. Έξυσε για λίγο με το χέρι του το κεφάλι και μετά το άφησε εκεί να χαϊδεύει ασυναίσθητα τα μαύρα μαλλιά του χαμένος στις σκέψεις του. Τελικά με κοίταξε ερωτηματικά.
«Ποιος νομίζεις τον έφερε ως εδώ με τέτοιο χάλι που είχε; Τον βρήκα κομματιασμένο από το ξύλο μέσα στις λάσπες και θυμήθηκα ότι σας είχα δει πολλές φορές μαζί. Ο τύπος που ήταν στο καλύβι θα πρέπει να με πήρε από πίσω για να δει που θα τον πάω. Δεν τον πήρα χαμπάρι αμέσως αλλά δεν πρέπει να ήταν μόνος. Ξέρουν που είναι. Κι αυτό δεν είναι καλό ούτε για κείνον ούτε και για σένα».
«Κι εσύ τι κερδίζεις απ’ όλα αυτά;» ρώτησε φανερά προβληματισμένος.
«Εγώ ούτε κερδίζω ούτε χάνω παλικάρι μου. Κι αν γουστάρεις σηκώνομαι και φεύγω και δεν θα με ξαναδείς πια. Τους άλλους όμως θα τους ξαναδείς. Και δεν θα σε βοηθήσει ούτε αυτό το ξύλο, ούτε η μαγκιά σου. Δεν είναι παράλογο αυτό που σου λέω. Κι αν αυτόν τον αετό που έχεις στη πλάτη, τον είχες στο κεφάλι σου θα έβλεπες καθαρά ότι έχω δίκιο».
Με κοίταξε σιωπηλός με την πλάτη κολλημένη στον τοίχο. Το μυαλό του δούλευε γρήγορα, αλλά καμιά φορά αυτό δεν φτάνει από μόνο του.
«Και που να πάμε δηλαδή;» είπε τελικά. «Τι επιλογές νομίζεις ότι έχουμε; Θα μας βρουν όπου κι αν πάμε. Τι μας μένει να κάνουμε; Ν’ ανοίξουμε καμιά τρύπα στο χώμα και να κρυφτούμε;»
«Κατά κάποιο τρόπο, αυτό ακριβώς είναι που σκεφτόμουνα. Μία είναι η επιλογή σας αυτή τη στιγμή και βαθιά μέσα σου την ξέρεις κι εσύ».
Έσκυψα προς το μέρος του για να δει καλά ότι μιλούσα πολύ σοβαρά. Με κοίταξε και το πρόσωπό του χλόμιασε ξαφνικά. Σπίρτο ο μικρός, σκέφτηκα, αλλά παρόλα αυτά είπα να του βάλω φωτιά.
«Πρέπει να πάτε στον Ιερέα».

Τετάρτη, Απρίλιος 12, 2006 

ΣΚΥΛΙΑ ΣΤΗ ΒΡΟΧΗ (ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΑ)

3.

Ο άνδρας που ήταν ξαπλωμένος στον καναπέ είχε τα μάτια του κλειστά αλλά δεν κοιμόταν. Φορούσε ένα ξεπλυμένο χακί παντελόνι με φαρδιές τσέπες στο πλάι, ένα χακί αμάνικο μπλουζάκι παραλλαγής και μαύρες δερμάτινες μπότες. Το δωμάτιο ήταν μισοσκότεινο, το φως που έμπαινε από τις γρίλιες του έδινε έναν ασπρόμαυρο, θαμπό τόνο και ο φλοίσβος των κυμάτων έβγαινε από δυο μικροσκοπικά ηχεία στο απέναντι γραφείο.
Μια ψυχρή φωνή ακούστηκε.
«ΠΕΣ ΜΟΥ»
Ο άνδρας άνοιξε τα μάτια του και γύρισε το κεφάλι του μια ιδέα προς τα πίσω.
«Το ξέρω ότι άργησα να έρθω αυτή τη φορά, γιατρέ. Και να ΄σαι σίγουρος πως αν δεν είχε συμβεί αυτό το καταραμένο περιστατικό θα έκανες πολύ καιρό ακόμα να με ξαναδείς. Κανείς δεν θέλει να τρέχει στον τρελογιατρό του κάθε λίγο και λιγάκι. Το ξέρω ότι μπορεί και να μην σ’ αρέσει αυτό που θα πω αλλά δεν είναι εύκολο να βγάζει κανείς τα εσώψυχά του στη φόρα για να τ’ ακούει το κάθε καθήκι που έτυχε να διαβάσει δυο τρία βιβλία παραπάνω. Καμιά φορά όμως, εκεί που τα πράματα πάνε μια χαρά, κάτι γίνεται και ο κόσμος γύρω σου αρχίζει κι αιμορραγεί. Είναι παράξενο, δεν μπορώ να το εξηγήσω με λόγια, θέλω να πω… εκείνο που θέλω να πω γιατρέ είναι ότι έρχονται στιγμές που νοιώθεις ότι κάτι δεν πάει καλά… ότι κάτι δεν κολλάει με την εικόνα που έχεις για τον κόσμο, για τα πράγματα. Και τότε είναι που πρέπει να αρχίσεις να προσέχεις τις λεπτομέρειες γύρω σου… τις λεπτομέρειες που γλιστράνε… και χάνονται…»
Ο εκκωφαντικός κεραυνός που ακούστηκε δεν ερχόταν από τον υπολογιστή αλλά από έξω. Ο ξαπλωμένος άντρας έβαλε το μπράτσο του στο μέτωπο και συνέχισε.
«Το ξέρεις ότι όλα τα ζώα τρομάζουν με τους κεραυνούς και τις αστραπές; Γαβγίζουν, νιαουρίζουν, ουρλιάζουν, κρύβονται… τρελαίνονται. Χα, μπορείς να φανταστείς πως περνάνε μια βδομάδα τώρα μ’ αυτόν τον κωλόκαιρο; Μμμ, εγώ μπορώ. Αλλά μάλλον το ξέρεις αυτό, αλλιώς δεν θα ‘μουν ξαπλωμένος εδώ»
Σταμάτησε. Άρχισε να μετράει από μέσα του τα κύματα που χτυπούσαν τις μακρινές, φανταστικές ακτές γύρω του.
Ένα κύμα.
Δεύτερο κύμα.
Τρίτο κύμα.
Μια βαθιά ανάσα.
«Τι έλεγα; Α! Το περιστατικό. Γι’ αυτό είμαι εδώ σήμερα. Για να μιλήσω σε κάποιον για το περιστατικό. Και για να σε καθησυχάσω, πρέπει να σου πω ότι ούτε φωνές άκουσα, ούτε κάτι μέσα μου σκίρτησε παράξενα στην αποκάλυψη που πλησίαζε. Όλα αυτά τα ξεπεράσαμε αν θυμάσαι πριν από καιρό, τα έχουμε αφήσει πίσω μας. Όμως κάτι συνέβη. Ξαφνικά κι απρόσμενα. Απ’ το πουθενά. Σ’ ένα νοσοκομείο. Στα επείγοντα…»
Ακούμπησε το αριστερό του χέρι στο στήθος του. Κρατούσε ένα από εκείνα τα μικροσκοπικά δημοσιογραφικά κασετόφωνα που χωράνε μέσα σε μια παλάμη και το χάιδευε με τον αντίχειρα.
