Τρίτη, Σεπτέμβριος 25, 2007 

Καλό Χειμώνα

ΧΟΥΑΝ (ΧΟΜΕΡΟ) ΣΟΛΒΕΝΙΟ

Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΣΤΟ ΠΑΤΟ ΤΟΥ ΒΑΡΕΛΙΟΥ

Ο αργεντινός ποιητής Χουάν Σολβένιο, έγραφε τον χειμώνα του 1965 στο ποίημά του Η Παράξενη Γλώσσα της Ψυχής:

...Δεν μπορείς να συλλαβίσεις την γλώσσα των ονείρων

για τον ίδιο λόγο που δεν μπορείς πια

να απαριθμήσεις τους πάπυρους που φώτιζαν τα ράφια

της βιβλιοθήκης της Αλεξάνδρειας

εκείνη την νύχτα που χάθηκε για πάντα στην άβυσσο του χρόνου.

Ξέρεις μόνο πως κάποτε υπήρξε μία παράξενη γλώσσα και μία βιβλιοθήκη.

Ξέρεις, πως το μόνο που σου έχει απομείνει είναι αυτός ο πυρετός.

Ξέρεις μόνο πως αυτός ο πυρετός,

είναι με τον τρόπο του, εκείνη η βιβλιοθήκη κι εκείνη η γλώσσα.

Ο Χουάν Σολβένιο έσκυψε για μια τελευταία φορά μέσα του, ξεφύλλισε «τα φύλλα της καρδιάς του» -μερικές ακόμα σελίδες στο Μεγάλο Βιβλίο του Μαλλαρμέ - και αντίκρισε μια βαθιά αλήθεια: η απώλεια και η θλίψη των πραγμάτων που αγαπήσαμε είναι που μας κάνει ποιητές, συγγραφείς, ανθρώπους. Το κενό που νοιώθουμε πολλές φορές μέσα μας δεν είναι παρά η δύναμη που κινεί ολόκληρο το σύμπαν. Μερικά χρόνια αργότερα ο Σολβένιο πεθαίνει από καρκίνο των πνευμόνων, μόνος και άγνωστος σε κάποιο νοσοκομείο του Μπουένος Άιρες, αφήνοντας πίσω του μια ακόμα απώλεια. Την ώρα που ξεψυχούσε κάποιο ραδιόφωνο ίσως μουρμούριζε το τραγούδι «Far Side of the Hill» του Barry McGuire: «Μερικοί άνθρωποι γεννήθηκαν για να δουλεύουν όλη τη μέρα μέσα σ’ ένα δωμάτιο, εγώ όμως γεννήθηκα για να περιπλανιέμαι». Το ποίημα του Η Παράξενη Γλώσσα της Ψυχής, βρίσκεται σήμερα στην μεγάλη ανθολογία της ισπανόφωνης ποίησης που εκδόθηκε το 1991 στην Αμερική, κι αποτελεί ίσως ειρωνεία το γεγονός πως μπορεί κανείς να το διαβάσει αμέσως μετά από το Ποίημα των Δώρων του Χόρχε Λουίς Μπόρχες, ενός ανθρώπου που απ’ ότι φαίνεται επηρέασε πάρα πολύ τον Σολβένιο.

Οι μεγάλοι συγγραφείς συμφωνούν συνήθως με τον έναν ή με τον άλλο τρόπο, πως τα σημαντικότερα πράγματα σε μια ιστορία -κι αυτό ισχύει παραδόξως και για τους ανθρώπους- είναι εκείνα που δεν αποκαλύπτονται ποτέ, εκείνα δηλαδή που επαφίονται στην φαντασία μας για να τα αποκρυπτογραφήσει. Ένα βιβλίο ή κι ένας άνθρωπος, μας διηγείται συνήθως μια συνηθισμένη ιστορία που κάποιες φορές την βρίσκουμε αδιάφορη ενώ άλλες φορές την ερωτευόμαστε από την πρώτη στιγμή. Κάτι ανάλογο συνέβη και με μένα, όταν διάβασα για πρώτη φορά την ιστορία του Χουάν (Χομέρο) Σολβένιο σε κάποιο αμερικάνικο περιοδικό.