«Χτες το βράδυ είχα βάρδια, βλέπεις. Στο Νοσοκομείο Ελπίδα… Πώς νομίζεις ότι ξετρυπώνουμε τις πιπεράτες ειδήσεις που διαβάζεις το πρωί στην εφημερίδα σου! Κάθε δημοσιογράφος που σέβεται τον εαυτό του δίνει προσοχή στις λεπτομέρειες… εκεί είναι που κρύβεται ο διάβολος. Όχι ότι το κάνω κάθε νύχτα αλλά προχτές είχε ρεπό ο νοσοκόμος μου… ο άνθρωπός μου. Άστα να πάνε. Καφές και τσιγάρα όλη τη νύχτα ανάμεσα σε σπασμένα χέρια, σπασμένα πόδια, μαχαιρωμένους νταβατζήδες και ξυλοφορτωμένες πουτάνες. Ο κόσμος τρέχει ακόμα κι όταν πέφτεις στο κρεβάτι σου, γιατρέ. Το ξέρεις φυσικά. Κατά τις τέσσερις τα χαράματα δυο ασθενοφόρα σταμάτησαν μπροστά στην πόρτα κι ένα τσούρμο νοσοκόμοι εμφανίστηκαν από το πουθενά. Τρεις τύποι μακελεμένοι από καυγά. Τα βασικά τα έμαθα σχεδόν αμέσως από έναν οδηγό. Χα, αυτοί δεν χρειάζεται να ξαπλώνουν στους καναπέδες σας για τα ξεράσουν όλα. Όλοι οι οδηγοί ψοφάνε για κουβεντούλα. Θύμισε μου να σου μιλήσω κάποια στιγμή και για τους ταξιτζήδες. Κι εκεί που καταριόμουνα την γκαντεμιά μου για το μονόστηλο του κερατά που μου έτυχε, ο Θεός χαμογέλασε. Ένας από τους τραυματισμένους παραμιλούσε, “τα μάτια του, τα μάτια του” έλεγε και ξαναέλεγε. Κι η πραγματικότητα πήρε να ματώνει, γιατρούλι μου. Έτσι απλά. Πήρε να ματώνει. Χαρτζιλίκωσα τους νοσοκόμους και τους ακολούθησα. Ήταν ο πιο ελαφρά χτυπημένος… το πόδι του έγερνε λίγο αφύσικα έξω από το σεντόνι, αλλά έπρεπε να δεις τους άλλους… Του έδειξα την δημοσιογραφική μου ταυτότητα και τον ρώτησα να μου πει για τα μάτια που είχε δει. Α, όλα κι όλα. Στη βράση κολλάει το σίδερο. Τα ηρεμιστικά που τον είχαν ποτίσει θα τον έστελναν όπου να ‘ναι για ύπνο. Και τι νομίζεις ότι γυρνάει και μου λέει ο μπάσταρδος; Δυο κατοστάρικα, μου λέει. Η ταρίφα που έχουν όλοι οι μπράβοι στη πιάτσα. Του τα έβαλα στο χέρι και μου τα ξέρασε όλα. Το καταλαβαίνεις; Τα ξέρασε όλα. Υπάρχουν, μ’ ακούς, υπάρχουν! Δεν ζουν μέσα στο κεφάλι μου! Αυτά τα κτήνη είναι εδώ. Χρόνια τώρα. Ζουν ανάμεσά μας…»
Το δεξί του χέρι σφίχτηκε σε γροθιά τρέμοντας.
Θόρυβος από αμάξια που γλιστράνε πάνω στον υγρό δρόμο.
Ένα κύμα.
Δεύτερο κύμα.
Τρίτο κύμα.
Το δάχτυλό του ψηλάφισε το κασετόφωνο στο στήθος του και πάτησε το play.
Μια ψυχρή φωνή ακούστηκε.
«ΠΕΣ ΜΟΥ»
Stop.
Μια βαθιά ανάσα.
«Χα! Φοβήθηκα ότι δεν θα με ρωτούσες ποτέ. Χρόνια τώρα το ήξερα ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Χρόνια τώρα μύριζα στον αέρα αυτή την βρωμερή πληγή που σαπίζει γύρω μας. Την ένοιωθα στον υπόγειο, στα σκοτεινά σοκάκια των δρόμων, στα ερημικά πάρκα και στα νοτισμένα παγκάκια της παραλίας τη νύχτα, στα ψιλά γράμματα των εφημερίδων. Κυρίως εκεί, κρυμμένη πίσω από μικρές, αδιάφορες ειδήσεις των εκατό λέξεων: αλήτες που πεθαίνουν στους δρόμους ή εξαφανίζονται και δεν ενδιαφέρεται κανείς γι’ αυτούς, περίεργες δηλώσεις παιδιών που χάνονται στη πόλη κι όταν τα βρίσκει η αστυνομία μιλούν με τρόμο για φευγαλέες σκιές στο σκοτάδι και για γρυλίσματα ζώων στα πάρκα. Κανείς δεν τα παίρνει στα σοβαρά φυσικά. Κανείς δεν ενδιαφέρεται».
Play.
«ΠΕΣ ΜΟΥ»
Stop.
«Έχω επιτέλους την περιγραφή για έναν από αυτούς. Ένα κτήνος που κυκλοφορεί ανάμεσα μας. Αλλά υπάρχουν κι άλλοι. Είμαι σίγουρος. Δεν μοιάζουν με τις ψεύτικες ιστορίες που διαβάζουμε στα βιβλία, ούτε με αυτά που βλέπουμε στις ταινίες. Αυτά είναι παραμύθια. Είναι άνθρωποι σαν εσένα και σαν εμένα. Μόνο που κάποιες φορές τα μάτια τους αλλάζουν. Μόνο τα μάτια τους. Αυτό είναι όλο κι όλο το μυστικό που χρειάζεται να ξέρεις. Και κάθε φορά που συμβαίνει, κάθε φορά που τα μάτια τους αλλάζουν, η πραγματικότητα ματώνει. Μια μικρή, αθέατη γρατσουνιά. Δεν την βλέπεις. Μπορείς όμως να μυρίσεις την πληγή που σαπίζει…».
Τον διέκοψε ξαφνικά το τηλέφωνό που άρχισε να χτυπάει.
Σηκώθηκε από τον καναπέ χωρίς να δείχνει καμία διάθεση να το σηκώσει, άναψε τσιγάρο κι ακούμπησε στον τοίχο δίπλα στο παράθυρο. Ο ήχος των κυμάτων είχε σταματήσει και μόνο ο υπόκωφος θόρυβος της βροχής που έπεφτε ακατάπαυστα παρεμβάλλονταν ανάμεσα στα χτυπήματα του τηλεφώνου. Μετά από λίγη ώρα ανέλαβε ο τηλεφωνητής.
Η φωνή στην άλλη άκρη της γραμμής ξεχείλιζε από οργή.
«Κοίτα να δεις μαλάκα, όταν κάποιος σου ζητάει ένα καταραμένο μονόστηλο από τα επείγοντα, μπορείς να είσαι σίγουρος ότι αυτός ο κάποιος βασίζεται σε σένα και περιμένει μέχρι τα ξημερώματα να του στείλεις εκατό-διακόσιες γαμημένες λέξεις. Σου το είχα πει ότι άλλη μια κουτσουκέλα να κάνεις και θα φας τέτοια κλωτσιά που δεν θα ξέρεις από πού σου ήρθε. Δεν ξέρω αν ζεις ή αν χαροπαλεύεις σε κανένα χαντάκι αλλά πήρα για να σου πω ότι ΑΠΟΛΥΕΣΑΙ! Και να μην σε ξαναδώ στα μάτια μου…»
Η βροχή χόρευε στους δρόμους κι οι κεραυνοί κατρακυλούσαν με θόρυβο από ψηλά για να σκάσουν με δύναμη στο έδαφος. Ένα σκυλί άρχισε να γαυγίζει από κάποιο διαμέρισμα στην απέναντι πολυκατοικία.
Play.
«ΠΕΣ ΜΟΥ»
Stop.
«Αυτή η πόλη είναι μια ζούγκλα, γιατρέ. Μη σε ξεγελάει το ψεύτικο πέπλο που φοράει. Είναι γεμάτη από ξέφωτα και χορταριασμένα μονοπάτια. Φως και σκοτάδι. Θύτες και θύματα. Κανείς δεν μπορεί να νοιώθει ασφαλής σ’ αυτή τη ζούγκλα. Δεν υπάρχουν μόνο κλέφτες, νταβατζήδες, φονιάδες και βιαστές Υπάρχουν κι άλλα πράγματα σ’ αυτήν την πόλη που δεν τα ονειρεύτηκε ποτέ η φιλοσοφία σου. Μέσα στις σκιές παραμονεύουν άγρια θηρία που έχουν ανθρώπινη μορφή. Κι όπου υπάρχουν άγρια θηρία γιατρέ…».
Έκλεισε τα μάτια του και πήρε μια βαθιά ανάσα.
«Όπου υπάρχουν άγρια θηρία, υπάρχει κι ο ΚΥΝΗΓΟΣ τους».

Κυριακή, Απρίλιος 02, 2006 

ΣΚΥΛΙΑ ΣΤΗ ΒΡΟΧΗ (ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΥΟ)

2.

Κάθε φορά που έκλεινε τα μάτια και κρατούσε την αναπνοή του μπορούσε ν’ ακούσει τις ανεπαίσθητες ανάσες του ξύλου και της πέτρας. Έναν ψίθυρο που έμοιαζε με παράπονο μέσα στη σιωπή και την εγκατάλειψη. Ένα παράπονο που κρατούσε πολλά χρόνια κι έτρεμε τη λήθη και τη φθορά. Ο εγκαταλειμμένος νερόμυλος στις Παλιές Γειτονιές ριγούσε σε κάθε θρόισμα του ανέμου και γέμιζε αναστεναγμούς και παλιά όνειρα. Η φτερωτή του σπασμένη και σάπια, τα σωθικά του υγρά, στοιχειωμένα από το νερό που δεν έφτανε πια εκεί και οι μεγάλοι ξύλινοι τροχοί του, ξεδοντιασμένοι και γέρικοι σκεπασμένοι από σκόνη και περίτεχνους πυκνούς ιστούς.
Δεν έμοιαζε με τη σιωπή στο σπίτι του που άφηνε πίσω της μόνο πόνο και δάκρυα. Εδώ, σ’ αυτό το κομμάτι του κόσμου, δεν υπήρχε πόνος, μόνο μια υποψία λυγμού απέναντι στον χρόνο που το είχε εγκαταλείψει με γοργές δρασκελιές. Ο μικρός προθάλαμος όπου κοιμόταν κοντά έναν χρόνο τώρα ήταν σχετικά καθαρός αν τον σύγκρινε κανείς με το μεγάλο δώμα στο βάθος, με όλους εκείνους τους γερμένους τροχούς που έτρωγε το σαράκι και τους σαπισμένους ιμάντες που κρέμονταν εδώ κι εκεί. Κατά τα άλλα όμως δεν διέφερε από ένα βρώμικο και άθλιο αχούρι. Το αγόρι σηκώθηκε από το ξεφτισμένο στρώμα που ήταν παρατημένο όπως-όπως σε μια γωνιά και δίπλωσε με προσοχή τις δυο κουβέρτες που ήταν ένα κουβάρι μπροστά του. Ήταν βρώμικες και γεμάτες τρύπες, αλλά καλύτερες από το τίποτα. Τις ακούμπησε στην άκρη, τράβηξε κάτω από το μαξιλάρι μια φωτογραφία και την κοίταξε.
Δεν είχε καταλάβει το λόγο που την πήρε μαζί του φεύγοντας σαν κλέφτης από το σπίτι του εκείνο το βράδυ. Και δεν μπορούσε ακόμα να καταλήξει μέσα του, γιατί επέμενε μετά από τόσα χρόνια να την κοιτάζει με άδειο βλέμμα κάθε πρωί.
Μπορεί να είναι κάτι που μου λείπει, κάτι που δεν είχα ποτέ στη ζωή μου, κατέληγε συνήθως με μια αδιαφορία που ώρες-ώρες τον τρόμαζε.
Η μητέρα του. Μια παγωμένη μορφή πάνω σ’ ένα κομμάτι τσαλακωμένο χαρτί. Καθισμένη σε μια καρέκλα στη κουζίνα του σπιτιού τους, με το χέρι της να κρατάει ένα ποτήρι. Το άλλο της χέρι, άγγιζε αδέξια το πρόσωπό της σα να το χάιδευε. Χαμογελούσε. Για κάποιον δικό της, ιδιαίτερο λόγο, χαμογελούσε στον εαυτό της. Ποτέ του δεν κατάλαβε γιατί δεν είχε νοιώσει κι ο ίδιος εκείνο το χαμόγελο κι εκείνο το χάδι. Δε θα τον πείραζε αν ήταν αδέξιο ή παγωμένο. Δε θα τον πείραζε αν έμοιαζε με το χάδι στο κεφάλι ενός σκύλου ή μιας γάτας. Καθόλου δε θα τον πείραζε κι αν ακόμα του το πετούσε αδιάφορα στο πάτωμα. Μπορεί να έφταιγε εκείνο το γεμάτο ποτήρι στα χέρια της. Μπορεί κι εκείνη η γυαλάδα στα μάτια της μετά από δυο τρία γεμάτα ποτήρια.
Μπορεί, πάλι, να έφταιγε ο άνδρας που είχε βγάλει τη φωτογραφία. Στη σκέψη αυτή πάγωσε κι άρχισε άθελά του να τρέμει. Έπιασε ασυναίσθητα την κοιλιά του, έγειρε πάνω στο στρώμα, και κουλουριάστηκε, όπως τότε. Κάλυψε το κεφάλι του: δεν ήταν λίγες οι φορές που ακολουθούσαν τυφλά χτυπήματα από γροθιές και κλωτσιές.
Και η γυναίκα της φωτογραφίας; Μπορούσε να την φανταστεί πάνω σ’ εκείνη την καρέκλα της κουζίνας με το κεφάλι γερμένο στο απλωμένο της μπράτσο, μπορούσε να τη φανταστεί σαν πεταμένο κουρέλι στον καναπέ του καθιστικού ή στο πάτωμα της τουαλέτας. Μπορούσε να την φανταστεί… Ποτέ όμως δίπλα του. Δεν υπήρξε ποτέ της, εκείνη η ανάσα δίπλα στους λυγμούς του. Εκείνη η παρουσία που μπορούσε να μαλακώσει τον πόνο και να τον φέρει πίσω από τους σκοτεινούς τόπους που έκρυβε τα δάκρυά του.
Ένας ψίθυρος, κι οι σκέψεις του τραβήχτηκαν απότομα στα σκοτάδια τους σαν να τις παρέσυρε βίαια κάποια παράξενη άμπωτη.
«Τάσο; Ε, Τάσο; Εδώ είσαι;»
Έκρυψε με μια γρήγορη κίνηση τη φωτογραφία κάτω απ’ το μαξιλάρι του και βόλεψε από πάνω τις κουβέρτες. Έριξε μια κλεφτή ματιά πίσω, προς τη μεριά που άκουσε τη φωνή, και σηκώθηκε όρθιος.
«Εδώ. Στο υπόγειο».
Άκουσε αργά βήματα πάνω στα πέτρινα σκαλιά.
«Είπα να περάσω».
«Εδώ είμαι. Αποκοιμήθηκα. Τι τρέχει;»
Το αγόρι ακούμπησε στον τοίχο απέναντί του, κρυμμένο μέσα στη σκιά, και γύρισε αργά προς το μέρος του με τη φαρδιά κουκούλα του κατεβασμένη. Ήταν δεκαπέντε περίπου χρονών, λίγο μικρότερος απ’ τον Τάσο, αλλά το ίδιο ψηλός μ’ εκείνον. Καμπούριαζε λίγο, αλλά μόνο τόσο όσο για να ταιριάξει με τους υπόλοιπους μάγκες στη πιάτσα.
Ο Τάσος φόρεσε ένα φθαρμένο γκρι δερμάτινο μ’ έναν αχνό κόκκινο αετό ζωγραφισμένο στη πλάτη του, και κοντοστάθηκε για λίγο. Συνειδητοποίησε ξαφνικά ότι κάτι δεν πήγαινε καλά με την εικόνα του φίλου του που στεκόταν ακόμα στη σκιά λες και το έκανε επίτησες. Πλησίασε αβέβαια, σκύβοντας για να δει κάτω από την κουκούλα. Εκείνος, το ίδιο αβέβαια, προσπάθησε να τον αποφύγει χωρίς να τα καταφέρει.
Όσο κι αν προσπαθούσε να κρύψει το πρόσωπό του κάτω από την κουκούλα και τα μακριά σγουρά μαλλιά του, το πράγμα φώναζε από μακριά. Τον είχαν σαπίσει στο ξύλο κι όλη η ιστορία ήταν γραμμένη στο πρόσωπό του. Μώλωπες και πρηξίματα, πληγές και ξεραμένα αίματα, και δυο μάτια που με δυσκολία διακρίνονταν πίσω από τα μισόκλειστα βλέφαρα.
«Σου το είπα να μην μπλέξεις μ’ αυτά τα καθάρματα, ρε Αντώνη».
Εκείνος σήκωσε το κεφάλι του γέρνοντας το σώμα προς τα πίσω, και προσπάθησε να τον κοιτάξει στα μάτια με δυσκολία.
«Ναι, καλά. Όλα εύκολα τα νομίζεις εσύ». Μιλούσε με κόπο, αλλά παρόλα αυτά έδειχνε να προσπαθεί απελπισμένα να μη χάσει το παλιό του σκληρό και αδιάφορο ύφος. Δεν ήταν μαγκιά, αλλά ένστικτο επιβίωσης. Ένα αυτόματο αντανακλαστικό. Όταν ζεις στους δρόμους παρέα με τους άστεγους και τα πρεζόνια, αυτή η μάσκα είναι τις περισσότερες φορές το μόνο όπλο που έχεις, και αργά η γρήγορα τη συνηθίζεις τόσο πολύ που γίνεται αναπόσπαστο κομμάτι σου.
Έκανε δυο βήματα προς τα πίσω και κάθισε με αργές κινήσεις στην πέτρινη σκάλα. Ο Τάσος έκανε να τον βοηθήσει, αλλά μόλις τον ακούμπησε στην πλάτη εκείνος τινάχτηκε σα διάολος, λες και τον είχε χτυπήσει ηλεκτρικό ρεύμα. Τελικά τον άφησε να βολευτεί μόνος του και περίμενε λίγη ώρα κοιτάζοντας τον τοίχο απέναντί του.
«Τι έγινε;», ρώτησε τελικά, και κάθισε κοντά του δυο σκαλοπάτια χαμηλότερα. Τα μάτια του καρφώθηκαν χωρίς να το θέλει κάτω από το μαξιλάρι, στην κρυμμένη φωτογραφία που του γεννούσε τα ίδια περίπου συναισθήματα μ’ αυτό που ένοιωθε εκείνη τη στιγμή.
«Δε φαίνεται;»
«Δεν αφήνεις τις εξυπνάδες να τελειώνουμε; Δε σε ρωτάω γι’ αυτό που φαίνεται, άλλο σε ρώτησα. Εκτός κι αν σου ’μεινε κανένα κουσούρι από το ξύλο που σου ρίξανε και χάνω την ώρα μου».
Το παιδί πήρε μια βαθιά ανάσα και χαμήλωσε το κεφάλι.
«Χτες το πρωί μου έδωσαν να παραδώσω ένα πακέτο. Δεν ξέρω τι είχε μέσα…»
«Και…»
«…κράτησα τα λεφτά. Όχι όλα… Σιχάθηκα τη ζωή μου ρε Τάσο!. Τι να έκανα; Ξέρεις τώρα. Πήγα έφαγα, αγόρασα κάτι ρούχα, βρήκα ένα ξενοδοχείο, βούτηξα στη μπανιέρα, έκανα τις βόλτες μου στην πόλη σαν άνθρωπος ρε συ… Πήγα και σινεμά. Ξέρεις από πότε είχα να πάω σινεμά;».
Σταμάτησε ξαφνικά. Ο Τάσος έβγαλε μια γόπα από την τσέπη του και την άναψε μ’ ένα σπίρτο. Τράβηξε μια ρουφηξιά και του το έδωσε. Εκείνος το ακούμπησε απαλά στο μελανιασμένο του στόμα. Η βροχή έξω είχε αρχίσει να δυναμώνει και να χτυπάει τις λαμαρίνες που σκέπαζαν τις τρύπες στα κεραμίδια. Ο αέρας στο υπόγειο πάγωσε.
«Με βρήκαν στο Πάρκο της Γης. Είχα κρυφτεί κάτω από τη μικρή γεφυρούλα. Την ξύλινη. Την τελευταία… Γαμώτο. Ήταν πέντε, έξι, δεν θυμάμαι. Τους έδωσα όσα λεφτά είχα πάνω μου… τους είπα ότι θα έβρισκα και τα υπόλοιπα…τους… τους παρακάλεσα τους μπάσταρδους… γονατιστός….»
Σταμάτησε και έτριψε το λαιμό το λαιμό του. Έφτυσε με δυσκολία ένα αποτυχημένο γέλιο.
«Τα καθήκια. Δεν θυμάμαι καν πως τα κατάφερα να φτάσω ως εδώ, ρε συ. Το πιστεύεις;».
Δυο τρεις σταγόνες νερό έπεσαν πάνω στον Τάσο που σηκώθηκε ξαφνικά από το σκαλοπάτι που καθόταν.
«Δεν έκλεισες την πόρτα;»
Εκείνες σήκωσε τους ώμους.
«Τέτοια ώρα, τέτοια λόγια».
«Περίμενε λίγο».
Ανέβηκε τα σκαλιά κι έφτασε στο ισόγειο. Ένα ευρύχωρος προθάλαμος με μια σκάλα που οδηγούσε στο πάνω πάτωμα και τρεις πόρτες που έχασκαν ορθάνοιχτες και οδηγούσαν σε μισοσκότεινα δωμάτια γεμάτα μπάζα και σπασμένα έπιπλα. Η εξώπορτα πάντως ήταν κλειστή. Η τρύπα όμως δίπλα της –εκεί που κάποτε υπήρχε ένα παράθυρο¬– έχασκε ορθάνοιχτη κι η βροχή που έμπαινε μέσα είχε ήδη σχηματίσει μια λίμνη νερού που πότιζε το ξύλο και κυλούσε μέσα στις ρωγμές του. Βγήκε έξω, σήκωσε μια παλιά, σκεβρωμένη πόρτα που ήταν πεταμένη λίγα μέτρα πιο πέρα και την έγειρε μπροστά από την τρύπα. Κοίταξε τριγύρω, πήρε μια μεγάλη πέτρα και την ακούμπησε μπροστά στην ξύλινη πόρτα. Μπήκε μέσα. Δίπλα στη μεγάλη τρύπα, ανάμεσα σ’ ένα σωρό από ξύλα και κομμάτια από μαύρο μάρμαρο ήταν πεταμένες δυο-τρεις σακούλες γεμάτες ρετάλια. Έσκυψε, μάζεψε μια και πέταξε τα πανιά που βρήκε μέσα πάνω στο νερό που είχε μαζευτεί. Πάτησε με τα πόδια του τα βρώμικα πανιά μέχρι να ρουφήξουν όλο το νερό. Μετά έκλεισε με προσοχή την εξώπορτα κι έμεινε για λίγες στιγμές ακίνητος, σκεφτικός. Ίσα που να πάρει δυο τρεις βαθιές ανάσες. Δεν ήταν ιδέα του. Κάποιος τον παρακολουθούσε όση ώρα βρισκόταν στην αυλή, από το ερειπωμένο καλύβι απέναντι. Μια σκιά είχε κινηθεί μέσα στις σκιές κι αυτό δεν ήταν καλό σημάδι αυτή τη στιγμή.
Διάβολε, σκέφτηκε την ώρα που κατέβαινε τις σκάλες, αυτό μας έλειπε τώρα.