Το ποίημά του Η Παράξενη Γλώσσα της Ψυχής βρέθηκε γραμμένο πάνω σ’ ένα παλιό πακέτο τσιγάρα από κάποιον νοσοκόμο την ώρα που πήγαινε τα ρούχα του Σολβένιο στο φούρνο του νοσοκομείου για να τα κάψει. «Ήταν ένα πολύ παλιό πακέτο τσιγάρα», δήλωνε αργότερα ο νοσοκόμος. «Μουχλιασμένο από την υγρασία, σχεδόν αρχαίο. Πρόσεξα πως κάτι έγραφε πάνω του κι έτσι το έβαλα στη τσέπη. Ποτέ μου δεν κατάλαβα το γιατί. Ήταν ένα ποίημα όπως διαπίστωσα αργότερα. Το έδειξα στον αδερφό μου, τον Άλβιο που δούλευε σ’ ένα βιβλιοπωλείο. Εγώ δεν καταλαβαίνω από αυτά τα πράγματα. Του άρεσε και μου ζήτησε να το κρατήσει. Με ρώτησε τι γνώριζα για εκείνον τον άνθρωπο. Του είπα πως ήταν ένας από εκείνους τους αλήτες του Μπουένος Άιρες που φέρνει η αστυνομία στο νοσοκομείο μας κάθε τόσο για να ξεψυχήσουν. Αυτό μόνο του είπα, το όνομα ενός αλήτη».

Τελικά ο αδερφός του που «καταλάβαινε από αυτά τα πράγματα» παθιάστηκε τόσο πολύ από το ποίημα στο πακέτο που αποφάσισε να ανακαλύψει όσα περισσότερα μπορούσε για τον περίεργο «αλήτη». Μαζί με κάποιους φίλους του άρχισαν να οργώνουν την πόλη του Μπουένος Άιρες για να βρουν πληροφορίες. Το γεγονός πως το όνομά του ήταν το πραγματικό του όνομα υπήρξε μια πολύ καλή αρχή. Μετά από μια βδομάδα ανακάλυψε πως ο Σολβένιο είχε γεννηθεί στα περίχωρα της πόλης πριν από 79 περίπου χρόνια, το σπίτι του όμως δεν υπήρχε πια γιατί η περιοχή εκείνη είχε μεταμορφωθεί σε βιομηχανική ζώνη τα τελευταία τριάντα χρόνια. Αλλά δυστυχώς εκεί σταματούσαν όλα. Καμιά άλλη πληροφορία για τον «ποιητή του πακέτου». Κι εκεί που άρχισε να απελπίζεται, εμφανίστηκε ξαφνικά ένας φίλος του Σαλβένιο στο νοσοκομείο και ρωτούσε γι’ αυτόν. Ο αδερφός του τον ειδοποίησε αμέσως κι εκείνος έτρεξε να συναντήσει τον άγνωστο.

«Ήταν ένας αλήτης. Βρώμικος με ξεσκισμένα ρούχα κι έσερνε λίγο τα δεξί του πόδι, θυμάμαι πως φορούσε κάτι λιγδιασμένα γάντια γεμάτα τρύπες. Τον ρώτησα για τον Σολβένιο. Στην αρχή ήταν νευρικός και επιφυλακτικός αλλά ηρέμησε όταν τον πήγα σ’ ένα μαγαζί και του έδωσα να φάει. Έφαγε πρώτα και μετά μου μίλησε για τον φίλο του, τον Χομέρο (έτσι τον έλεγε). Τον ήξερε γύρω στα τρία χρόνια κι ήταν φιλοξενούμενός του. Έμεναν μαζί, αλλά δεν γνώριζε τίποτα γι’ αυτόν, γιατί ο Χομέρο δεν μιλούσε πολύ για τα παλιά. Του ζήτησα να με οδηγήσει στο σπίτι του, γιατί ήθελα να ψάξω να βρω κι άλλα ποιήματα του. Εκείνος γέλασε μόλις με άκουσε και με οδήγησε στο ...σπίτι του Σολβένιο».

Ο αλήτης τον οδήγησε στο «σπίτι» του Σολβένιο που βρίσκονταν (τελικά) στη βιομηχανική περιοχή του Μπουένος Άιρες(!). Σταμάτησαν το αμάξι σε μια ερημική περιοχή, ανέβηκαν και κατέβηκαν με τα πόδια σωρούς σκουπιδιών και παλιοσίδερων, έφτασαν σ’ έναν τεράστιο σκουριασμένο αγωγό και μπήκαν μέσα. Στο βάθος του αγωγού ο αλήτης παραμέρισε μια κουρελού και βρέθηκαν στο σπίτι του Χουάν (Χομέρο) Σολβένιο. Ήταν μια σκοτεινή τρύπα. Ο αλήτης άναψε ένα κερί, τα μάτια του ήταν βουρκωμένα, έδειξε ένα παλιό ξύλινο βαρέλι σε μια άκρη της βρώμικης τρύπας κι αποχώρησε. Στο πάτο του βαρελιού υπήρχε μια σακούλα γεμάτη παλιά πακέτα τσιγάρα ...κι ήταν όλα τους γραμμένα.