Σάββατο, Μάρτιος 25, 2006 

ΣΚΥΛΙΑ ΣΤΗ ΒΡΟΧΗ (ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΝΑ)

1.

Έβρεχε.
Δεν ξέρω τι είναι αυτό που κάνει τις περισσότερες ιστορίες να ξεκινούν με τόσο κοινότυπες κλιματολογικές παρατηρήσεις. Μπορεί να φταίει το γεγονός ότι στην αρχή υπάρχει μόνο ένα μπερδεμένο κουβάρι και τίποτα περισσότερο. Ένα μπερδεμένο κουβάρι στο μυαλό και μια λευκή σελίδα είναι μια εξίσωση με πολλούς αγνώστους, άρα και πολλές λύσεις. Κι από πού να αρχίσει κανείς; Το πιο εύκολο είναι να αρχίσει εξισώνοντας όλους τους αγνώστους με τη μονάδα για να έχει επιτέλους κάτι χειροπιαστό μπροστά του. Κι αυτό το «κάτι» είναι πολύ καλύτερο από μια άδεια σελίδα.
Παρόλα αυτά, υπάρχουν περιπτώσεις σαν και τη δική μου που ουρλιάζουν για αλήθεια. Κι η αλήθεια είναι ότι εκείνη τη μέρα έβρεχε. Καρεκλοπόδαρα. Ο ουρανός είχε μελανιάσει από το κακό του, το μυαλό του είχε σαλέψει από τους κεραυνούς και τις αστραπές και χτυπούσε την πόλη με την άσπλαχνη εκδικητικότητα θυμωμένου μικρού παιδιού. Το γιατί; Άγνωστο κι ανεξιχνίαστο. Παιδιά…
Γι’ αυτό ακριβώς περπατούσα με προσοχή κάτω από τις μαρκίζες και κοντοστάθηκα για μια στιγμή μπροστά στο γωνιακό κομμωτήριο πριν στρίψω για το σπίτι μου. Μια ματιά ήταν αρκετή. Εκείνο το χοντρό γουρούνι μπροστά στη πόρτα της πολυκατοικίας μου δεν έκανε καμιά προσπάθεια να κρυφτεί. Ακουμπούσε στο φτηνό μάρμαρο της εισόδου, ατάραχος και αμετακίνητος σαν πέτρα. Έκανα όπισθεν ολοταχώς σηκώνοντας το πέτο μου νευρικά. Έριξα μια ματιά στα σταθμευμένα αυτοκίνητα γύρω μου ψάχνοντας για τον αδερφό του. Οι αδερφοί Νασταζέ πάνε πάντα πακέτο ως γνωστό. Θα κάθεται πιθανότατα στο απέναντι μπαράκι, κατέληξα τελικά χωρίς να είμαι και τόσο σίγουρος.
Οι αδερφοί Νασταζέ!
Διάολε, σκέφτηκα, αυτό το καθήκι θα πρέπει να είναι πολύ τσατισμένος μαζί μου.
Αυτό το «καθήκι» ήταν ο Νίνο, ο ιδιοκτήτης ενός σκυλάδικου που με παρακάλεσε να τον βοηθήσω να ξεφορτωθεί από την πλάτη του μια ομάδα από παλικαράδες που του πουλούσαν προστασία. Με το αζημίωτο φυσικά.
«Καθαρά και παστρικά», μου είχε πει κατά λέξη, «δεν θέλω να τους ξαναδώ στα μάτια μου. Μου ρούφηξαν το αίμα οι αλήτες…».
«Ώπα», τον έκοψα, «αν θέλεις να γίνει καθαρά και παστρικά πάρε καθαρίστρια, ξέρεις ποιος είμαι και τι κάνω. Ένας είναι ο τρόπος και το ξέρεις καλά. Αλλιώς δεν θα ήμουν εδώ».
Μετά τα πράματα είχαν πάρει το δρόμο τους. Οι τρεις νταήδες μπήκαν αεράτοι και σίγουροι στο μαγαζί που λίγο-πολύ θεωρούσαν δικό τους. Τετράγωνοι κι αξύριστοι με το μάτι τους να γυαλίζει. Γυαλιστερά τερατάκια που μύριζαν σκόνες και σιρόπια. Μπορούσα να τους φανταστώ να ιδρώνουν όλη μέρα κάτω από τις μπάρες και να χτυπάνε αλύπητα τους κρεμασμένους σάκους των γυμναστηρίων. Τους ζήτησα να κάνουν μεταβολή και να εξαφανιστούν πριν μπουν στη ζώνη του Λυκόφωτους. Καθαρά και παστρικά, που λέει κι ο Νίνο. Γέλασαν με την ψυχή τους. Έσκασα κι εγώ το καλύτερό μου χαμόγελο. Ο τύπος μπροστά μου είχε μια χαρακιά στο μάγουλο που σταματούσε κάτω από το μάτι κι ήταν μάλλον ο πιο επικίνδυνος. Οι άλλοι δυο έβαλαν το χέρι τους ταυτόχρονα στη τσέπη κάνοντας ένα βηματάκι πίσω υπακούοντας σε κάποια τετριμμένη χορογραφία των ανθρώπων της νύχτας. Μαχαίρια. Μύρισα τον ιδρώτα τους και δεν υπήρχε ίχνος φόβου μέσα τους. Αυτό ήταν καλό γιατί δεν ήξεραν τι τους περιμένει. Ο κόσμος γύρω μας κάτι είχε μυριστεί στον αέρα και απομακρύνονταν όπως-όπως.
Ο τύπος με την ουλή έκανε ένα βήμα μπρος, σήκωσε το δεξί του χέρι και πήγε να με σπρώξει δήθεν αδιάφορα όπως θα έκανε κανείς σ’ ένα χαμίνι του δρόμου. Τον απέκρουσα με το δεξί χέρι, έκανα ένα βήμα στα αριστερά, έσφιξα τον καρπό του και χτύπησα με την παλάμη τεντωμένη τον απροστάτευτο αγκώνα του χωρίς δεύτερη σκέψη. Ακούστηκε ένα ξερό «κρακ» κι ένα ουρλιαχτό που θα συνοδεύει τους εφιάλτες του μια ζωή. Έγινε τόσο γρήγορα που οι άλλοι δυο έχασαν μερικά πολύτιμα δευτερόλεπτα. Δεν πτοήθηκαν πάντως, κι αυτό τους το αναγνωρίζω. Ο τύπος στα δεξιά επιτέθηκε με το μαχαίρι. Άρπαξα το σπασμένο χέρι του τύπου με την ουλή και τον τράβηξα ανάμεσα σε μένα και το μαχαίρι. Το μαχαίρι έσκισε τα πλευρά του κάνοντας έναν απαίσιο συριστικό ήχο. Εκείνος συνέχισε να ουρλιάζει από το νέο σοκ. Λίγο πριν γυρίσω στον τρίτο της παρέας για να ασχοληθώ μαζί του, ένοιωσα έναν οξύ πόνο στην μέση μου. Κλωτσιά από παπούτσι με σιδερένια μύτη. Διάολε, πως μου είχε ξεφύγει αυτό; Έκανα το λάθος να πιστέψω ότι το μικρό βηματάκι προς τα πίσω συνδέονταν με την τακτική του μαχαιροβγάλτη αλλά ξέχασα ότι υπάρχουν κάποιοι που προτιμούν τις κλωτσιές και παίρνουν φόρα μ’ αυτόν τον τρόπο.
Έπεσα πάνω στον τύπο με το σπασμένο χέρι και την πληγή στα πλευρά ρίχνοντάς τον πάνω στο φίλο του και γίναμε ένα κουβάρι. Ο τρίτος ξεθάρεψε και πλησίασε για να με αποτελειώσει. Το αίμα του λύκου μέσα μου άρχισε να κοχλάζει και να βαράει τα μηνίγγια. Δεν το απέφυγα τελικά. Μια ανεπαίσθητη ζάλη και το ένστικτο του ζώου με κυρίευσε. Αγνοώντας τον πόνο, γύρισα αστραπιαία και κάρφωσα με τα μάτια μου τον τύπο που πλησίαζε. Θα πρέπει να είδε κάτι άγριο στα μάτια μου γιατί ένοιωσα αμέσως τον φόβο να γεννιέται μέσα του ανεξέλεγκτος. Δεν τον αδικώ. Αντίκριζε κάτι πέρα από τον κόσμο του, κάτι που ξεπερνούσε την αντίληψή του για τα πράγματα: Δυο μάτια ζώου που δεν μπορούσε ποτέ να τα φανταστεί σε ανθρώπινο πρόσωπο. Παρόλα αυτά η κλωτσιά του είχε ήδη ξεκινήσει για το ραντεβού της. Το μόνο που μου έμενε να κάνω ήταν μια παράλογη κίνηση που ούτε κι εγώ περίμενα να την κάνω καλά-καλά. Κινήθηκα με ταχύτητα μπροστά και δέχτηκα εκείνη την κλωτσιά στη κοιλιά. Γρύλισα –το κάνω καμιά φορά αυτό, ειδικά όταν πονάω– και γαντζώθηκα από το πόδι του προσπαθώντας να ξεχάσω τον πόνο που μου έσκιζε τα σωθικά. Διπλώθηκα στα δυο και τον στριφογύρισα. Γύρισε δυο φορές στον αέρα κι έσκασε στο πάτωμα σα σακί.
Ξαφνικά κάτι μέσα μου ψιθύρισε ότι ο τύπος με το μαχαίρι πίσω μου σηκωνόταν με απειλητικές διαθέσεις. Χωρίς να το σκεφτώ, πήρα μια καρέκλα και την τίναξα με δύναμη προς τα πίσω μου χωρίς να βλέπω. Ο τύπος την έφαγε στο κεφάλι και τινάχτηκε πίσω. Η κατάρα το έφερε και πήγε κι έπεσε πάνω στο πόδι του Νίνο που οι φωνές του προστέθηκαν στο γενικό χαμό.
Έκανα δυο βήματα πίσω και ακούμπησα σε μια κολώνα. Το αίμα του ζώου μέσα μου πάλευε να μερέψει τον πόνο μου. Άκουσα τον Νίνο να φωνάζει: «Θα σε σκοτώσω μπάσταρδε, θα σε σκοτώσω ηλίθιε. Μου έσπασες το πόδι…»
Μάλλον δεν ήταν η κατάλληλη στιγμή για να του ζητήσω αυτά που μου χρωστούσε. Γύρισα και χάθηκα μέσα στη νύχτα.

Τετάρτη, Δεκέμβριος 14, 2005 

Ray Bradbury

ΣΥΓΧΩΡΕΣΕ ΜΕ ΠΑΤΕΡ ΓΙΑΤΙ ΑΜΑΡΤΗΣΑ

( BLESS ME, FATHER, FOR I HAVE SINNED )

Ray Bradbury

Ήταν λίγο πριν τα μεσάνυχτα της παραμονής των Χριστουγέννων όταν ο πάτερ Μέλλον ξύπνησε. Δεν είχε κοιμηθεί παρά λίγα μόνο λεπτά. Μία παράξενη δύναμη μέσα του τον έσπρωχνε να σηκωθεί από το κρεβάτι, να ανοίξει διάπλατα την πόρτα της εκκλησίας, για να μπορεί το χιόνι που έπεφτε εκείνη την ώρα να μπαινοβγαίνει ελεύθερα, και να πάει να καθίσει στο εξομολογητήριο για να περιμένει.

Να περιμένει, τι;

Ποίος ξέρει;

Ποίος μπορούσε να ξέρει;

Ποίος μπορούσε να του πει;

Μα η παρόρμηση αυτή ασκούσε τόσο μεγάλη δύναμη πάνω του που του ήταν αδύνατον να μην την ακολουθήσει.

«Μα τι συμβαίνει επιτέλους;» ψιθύρισε σιγανά στον εαυτό του την ώρα που ντύνονταν. «Μου φαίνετε πως τρελαίνομαι. Ποίος θα μπορούσε να χρειάζεται την βοήθειά μου τέτοια ώρα; Και γιατί εγώ να πρέπει να...»

Ντύθηκε όμως και κατέβηκε κάτω. Άνοιξε την πόρτα της εκκλησίας διάπλατα και στάθηκε εκεί μπροστά της γεμάτος δέος για το αριστούργημα που αντίκριζαν τα μάτια του. Πιο όμορφο από οποιονδήποτε πίνακα σ’ όλη την ιστορία της ζωγραφικής. Ένα κέντημα από δαντελένιους κυματισμούς χιονιού που ακουμπούσαν απαλά στις στέγες των σπιτιών, θάμπωναν τους φανοστάτες των δρόμων και σκέπαζαν με λευκά πέπλα τα στριμωγμένα αυτοκίνητα που περίμεναν σιωπηλά, δίπλα στα πεζοδρόμια, την ευλογία των Χριστουγέννων. Το χιόνι άγγιζε τον δρόμο, άγγιζε τα βλέφαρά του, άγγιζε την καρδιά του. Όταν συνειδητοποίησε, πως τόση ώρα, δεν τολμούσε μήτε καν να αναπνεύσει, μπροστά σ΄ αυτήν την αλλοπρόσαλλη ομορφιά, γύρισε την πλάτη του, με το χιόνι να τον ακολουθεί σε κάθε του βήμα και κατευθύνθηκε στο εξομολογητήριο για να κρυφτεί.

«Ηλίθιε», σκέφτηκε. «Ένας χαζός γέρος είσαι μόνο. Φύγε λοιπόν από εδώ μέσα. Γύρνα πίσω στο κρεβάτι σου».

Και τότε το άκουσε. Ένας ήχος στην πόρτα, βήματα που σέρνονταν πάνω στο πέτρινο δάπεδο της εκκλησίας και τέλος το απαλό θρόισμα κάποιου εισβολέα στην άλλη πλευρά του εξομολογητηρίου.

«Συγχώρεσέ με πάτερ γιατί αμάρτησα». Ήταν μία ψιθυριστή αντρική φωνή.

Σαστισμένος από την αμεσότητα αυτού του αιτήματος ο πάτερ Μέλλον τον ρώτησε σχεδόν αμέσως.

«Πως το ήξερες ότι η εκκλησία θα ήταν ανοιχτεί τέτοια ώρα και πως εγώ θα ήμουν εδώ;»

«Προσευχήθηκα, πάτερ», ήταν η σιγανή απάντηση, «ο Θεός θέλησε να είσαι εδώ».

Δεν υπήρχε μάλλον απάντηση σ’ αυτό κι έτσι ο γέροντας κληρικός κι ο άλλος που φαινόταν να είναι ένας γερο αμαρτωλός με μια βραχνή σιγανή φωνή απόμειναν σιωπηλοί για μια στιγμή νοιώθοντας λίγη από όλη εκείνη την παγωνιά της αιωνιότητας, καθώς το ρολόι πάλευε να φτάσει τα μεσάνυχτα. Τέλος εκείνος ο παράξενος φυγάς της νύχτας επανέλαβε.

«Συγχώρεσε τον αμαρτωλό πάτερ».

Τα Χριστούγεννα έφταναν βιαστικά με τον γοργό βηματισμό τους πάνω στους χιονισμένους δρόμους, μα αντί για όλα εκείνα τα συνηθισμένα συμπονετικά και μεγαλόψυχα λόγια που μαλάκωναν συνήθως τις ανθρώπινες καρδιές, ο πάτερ Μέλλον έγειρε πάνω στο καφασωτό παραθυράκι και το μόνο που μπορούσε να πει ήταν...

«Θα πρέπει να είναι πραγματικά φοβερές οι αμαρτίες που σε βαραίνουν για να σε οδηγήσουν μία τέτοια νύχτα σ’ αυτή την αδύνατη αποστολή που όμως εκπληρώθηκε επειδή ο Θεός σ΄ άκουσε και μ΄ έσπρωξε να σηκωθώ από το κρεβάτι μου».

«Είναι πραγματικά φοβερές και θα το διαπιστώσετε κι εσείς σε λίγο».

«Τότε λοιπόν μίλησε μου παιδί μου», είπε ο ιερέας, «...πριν παγώσουμε κι οι δυο μας από το κρύο».

«Ναι θα μιλήσω», ψιθύρισε η ψυχρή φωνή πίσω από το λεπτό χώρισμα. «Ήταν πριν από εξήντα χρόνια...»

«Μίλα λοιπόν. Εξήντα χρόνια!!!» είπε με κομμένη την ανάσα. «Τόσο πολύ;»

«Εξήντα ολόκληρα χρόνια!!»

Μια βασανιστική σιωπή απλώθηκε στον αέρα.

«Συνέχισε», είπε τελικά ο κληρικός νοιώθοντας ντροπιασμένος που τον είχε διακόψει.

«Αυτή την βδομάδα κλείνουν εξήντα χρόνια από τότε που ήμουν ένα παιδάκι δώδεκα χρονών», συνέχισε μελαγχολικά η φωνή, «είχαμε κατέβει, εγώ μαζί με την γιαγιά μου, για τις χριστουγεννιάτικες αγορές μας, σε εκείνη την πόλη κάπου στα ανατολικά. Πηγαίναμε πάνω κάτω όλη την μέρα με τα πόδια. Ποίος είχε αμάξι άλλωστε εκείνο τον καιρό; Περπατούσαμε κι είχαμε πάρει τον δρόμο του γυρισμού κουβαλώντας όλα εκείνα τα τυλιγμένα δώρα όταν η γιαγιά μου είπε κάτι. Έχω ξεχάσει πια τι ήταν εκείνο που μου είπε μα εγώ είχα θυμώσει και έτρεξα μακριά της. Ήμουν μακριά μα μπορούσα να την ακούσω που με φώναζε να γυρίσω πίσω, έκλαιγε κι όμως εγώ δεν το είχα σκοπό να γυρίσω. Σπάραζε κι εγώ ήξερα πως την είχα πληγώσει, ένοιωθα όμως ευχαριστημένος και δυνατός κι έτρεξα ακόμα πιο μακριά γελώντας για να φτάσω πρώτος στο σπίτι. Όταν τελικά γύρισε κι εκείνη λαχανιασμένη, έκλαιγε ακόμα κι εγώ νόμιζα πως δεν θα σταματούσε ποτέ. Ντράπηκα τόσο πολύ που έτρεξα να κρυφτώ...»

Σώπασε για αρκετή ώρα

«Αυτό είναι όλο;» τον ρώτησε ο κληρικός παρακινώντας τον να συνεχίσει.

«Υπάρχουν κι άλλα, πολλά», μουρμούρισε η φωνή πίσω από το καφασωτό. «Συνέχισε», είπε εκείνος με τα μάτια σφαλιστά.

«Έκανα κάτι παρόμοιο και στην μητέρα μου λίγο πριν την Πρωτοχρονιά. Με θύμωσε. Έτρεξα πάλι μακριά. Την άκουγα να κλαίει πίσω μου. Χαμογέλασα κι άρχισα να τρέχω πιο γρήγορα. Γιατί; Γιατί, Θεέ μου, γιατί;»

Ο πάτερ Μέλλον δεν είχε καμία απάντηση να του δώσει.

«Αυτά είναι όλα, λοιπόν», τον ρώτησε στο τέλος με έναν ψίθυρο και έσκυψε για λίγο προς την πλευρά του άλλου νοιώθοντας μια παράξενη έλξη.

Η φωνή συνέχισε.

«Ένα καλοκαίρι κάτι παιδιά με χτύπησαν. Όταν έφυγαν, είδα πάνω σε έναν θάμνο δυο πανέμορφες πεταλούδες που σφιχταγκαλιάζονταν. Μισούσα την ευτυχία τους. Της άρπαξα και τις έλιωσα μέσα στο χέρι μου. Ω, Θεέ μου τι ντροπή».

Εκείνη την στιγμή ο άνεμος φύσηξε στην πόρτα της εκκλησίας και είδαν κι οι δυο τους ένα χριστουγεννιάτικο φάντασμα φτιαγμένο από χιόνι που εμφανίσθηκε για μια στιγμή για να διαλυθεί αμέσως μετά και να καταντήσει ένας λευκός σωρός χιονιού πάνω στο λιθόστρωτο.

«Υπάρχει κι ένα τελευταίο. Το πιο φοβερό...» συνέχισε ο γέροντας και χάθηκε για μία στιγμή μέσα στον πόνο του.

Και μετά μίλησε.