Από εκεί και πέρα η ιστορία πήρε τον δρόμο της. Ο Άλβιο επιμελήθηκε όσα από τα ποιήματα του Σολβένιο μπορούσαν να διαβαστούν (πάρα πολλά πακέτα είχαν σαπίσει από την υγρασία) και τα έκδωσε σε μια ποιητική συλλογή με τον τίτλο Στο Πάτο του Βαρελιού. Τέσσερα χρόνια αργότερα τα ανακάλυψε ένας αμερικάνος ατζέντης και αγόρασε τα δικαιώματα του βιβλίου για μια έκδοση του στην Αμερική. Στην εισαγωγή της συλλογής ο επιμελητής της, Άλβιο Κοχιέρο γράφει: «Ανακάλυψα σ’ ένα από τα πακέτα του παππού Χομέρο ένα στίχο του Έλλιοτ: ‘’Δεν θα σταματήσουμε ποτέ να εξερευνούμε, και το τέλος όλης μας της εξερεύνησης, θα είναι να ξαναγυρίσουμε εκεί απ’ όπου είχαμε αρχίσει, και να γνωρίσουμε τον τόπο για πρώτη φορά’’. Ο Σολβένιο, μετά από μια περιπετειώδη κι αλλόκοτη για μας ‘’ζωή των δρόμων’’ επέστρεψε τελικά στην γενέτειρά του, στο σπίτι του που δεν υπήρχε πια, για να περάσει τα τελευταία χρόνια της ζωής του, εκεί από που την είχε αρχίσει κι ίσως τελικά και να κατάφερε να ‘’γνωρίσει τον τόπο για πρώτη φορά’’. Έστω και από το βάθος εκείνης της τρύπας όπου ζούσε, πίσω από την πολύχρωμη βαριά κουρελού που οδηγούσε στο Μπουένος Άιρες των ονείρων του...»

Τελικά η Αργεντινή ανακάλυψε τον Σολβένιο από την αμερικάνικη έκδοση των ποιημάτων του και τον συμπεριέλαβε στον κατάλογο των αγαπημένων παιδιών της. Κάλλιο αργά παρά ποτέ, θα έλεγε κανείς. Δεν ξέρω όμως αν αυτό έχει τελικά καμιά αξία για τον ίδιο τον Σολβένιο, που πέθανε μόνος του σ’ ένα νοσοκομείο του Μπουένος Άιρες, ένας άνθρωπος που δεν υπήρξε παρά «ένας αλήτης κι ένα όνομα» όσο ζούσε.

Ο ανήσυχος αυτός άνθρωπος που περιπλανήθηκε τόσο πολύ στη ζωή του για να ξαναβρεθεί στο τέλος στο ίδιο σημείο από όπου ξεκίνησε, εβδομήντα εννιά περίπου χρόνια μεγαλύτερος κι ίσως λιγάκι πιο σοφός, έγραψε σε κάποιο από τα αγαπημένα του πακέτα (μεταφράζω από την αγγλική έκδοση) με μαύρο μολύβι:

....Πολλές φορές στην δύση μιας μέρας αδιάφορης

μας στοιχειώνουν πράγματα παράξενα,

που δεν τολμά κανείς να ψιθυρίσει.

Γιατί δεν υπάρχουν ονόματα λιμανιών, μόνο ταξιδιών πορείες.

Καλό ταξίδι παππού Χομέρο......

Πέμπτη, Μάρτιος 22, 2007 

Διάλλειμα για Βιβλία

Μετά από την ευγενική πρόσκληση της Λείας Βιτάλη, ορίστε 10 βιβλία που διάβασα τα τελευταία... χρόνια και μου άρεσαν (με την εξαίρεση του 04 που το διαβάζω ξανά και ξανά κάθε 2-3 χρόνια από το 1986...:Ο).