«Όταν ήμουν δεκατρία χρονών, πάλι την εβδομάδα των Χριστουγέννων, ο Μπο ο σκύλος μου το έσκασε κι είχε χαθεί για τρεις ολόκληρες μέρες. Ήταν ότι αγαπούσα περισσότερο σ’ αυτόν τον κόσμο. Ήταν μοναδικός, αξιαγάπητος, υπέροχος. Κι εντελώς ξαφνικά το ζώο είχε εξαφανιστεί και μαζί του εξαφανίστηκε όλη η ομορφιά και η αγάπη του κόσμου. Περίμενα. Έκλαιγα. Περίμενα. Προσευχόμουν. Ούρλιαζα μέσα στην ψυχή μου δίχως να μπορώ να βγάλω άχνα. Γιατί το ήξερα, το ήξερα πως δεν θα τον ξανάβλεπα ποτέ μου. Και τότε, ω τότε, εκείνη την παραμονή Χριστουγέννων γύρω στις δύο τα ξημερώματα, με τα πεζοδρόμια γεμάτα λασπόνερα και τους παγωμένους σταλακτίτες να αστράφτουν στις σκέπες των σπιτιών, κάτι με ξύπνησε και τον άκουσα να γρατζουνάει την πόρτα. Πήδηξα τόσο απότομα από το κρεβάτι μου που παραλίγο να σκοτωθώ. Άνοιξα την πόρτα με δύναμη κι ήταν εκεί, το κακόμοιρο το σκυλάκι μου ήταν εκεί, τρέμοντας ανήσυχο σκεπασμένο από βρώμικο λασπόχιονο. Ούρλιαξα από την χαρά μου, το πήρα μέσα, έκλεισα την πόρτα και γονάτισα δίπλα του. Το πήρα στην αγκαλιά μου και έκλαψα. Τι δώρο, Θεέ μου, τι δώρο !!! Φώναζα το όνομα του ξανά και ξανά, κι εκείνο έκλαιγε μαζί μου γεμάτο παραπονιάρικες κι ευτυχισμένες κραυγές. Και ξαφνικά σταμάτησα. Και ξέρεις τι έκανα; Μπορείς να το φανταστείς; Το χτύπησα. Ναι, το χτύπησα. Με γροθιές, χαστούκια και ξανά γροθιές. Κι έκλαιγα. Πως τόλμησες να φύγεις, πως τόλμησες να το σκάσεις, πως τόλμησες να μου το κάνεις αυτό, πως τόλμησες, πως τόλμησες; Το χτυπούσα, το χτυπούσα μέχρι που αισθάνθηκα αδύναμος, μέχρι που ένοιωσα τα αναφιλητά μου και μπόρεσα να δω τι είχα κάνει. Κι εκείνος κάθονταν εκεί, υπομένοντας τα πάντα σαν να καταλάβαινε ότι του άξιζε. Είχε προδώσει την αγάπη μου και να που τώρα κι εγώ είχα προδώσει την δική του. Τραβήχτηκα και τα δάκρυά μου έτρεχαν σαν ποτάμι από τα μάτια μου, η αναπνοή μου προσπαθούσε απεγνωσμένα να βρει τον ρυθμό της και ξαφνικά τον άρπαξα ξανά και τον έσφιξα στην αγκαλιά μου φωνάζοντας ... Συχώρεσε με, σε παρακαλώ, συγχώρεσε με Μπο. Δεν το ήθελα. Ω, Μπο, συγχώρεσε με...

»... όμως Θεέ μου δεν γινόταν να με συγχωρέσει. Πως θα μπορούσε άλλωστε; Ήταν ένα κτήνος, ένα ζώο, ένας σκύλος, ήταν ότι αγαπούσα περισσότερο. Και με κοίταξε με τα μεγάλα σκοτεινιασμένα μάτια του που μου έσφιγγαν την καρδιά. Εκείνο το σφίξιμο δεν λέει να φύγει από τότε, ούτε κι η ντροπή μου. Δεν μπορούσα να συγχωρέσω τον εαυτό μου. Σ’ όλα αυτά τα χρόνια που πέρασαν από τότε με κυνηγάει εκείνη η προδοσία της αγάπης. Και κάθε παραμονή Χριστουγέννων - καμία από τις υπόλοιπες μέρες του χρόνου - μα κάθε παραμονή Χριστουγέννων, το φάντασμά του γυρίζει, μπορώ να δω το σκυλί μου, ακούω τον ήχο από τα χτυπήματα και ξέρω πως έχω αποτύχει. Θεέ μου, το ξέρω».

Ο άνδρας έμεινε να θρηνεί σιωπηλά απέναντι του.

Και στο τέλος ο γερο κληρικός τόλμησε να ρωτήσει.

«Και είναι αυτός ο λόγος που σ΄ έκανε να έρθεις εδώ απόψε;»

«Ναι, πάτερ. Δεν είναι απαίσιο λοιπόν; Δεν είναι φοβερό;»

Ο ιερέας δεν μπορούσε να του απαντήσει γιατί και στο δικό του πρόσωπο έτρεχαν δάκρυα και για κάποιον ανεξήγητο για αυτόν λόγο ανέπνεε με δυσκολία.

«Άραγε θα με συγχωρέσει ο Θεός, πάτερ;», ρώτησε ο άλλος.

«Ναι».

«Εσύ θα με συγχωρέσεις, πάτερ;»

«Ναι. Μα άκου να σου πω κάτι παιδί μου. Όταν ήμουν δέκα χρονών συνέβησαν και σε μένα τα ίδια πράγματα. Με τους γονείς μου φυσικά και μετά με το σκυλί μου, την μεγαλύτερη μου αγάπη, που έφυγε μια μέρα και το μίσησα που μ΄ εγκατέλειψε κι όταν γύρισε πίσω κι εγώ σαν κι εσένα το αγκάλιασα και το χτύπησα και το ξαναγκάλιασα. Μέχρι τώρα δεν το έχω πει σε κανέναν. Η ντροπή παρέμεινε όλα αυτά τα χρόνια μέσα μου. Έχω εξομολογηθεί τα πάντα στον εξομολογητή μου εκτός από αυτό. Και...»

Σταμάτησε για μία στιγμή.

«Και, πάτερ;»

«Ο Θεός, ο Θεός, καλέ μου άνθρωπε, θα μας συγχωρήσει. Καταφέραμε τελικά να το πούμε, να το ξεριζώσουμε από μέσα μας. Κι εγώ, κι εγώ, ναι, θα σε συγχωρέσω. Μα θέλω κι εγώ...»

Ο γέρο κληρικός δεν μπορούσε να συνεχίσει γιατί καινούργια δάκρυα άρχισαν να κυλούν στο πρόσωπο του.

Ο άγνωστος από την άλλη πλευρά το κατάλαβε και τον ρώτησε πολύ προσεκτικά.

«Και θέλεις από μένα να σε συγχωρέσω, πάτερ;»

Ο ιερέας έγνεψε σιωπηλά. Ίσως ο άλλος να ένοιωσε την σκιά του ιερέα πάνω στο καφασωτό παραθυράκι γιατί σχεδόν αμέσως του απάντησε.

«Ωραία λοιπόν. Σε συγχωρώ».

Οι δυο τους κάθισαν για πολύ ώρα στο σκοτάδι κι ένα δεύτερο φάντασμα κινήθηκε μπροστά στην πόρτα της εκκλησίας και μετά σωριάστηκε κάτω έρμαιο στον δυνατό αέρα.

«Πριν φύγεις», είπε ο ιερέας, «έλα να πιούμε μαζί ένα ποτήρι κρασί».

Το μεγάλο ρολόι στην πλατεία, απέναντι από την εκκλησία άρχισε να χτυπάει μεσάνυχτα.

«Είναι Χριστούγεννα, πάτερ», ακούστηκε η φωνή πίσω από το χώρισμα.

«Τα ωραιότερα Χριστούγεννα που έγιναν ποτέ, νομίζω».

«Ναι. Τα ωραιότερα».

Ο γέρο ιερέας σηκώθηκε και βγήκε έξω.

Περίμενε μια στιγμή για να δει μια κίνηση ή να ακούσει κάποιο θρόισμα από την άλλη πλευρά του εξομολογητηρίου.

Δεν άκουσε τίποτα απολύτως.

Το πρόσωπό του κατσούφιασε και άνοιξε την μικρή ξύλινη πόρτα για να δει μέσα στον στενό θάλαμο.

Μα δεν υπήρχε κανείς εκεί μέσα.

Έμεινε να κοιτάζει τον άδειο θάλαμο με το στόμα του ορθάνοιχτο. Το χιόνι άρχισε να παίζει στον σβέρκο του.

Έβγαλε τα χέρια του από τις τσέπες για να μπορέσει να αισθανθεί το σκοτάδι.

Ο θάλαμος ήταν άδειος…

Γύρισε, κοίταξε την ορθάνοιχτη πόρτα και βιάστηκε να βγει έξω για να ψάξει.

Το χιόνι έπεφτε συντροφεύοντας τους τελευταίους χτύπους του ρολογιού που χτυπούσαν μεσάνυχτα. Οι δρόμοι ήταν έρημοι.

Γυρίζοντας πίσω τα μάτια του έπεσαν πάνω στον ψηλό καθρέφτη που υπήρχε στην είσοδο της εκκλησίας.

Και είδε, μέσα στον καθρέφτη, τον εαυτό του. Ένας γερασμένος άνθρωπος καθρεφτίζονταν στο παγωμένο γυαλί.

Δίχως καθόλου να σκεφτεί, σήκωσε το χέρι του και έκανε την χαρακτηριστική κίνηση της ευλογίας. Το είδωλο του μέσα στον καθρέφτη, του την ανταπέδωσε με τον ίδιο τρόπο.

Κατόπιν ο γέρο ιερέας γύρισε για τελευταία φορά και σκουπίζοντας τα μάτια του ξεκίνησε για να βρει το μπουκάλι με το κρασί.

Έξω, τα Χριστούγεννα όπως ακριβώς και το χιόνι, βρίσκονταν παντού.

Παρασκευή, Οκτώβριος 07, 2005 

ΑΓΟΡΑΣΤΕ ΤΟ ΔΙΑ

(και άλλες 69 πολύ μικρές ιστορίες του Φανταστικού)

ΣΥΛΛΟΓΗ

ΑΓΝΩΣΤΗ ΚΑΝΤΑΘ

Αγοράστε τον Δία λοιπόν, ή αν σας ενοχλούν τα πολύχρονα διαπλανητικά ταξίδια κάντε μια βόλτα στα βιβλιοπωλεία και αγοράστε τη φοβερή αυτή συλλογή μικρών διηγημάτων. Μετά γυρίστε αμέσως στην αγαπημένη σας πολυθρόνα κι ετοιμαστείτε να εκτοξευθείτε μέσα στους παράξενους λαβυρίνθους των αγαπημένων σας συγγραφέων: Φρέντερικ Μπράουν, Φίλιπ Χοσέ Φάρμερ, Ισαάκ Ασίμωφ, Χάρλαν Έλλισον, Άρθουρ Κλάρκ, Ρόμπερτ Σίλβερμπεργκ, Άμπρουζ Μπήρς, και άλλων πολλών, όχι και τόσο γνωστών (στην Ελλάδα) που περιμένουν στη σειρά ο ένας μετά τον άλλον για να γίνουν οι αγαπημένοι σας συγγραφείς.

Ανοίξτε το βιβλίο στην σελίδα 18 και διαβάστε το διήγημα «Σχεδιαστήριο» –εγώ το άνοιξα τυχαία αλλά εσείς μπορείτε να το κάνετε εσκεμμένα. Η περιπέτεια της αναγνωστικής σας απόλαυσής, αγαπημένοι παράξενοι φίλοι μου έχει μόλις αρχίσει. Τα μικρά λογοτεχνικά μαργαριτάρια του βιβλίου θα αρχίσουν να κατρακυλούν μπροστά στα μάτια σας, πολύχρωμα και γοητευτικά μ’ έναν εξαιρετικά δαιμονικό ρυθμό. Κι αφεθείτε…

Πληροφοριακά και εντελώς μεταξύ μας, το μικρότερο διήγημα της συλλογής «Ο τελευταίος Άνθρωπος στη Γη» έχει μόλις 15 παραπάνω λέξεις από τον αριθμό των λέξεων του τίτλου του, και ανήκει, φυσικά, στον υπέροχο Φρέντερικ Μπράουν. Έναν μάγο της πένας που είναι ικανός να βγάλει μέσα από το καπέλο του τα πιο υπέροχα κείμενα του κόσμου. Και πιστέψτε με, πρόκειται για ένα από εκείνα τα καπέλα που εποφθαλμιούν πάρα πολλοί συγγραφείς. Ένα καπέλο, που για να το κερδίσεις θα πρέπει να ξημεροβραδιάζεσαι γράφοντας και σκίζοντας πολλά χαρτιά. Γιατί εδώ που τα λέμε οι μικρές ιστορίες –οι πραγματικά πολύ μικρές ιστορίες– δεν είναι καθόλου εύκολη υπόθεση. Πρόκειται για έναν ιδιαίτερο λογοτεχνικό χώρο που οι λέξεις αξίζουν το βάρος τους σε χρυσάφι και αξίζουν ακόμα και την κάθε ουγκιά τους. Ένας χώρος που απ’ ότι ακούγεται αποτελεί την μεγαλύτερη πρόκληση για τον κάθε συγγραφέα. Κάτι σαν ρώσικη ρουλέτα …με μια άδεια θαλάμη.

Δύσκολη, πολύ δύσκολη υπόθεση, αλλά τι μας νοιάζει εμάς; Εμείς είμαστε απλώς οι αναγνώστες τους, είμαστε τα μάτια που διαβάζουν τα παράξενα όνειρα τους. Κι έχουμε να κάνουμε με πολύ παράξενα όνειρα… Η πείρα μου, μου έχει διδάξει πως δεν υπάρχουν αλήθειες, υπάρχουν μόνο ιστορίες. Κι όταν σου προσφέρουν έναν ολόκληρο πλανήτη και 69 ακόμα πολύ μικρές ιστορίες, δεν έχεις παρά να τις αρπάξεις…

Τρίτη, Οκτώβριος 04, 2005 

Η Δύναμη του Μύθου

Joseph Campbell

Εκδόσεις Ιάμβλιχος

Ο Τζόζεφ Κάμπελ υπήρξε ένας από εκείνους τους ελάχιστους ανθρώπους που η ζωή τους είναι απόλυτα συνυφασμένη με το έργο τους. Γεννημένος το 1904 στη Νέα Υόρκη ασχολήθηκε εντατικά, μετά τις σπουδές του στα πανεπιστήμια της Κολούμπια, του Παρισιού και του Μονάχου, με το αγαπημένο του αντικείμενο, την διεξοδική μελέτη της παγκόσμιας μυθολογίας. Μυθολόγος, δάσκαλος και για πολλούς ένας οραματιστής του χώρου του έζησε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του ταξιδεύοντας και δίνοντας διαλέξεις σε πανεπιστήμια όλου του κόσμου κι έγραψε έναν μεγάλο αριθμό βιβλίων ερμηνεύοντας σε βάθος όλα τα αρχετυπικά μυθολογικά πρότυπα. Επηρέασε επίσης και τον κινηματογράφο και ιδιαίτερα τον παραγωγό Τζόρτζ Λούκας ο οποίος γύρισε τον Πόλεμο των Άστρων και ήταν προσωπικός του φίλος. Υπήρξε επίτιμο μέλος του Ινστιτούτου Κ. Γκ. Γιούνγκ στο Σαν Φρανσίσκο και λίγο πριν το θάνατό του η Αμερικάνικη Ακαδημία των Τεχνών και των γραμμάτων τον εξέλεξε ως ένα από τα πενήντα της μέλη.

Το βιβλίο, Η Δύναμη του Μύθου, γραμμένο με τη μορφή διαλόγου, αποτελεί την έντυπη μορφή μιας μακροσκελούς συνέντευξης που έδωσε ο Κάμπελ στον δημοσιογράφο του CBS και PBS Μπίλ Μάγιερς στο πλαίσιο μιας τηλεοπτικής σειράς για την επιστήμη της μυθολογίας. Ο Κάμπελ καλείται να δώσει απαντήσεις σε ένα πλήθος ουσιαστικών ερωτημάτων, όπως: Τι είναι μύθος; Γιατί ασκεί τόση γοητεία στον άνθρωπο; Γιατί κάποια μυθολογικά μοτίβα όπως ο ήρωας ή παρθενογένεση, επαναλαμβάνονται ανεξαρτήτως εποχής και γεωγραφικών συντεταγμένων; Ποιος ο ρόλος του μύθου στη σύγχρονη κοινωνία;

Κι ο φημισμένος μελετητής μέσα από τα λαβυρινθώδεις μονοπάτια της συγκριτικής μυθολογίας, αντλώντας το υλικό του από κάθε πολιτιστική βαθμίδα και παράδοση, οδηγείται σιγά-σιγά σε γοητευτικά και συναρπαστικά συμπεράσματα. Το γεγονός αυτό είναι που κάνει το βιβλίο κατά τη γνώμη μου, ένα από τα σημαντικότερα βιβλία -αν όχι το σημαντικότερο- στον χώρο της επιστήμης της μυθολογίας. Γιατί πίσω από τα σύμβολά του ο μύθος και η λειτουργία του καταφέρνει και δίνει απαντήσεις στα αιώνια ερωτήματα του ανθρώπου που αφορούν τη σχέση του με το άγνωστο μαγευτικό ή πολλές φορές τρομακτικό σύμπαν μέσα στο οποίο βρέθηκε. Και γιατί η ουσία του μύθου, το καθαρό απόσταγμα του που υπάρχει κάτω από τα εξωτερικά του ενδύματα, αποτελεί ένα σίγουρο οδηγό στην επίμονη αναζήτηση του ανθρώπου να γνωρίσει τον εαυτό του.

Μια από τις επίμονες αναζητήσεις και αγωνίες του Κάμπελ μέσα από την μελέτη της συγκριτικής μυθολογίας, υπήρξε η αναζήτηση του Θεού. Ο ίδιος πίστευε πως οι εικόνες του Θεού είναι πολλές και ονόμαζε αυτές τις εικόνες «Μάσκες της Αιωνιότητας», τα διαφορετικά πρόσωπα δηλαδή του θεού στους διάφορους πολιτισμούς και παραδόσεις. Του άρεσε η διορατικότητα του ινδικού ρητού: «Η αλήθεια είναι μια, οι σοφοί έχουν πολλά ονόματα γι’ αυτήν». Κι ένας μύθος αποτελεί επίσης μια από τις μάσκες του Θεού -μια μεταφορά για ό,τι υπάρχει πίσω από την ορατή πλευρά του κόσμου.

Αλλά γιατί άραγε είναι τόσο σημαντική η λειτουργία των μύθων στη ζωή μας; Ο Κάμπελ απαντάει με την πείρα του ανθρώπου που έφτασε πολύ μακριά και γύρισε πίσω για να μοιραστεί τα όσα ανακάλυψε μαζί μας: «Διάβασε μύθους. Σε διδάσκουν ότι μπορείς να στραφείς εσωτερικά και τότε αρχίζεις να πιάνεις το νόημα των συμβόλων. Διάβασε τους μύθους άλλων λαών, όχι εκείνους της δικής σου θρησκείας, γιατί συνήθως ερμηνεύεις τη δική σου θρησκεία από την πλευρά των γεγονότων -αλλά εάν διαβάσεις άλλους, αρχίζεις να συλλαμβάνεις το μήνυμα. Ο μύθος σε βοηθάει να φέρεις το νου σου σε επαφή με αυτή την εμπειρία του να είσαι ζωντανός. Σου λέει τι είναι η εμπειρία».

Εκείνο που έχουμε ανάγκη στην εποχή μας, σύμφωνα με τον Κάμπελ, είναι : «...μύθους που να μην ταυτίζουν το άτομο με την τοπική ομάδα αλλά με τον πλανήτη». Η Μητέρα Γη, ολόκληρος ο πλανήτης μας είναι ζωντανός και οι νέοι μύθοι που τείνουν να προκύψουν από την καινούργια αυτή εικόνα είναι απρόβλεπτοι, αφού: « Δεν μπορείς να προβλέψεις τι θα είναι ένας μύθος, όπως δεν μπορείς να προβλέψεις τι θα ονειρευτείς απόψε. Οι μύθοι και τα όνειρα έρχονται από τον ίδιο τόπο. Προέρχονται από μια μορφή συνειδητοποίησης, η οποία πρέπει κατόπιν να εκφραστεί με συμβολική μορφή». Γιατί όταν ονειρευόμαστε, ψαρεύουμε σε κάποιον αχανή ωκεανό μυθολογίας που οδηγεί όλο και πιο βαθιά. Μέσα από τα όνειρα ο άνθρωπος μαθαίνει για τον εαυτό του. Κι αν το όνειρο αποτελεί μια αυστηρά προσωπική εμπειρία εκείνου του σκοταδιού που αποτελεί το στήριγμα της συνειδητής μας ζωής, ο μύθος είναι το όνειρο της ίδιας της κοινωνίας.