01. The Malazan Book of the Fallen (Vol. 1-10), Steven Erikson
02. The Gap Series (Vol. 1-5), Stephen R. Donaldson

03. Η Σκιά του Ανέμου, Carlos Ruiz Zafon
04. Φάμπιαν : Η Ιστορία ενός Ηθικολόγου, Έριχ Κέστνερ
05. Women Who Run With the Wolves, Clarissa Pinkola Estes, Ph.D.
06. Ο Φανοκόρος, Anthony O'Neill
07. Η Δύναμη του Μύθου, Τζόζεφ Κάμπελ
08. Outside the Dog Museum, Jonathan Carroll
09. Μαύρη Φιλολογία
, Πάμπλο Δε Σάντις
10. Prometheus Rising, Robert Anton Wilson

Οι επόμενοι στη σειρά είναι οι: ,
1. triant-aris
2. severin
3. oneiros
4. Poetic Justice
5. carma

:O)

Τετάρτη, Μάρτιος 14, 2007 

Κι άλλο μικρό διάλλειμα για παιχνίδι

Μετά από την ευγενική πρόταση της angeta για το παιχνίδι, ορίστε η συνεισφορά μου. Οι λέξεις που μου δόθηκαν είναι οι εξής:

Ερυθρόδερμων

Φαράγγια

Απληστία

Τροφή

Ταπεινώσεις

……

Uqwastnala: Αρχαία τελετή μύησης των αυτόχθονων ερυθρόδερμων φυλών που κατοικούν στην Κεντρική Κινδαία στο χείλος του μεγάλου Δυτικού Ρήγματος. Σύμφωνα με τον ανθρωπολόγο Jup Steinnar στη μελέτη του «Μαύρα Φαράγγια: Μέθοδοι Επιβίωσης και Λατρευτικά Συστήματα στο Δυτικό Ρήγμα» πρόκειται για ένα πανάρχαιο και σύνθετο τελετουργικό ενηλικίωσης που συνδέει τη μυθολογική προϊστορία με την ομαλή κι απρόσκοπτη μεταβίβαση της γνώσης από γενιά σε γενιά.

«Οι δυο μετεωρίτες», γράφει ο Steinnar. «που δημιούργησαν τα δυο τεράστια ρήγματα στον πλανήτη μας πριν από 850 χιλιάδες χρόνια, αποτελούν τον θεμέλιο λίθο γύρω από τον οποίο οι αυτόχθονες αυτοί συνέθεσαν τους μύθους και τις παραδόσεις τους. Σε αντίθεση με τις φυλές του Ανατολικού Ρήγματος που δημιούργησαν μια ηρωική μυθολογία για να δικαιολογήσουν την πολιτισμική τους εξάπλωση και την απληστία των επεκτατικών τους πολέμων, οι φυλές της Δύσης έμειναν πιστές στη λατρεία της γης και στις πατροπαράδοτες αξίες τους για να επιβιώσουν στο δύσκολο φυσικό περιβάλλον όπου ζούσαν. Έτσι οι δυο καταστροφικοί εκείνοι μετεωρίτες μεταμορφώθηκαν μυθολογικά στο “Πρώτο Ουράνιο Ζευγάρι” από το οποίο πιστεύουν ότι προέρχεται ολόκληρη η ανθρωπότητα».

Η uqwastnala, που στην γλώσσα τους σημαίνει “ποτέ μόνος”, αρχίζει με την τελετουργική απαγωγή ενός δωδεκάχρονου αγοριού από μια ομάδα ανδρών κι ενός δωδεκάχρονου κοριτσιού από μια ομάδα γυναικών. Οι γονείς τους προσπαθούν να αποτρέψουν τις απαγωγές τους αλλά «αποτυγχάνουν» και απομένουν πίσω να κλαίνε αγκαλιασμένοι μπροστά στην καλύβα τους.

Τα παιδιά οδηγούνται χωριστά, με τα μάτια κλειστά, σε δυο απομονωμένες κι αφιλόξενες μυστικές τοποθεσίες, βαθιά μέσα στο μεγάλο ρήγμα, όπου υποβάλλονται σε πολυήμερες νηστείες και καθημερινές διδασκαλίες της μυστικής γνώσης των προγόνων τους. Το αγόρι που είναι δεμένο απ’ το πόδι μ’ ένα σχοινί σ’ ένα δέντρο υποβάλλεται σε μια σειρά από τελετουργικές πράξεις, όπως περιτομή, ομαδικοί ξυλοδαρμοί και φοβερές ταπεινώσεις μπροστά στα μάτια του κοριτσιού. Το κορίτσι από την άλλη μαθαίνει από τις γυναίκες της φυλής, τα μυστικά και την δύναμη του αίματος (κομβικό σημείο της επιλογής του κοριτσιού για την τελετουργία αυτή είναι η έναρξη της εμμηνόρροιας). Μαθαίνει ποια είναι και ποιος είναι ρόλος της μέσα στη φυλή. Της αποκαλύπτουν ακόμα ότι είναι ο φορέας της ζωής και το μισό κομμάτι από το «Πρώτο Ουράνιο Ζευγάρι»

Στο τέλος του τελετουργικού δίνουν στο κορίτσι ένα μαχαίρι για να κόψει το σχοινί στο οποίο είναι δεμένο το αγόρι και επιστρέφουν χέρι-χέρι πίσω στο χωριό όπου βρίσκουν ένα τραπέζι γεμάτο πλούσια, ζεστή τροφή που είναι και η πρώτη προσφορά της φυλής στον νέο άντρα και στη νέα γυναίκα που έφτασαν στο χωριό τους. Στη συνέχεια τους δίνουν τα καινούργια τους ονόματα και τους οδηγούν σε μια καλύβα που έχει χτίσει ειδικά γι’ αυτούς στη διάρκεια της απουσίας τους.

(Great Encyclopaedia of Tlon, τόμος XXXVI, σελ, 692)

……..

Οι δικές μου πέντε λέξεις για να συνεχιστεί το παιχνίδι είναι:

Χρώματα
Υπόγειο
Μονοπάτι
Νήμα
Κηλίδα

Το ξέρω ότι είναι λίγο αργά (λείπω από το δίκτυο εξαιτίας ενός ατυχήματος) αλλά το δικό μου το μπαλάκι πάει στους:

Λεία Βιτάλη
Raffinata
Aeipote
Axenbax
Severin

:O)

Κυριακή, Φεβρουάριος 25, 2007 

ΑΤΙΤΛΟ (7)

7

[…]

Οι άγγελοι στα παραμύθια είναι αλλιώτικοι.
Τον είδα για πρώτη φορά στον ξενώνα μας την ώρα που ανέβαινε τις σκάλες με δυο βαλίτσες στο χέρι. Γύρισε το κεφάλι, μου έριξε μια φευγαλέα ματιά και συνέχισε για το δωμάτιό του. Φορούσε ένα βρεγμένο αδιάβροχο που έσταζε ακόμα βροχή. Δεν με γνώρισε μα εγώ ήξερα καλά ποιος ήταν. Είχε έρθει να μείνει κοντά μου.
Δεν θυμόταν τίποτα για τον ουρανό, ούτε για τα πελώρια λευκά φτερά του. Το πρόσωπο του ήταν σοβαρό, γεμάτο άγριες γωνίες και στα μάτια του έπαιζε μια φωτιά. Την πρώτη φορά που του πήγα το πρωινό στην κουζίνα, μου είπε ότι ήταν εμπορικός αντιπρόσωπος σε κάποια εταιρία που πουλούσε ηλεκτρικούς λαμπτήρες. Χαμηλής κατανάλωσης, συνέχισε και ήπιε μια γουλιά από τον καφέ του, από αυτούς που κρατάνε πολύ-πολύ καιρό. Αν θέλεις, θα σου δώσω έναν για το δωμάτιό σου.
Σήκωσε το κεφάλι του και χαμογέλασε αδέξια. Χαμογέλασα κι εγώ. Η μάνα μου με φώναξε στο νεροχύτη για να τελειώσω το πλύσιμο πριν φύγω για το σχολείο. Χαμογέλασε και στον καινούργιο νοικάρη την ώρα που σκούπιζε τα χέρια της αλλά και το δικό της χαμόγελο ήταν το ίδιο αδέξιο.
Δεν ξέρει, σκέφτηκα, δεν ξέρει ότι γύρισε την πλάτη σ’ ολόκληρο τον ουρανό για να μείνει κοντά μου.