Και το ταξίδι μέσα στον μαγευτικό κόσμο των μύθων συνεχίζεται μέσα από μια κουβέντα στην οποία ο Κάμπελ μας προσφέρει απλόχερα τα κλειδιά που χρειαζόμαστε για να ανοίξουμε όλο και βαθύτερες πόρτες μέσα μας κι έναν ορίζοντα για να μπορέσουμε να κοιτάξουμε τους μύθους και τα μυστικά που βρίσκονται πολύ πιο πίσω από αυτούς, στην ίδια την καρδιά τους.

Μια μαθήτριά του στο κολέγιο Σάρα Λόρενς τον είχε ρωτήσει κάποτε:

- Παρακολουθώ τρία επιπλέον μαθήματα ξέρετε, και όλα απαιτούν πολύ διάβασμα. Πως περιμένετε να τελειώσω όλα όσα ζητάτε μέσα σε μια βδομάδα;

- Εκπλήσσομαι και μόνο που θα το προσπαθήσεις, της απάντησε ο Κάμπελ. Έχεις όλη τη ζωή μπροστά σου για να διαβάζεις.

Ο Κάμπελ πέθανε το 1987 και παρά την πολύμηνη μάχη που έδινε με τον καρκίνο συνέχισε να γράφει και να εργάζεται μέχρι την ημέρα του θανάτου του. Ίσως γιατί πίστευε πως η κάθε λέξη, η κάθε σκέψη, το κάθε καθρέφτισμα στον εσωτερικό μας εαυτό, είναι σημαντικά και πρέπει να μοιράζονται με τους άλλους ανθρώπους.

Δευτέρα, Οκτώβριος 03, 2005 

Στρατόπεδο Α

Thomas Dish

Εκδόσεις ARS LONGA/NEMO


Στο μακρινό μέλλον, στο παρασκήνιο ενός καταστροφικού πολέμου όπου χρησιμοποιούνται πυρηνικά και βακτηριολογικά όπλα, η πολεμική βιομηχανία του αμερικανικού στρατού πειραματίζεται σ΄ ένα από τα υπόγεια εργαστήριά της με μια ομάδα πολιτικών κρατουμένων. Στην προσπάθεια τους να αναπτύξουν στο έπακρο τα φονικά τους όπλα, οι αμερικανοί επιστήμονες κατασκευάζουν και διοχετεύουν στους κρατούμενους τους έναν περίεργο μεταλλαγμένο βακτηρίδιο, που έχει την ικανότητα να ανεβάζει την ευφυία τους στο έπακρο αλλά τους σκοτώνει μέσα σε λίγους μήνες. Τα θύματα όμως του σατανικού αυτού πειράματος, καταστρώνουν ένα παράξενο, τρομακτικό σχέδιο απόδρασης...

Για να πω την αλήθεια δεν περίμενα τίποτα παραπάνω από ένα απλό, καλό θρίλερ επιστημονικής φαντασίας, βασισμένος κυρίως στο όνομα του συγγραφέα που αποτελεί μια καλή εγγύηση στον συγκεκριμένο χώρο. Αντί γι’ αυτό ανακάλυψα ένα αριστούργημα που «θάφτηκε» κάτω από την ετικέτα της επιστημονικής φαντασίας -αχ αυτή η καταραμένη μας συνήθεια να χωρίζουμε σε κατηγορίες την λογοτεχνία.

Το Στρατόπεδο Α που γράφτηκε το 1968, θεωρείται σήμερα από τους κριτικούς σαν ένα από τα δέκα καλύτερα βιβλία επιστημονικής φαντασίας όλων των εποχών. Πρωτοδημοσιεύτηκε σε συνέχειες στο αγγλικό περιοδικό New Worlds, και θεωρήθηκε πολύ «βαρύ» για να βραβευτεί με κάποιο από τα μεγάλα βραβεία επιστημονικής φαντασίας, Hugo ή Nebula, κέρδισε όμως το αντίστοιχο αυστραλιανό βραβείο Ditmar. Ο Thomas Dish με το Στρατόπεδο Α, κατάφερε να γράψει ένα από τα καταπληκτικότερα λογοτεχνικά έργα των τελευταίων χρόνων, που δυστυχώς το ανακαλύπτουν μόνο οι οπαδοί της επιστημονικής φαντασίας. Ακόμα κι εκείνοι όμως, δίχως να καταλαβαίνουν καλά-καλά που να το κατατάξουν, μέσα στον κυκεώνα τον υποκατηγοριών τους, αρκέστηκαν να το χαρακτηρίσουν σαν ένα «από τα μοντέρνα κλασικά έργα σοβαρής και ώριμης επιστημονικής φαντασίας».

Κι αν το δεις από την δική τους οπτική, η ιστορία που είναι πάνω κάτω όπως την περιέγραψα παραπάνω, τους δικαιώνει. Μια Γη στο μακρινό μέλλον, πυρηνικός και βακτηριολογικός πόλεμος, ταξίδια στο φεγγάρι... ναι, έχουν το δίκιο τους. Εντάσσεται εύκολα στο χώρο της επιστημονικής φαντασίας. Το μόνο πρόβλημα όμως είναι... πως το βιβλίο δεν αναφέρεται καθόλου σ’ όλα αυτά, που αποτελούν απλώς φευγαλέες αναφορές και νύξεις που καταθέτει ο συγγραφέας για να εκπληρώσει τον σκοπό του, να κατορθώσει το ακατόρθωτο. Γιατί περί αυτού ακριβώς πρόκειται.

Ο Dish προσπάθησε να γράψει ένα βιβλίο στο οποίο θα έπρεπε να ξεπεράσει τον Dish!!! Ήταν ένα παράτολμο στοίχημα που έβαλε με τον εαυτό του και το κέρδισε. Η ιστορία όπως σας τη διηγήθηκα είναι τόσο απλή που ένας καλός συγγραφέας θα μπορούσε να την γράψει επιτυχημένα με χίλιους τρόπους. Ε, λοιπόν ο Dish διάλεξε τον χιλιοστό πρώτο τρόπο, που μπορεί να υπάρχει στο μυαλό ενός συγγραφέα αλλά πολύ σπανία τον επιλέγει κανείς. Από φόβο.

Αυτή είναι η διαφορά ενός καλού βιβλίου κι ενός αριστουργήματος. Η επιλογή του πιο δύσκολου τρόπου προσέγγισης της ιδέας του συγγραφέα. Μια νέα προσέγγιση πάνω σ’ ένα απλό και τετριμμένο θέμα. Έτσι το Στρατόπεδο Α, είναι γραμμένο με την μορφή του ημερολογίου ενός από τους κρατούμενους-πειραματόζωα, όπου παρακολουθούμε έκπληκτοι κι εκστατικοί πολλές φορές, τον καλπασμό της ανθρώπινης ευφυίας προς την παράνοια. Είναι όμως τόσο πειστικό κι αληθινό, που δύσκολα θα σκεφτόμασταν μέσα στον ίλιγγο της ανάγνωσης πως όλα όσα διαβάζουμε προέρχονται από την πένα ενός απλού ανθρώπου, που ποτέ του δεν αντίκρισε ένα μεταλλαγμένο βακτηρίδιο παρά μόνο στη φαντασία του.

Στις ημερολογιακές καταγραφές του Λούι Σακέτι, που είναι ο ήρωας του βιβλίου, βρίσκουμε ένα εκπληκτικό σταυροδρόμι από όπου περνούν παράξενες και σημαντικές προσωπικότητες: Ζενέ, Ρεμπώ, Δάντης, Σαίξπηρ, Αρχιμίδης, Στήβενσον, Τζόυς, Κόλριτζ, Βίντγκεσταϊν, Ωντέν, Πασκάλ, Γκαίτε, Ίψεν, Καίστλερ, Ντύρερ, Αυγουστίνος, ο Θωμάς ο Ακινάτης, Μίλτων, Ρίλκε, Ματίς, Μαν, Γέητς, Στράους, Λωτρεαμόν, Μπάροουζ...

Κι ακόμα δεν μπορώ να καταλάβω τι σχέση μπορεί να έχει η επιστημονική φαντασία (ως ορισμός στο συγκεκριμένο έργο) σ’ ένα βιβλίο που αναφέρεται στον Παράκελσο, στον Γκέμπερ, στον Φλαμμέλ, στην τέχνη της αλχημείας, στο Μέγα Έργο, στη Φιλοσοφική Λίθο, τον Εωσφόρο, το άγιο Δισκοπότηρο, την Καμπάλα και τους θεοσοφιστές.

Δεν είναι καθόλου παράξενο λοιπόν που κάποιος καλός μου φίλος, λάτρης της επιστημονικής φαντασίας, μου δήλωσε «χωρίς φόβο και πάθος» πως δεν μπόρεσε να τελειώσει το βιβλίο γιατί τον κούρασε και δεν το καταλάβαινε. Είναι φυσικό. Πως μπορεί κανείς να μεταπηδήσει ξαφνικά από την κλασική ή την σκληρή επιστημονική φαντασία, σ’ ένα παράξενο μεγαλοφυές κείμενο που βρίθει από μυστικισμό, ποίηση, θρησκευτικές αναλύσεις, μεταφυσικές καταδύσεις, ζωγραφική, θέατρο, μουσική, ψυχολογικές ερμηνείες, παράνοια, τρέλα και εγκεφαλικές εκρήξεις;

Ίσως τελικά ο Dish, που θεωρείται ως κατ’ εξοχήν συγγραφέας επιστημονικής φαντασίας, να θέλησε να διευρύνει με τον τρόπο του, την οπτική των αναγνωστών του. Να τους δείξει πως η επιστημονική φαντασία και οι δημιουργοί της, αποτελούν απλώς την κορυφή του δικού τους παγόβουνου, η οποία στηρίζεται πάνω σε μια τεράστια κι ανεξάντλητη λογοτεχνική παράδοση αιώνων. Και πως όταν λειώσουν όλα τα παγόβουνα, εκείνο που θα μείνει θα είναι ένας και μοναδικός απύθμενος ωκεανός. Προτιμώ να φαντάζομαι την επιστημονική φαντασία σαν ένα ακόμα αεράκι στα πανιά των εξερευνητών της λογοτεχνίας που ταξιδεύουν ολοένα και μακρύτερα ακολουθώντας πεισματικά τα παράξενα οράματα τους.

About me

  • I'm simon says
  • From Athens, Greece
My profile
Powered by Blogger
and Blogger Templates
Creative Commons License
.

This work is licensed under a Creative Commons License