Οι άγγελοι στα παραμύθια είναι αλλιώτικοι.
Είχε στη βαλίτσα του ένα σωρό λάμπες και λαμπιόνια. Τα έβγαζε ένα-ένα και μου εξηγούσε το κάθε τι. Ήμουν τόσο ευτυχισμένη! Δεν με πείραζε που δεν θυμόταν τίποτα για τον ουρανό. Δεν με πείραζε που δεν θυμόταν τίποτα για εκείνη την φορά που τα μάτια μας συναντήθηκαν για πρώτη φορά. Τον άκουγα να μιλάει για το φως κι αυτό μου έφτανε. Το έβρισκα τόσο ταιριαστό να μου μιλάει για το φως.
Μετά από λίγες μέρες άρχισα να του δείχνω τις ζωγραφιές μου. Τις έπαιρνε στα χέρια του, τις κοιτούσε και κουνούσε το κεφάλι. Ποτέ δεν είπε τίποτα. Τις κοιτούσε και κουνούσε το κεφάλι. Στο πρόσωπό του έσκαγε κι εκείνο το αδέξιο χαμόγελο.
Και με χάιδευε.

Οι άγγελοι στα παραμύθια είναι αλλιώτικοι.
Στην ιστορία του Κάρολου, ο άγγελος πολεμούσε εκείνα τα μαύρα πλάσματα που ήθελαν να του ροκανίσουν τα φτερά. Έπαιρνε το σπαθί του και τα έδιωχνε μακριά. Μπορεί να είχε ξεχάσει την πατρίδα του αλλά δεν είχε ξεχάσει ποτέ του να πολεμάει το σκοτάδι που έρχεται.
Ο δικός μου άγγελος δεν ήταν τόσο τυχερός.
Εκείνα τα μαύρα πλάσματα τον κατασπάραξαν.

Οι άγγελοι στα παραμύθια είναι αλλιώτικοι.
Την μέρα των γενεθλίων μου γύρισα στο σπίτι νωρίτερα γιατί ανυπομονούσα για τα δώρα μου. Η μάνα μου με τον αδερφό μου έλειπαν. Σκέφτηκα ότι είχαν πάει να φέρουν την τούρτα μου. Εκείνη την τεράστια σοκολατένια καρδιά με τα βατόμουρα που άστραφταν πάνω από τα βουναλάκια από σαντιγί. Πετούσα απ’ τη χαρά μου. Ανέβηκα τρεχάτη στο δωμάτιό μου και πέταξα την τσάντα μου στο πάτωμα. Τα ρούχα μου, πεντακάθαρα και σιδερωμένα μοσχοβολούσαν πάνω στο κρεβάτι.
Πέταξα τις φόρμες που φορούσα στην καρέκλα και γύρισα να πάρω απ’ το κρεβάτι το καλό μου φόρεμα. Η πόρτα άνοιξε ξαφνικά. Ήταν εκείνος.
Πάγωσα…
Χρόνια πολλά, είπε.
Άρπαξα το φόρεμά μου από το κρεβάτι και προσπάθησα να σκεπαστώ.
Ντύνομαι, ψιθύρισα κι η φωνή μου μόλις που έβγαινε από μέσα μου.
Εκείνος έκλεισε την πόρτα και με πλησίασε. Από ένστικτο έκανα ένα βήμα προς τα πίσω.
Σου έφερα το δώρο σου τώρα που λείπουν όλοι, είπε εκείνος και στάθηκε μπροστά μου. Χαμογελούσε, αλλά ήταν ένα χαμόγελο που μου πάγωσε το αίμα. Άρχισα να τρέμω. Πήγα κάτι να πω αλλά το στόμα μου ανοιγόκλεισε χωρίς να βγάλω άχνα. Άπλωσε το χέρι του, τράβηξε με δύναμη το φόρεμα που κρατούσα και το πέταξε στο πάτωμα.
Μ’ άγγιξε.
Έβγαλα μια κραυγή και προσπάθησα να τον σπρώξω. Μου έπιασε τα χέρια. Έσκυψα και του δάγκωσα το χέρι. Με χτύπησε μ’ όλη του τη δύναμη κι έπεσα στο κρεβάτι. Με ξαναχτύπησε. Έπεσε πάνω μου.
Ένα κομμάτι γυαλί μέσα μου θρυμματίστηκε. Χιλιάδες μικρά κομμάτια. Χιλιάδες μικρά κοφτερά κομμάτια. Ήθελα να τα μαζέψω, να τα μαζέψω όλα, ένα-ένα, και να φύγω. Μακριά από εκεί. Προσπάθησα να τα μαζέψω αλλά μου έκοβαν τα χέρια.
Ήθελα να φύγω. Να φύγω. Να φύγω.
Έφυγα.
Βρέθηκα για πρώτη φορά μέσα στο Μαύρο Σπίτι, γονατιστή, να κρατάω μια χούφτα κοφτερά γυαλιά στα χέρια μου. Τα πέταξα στο πάτωμα. Έκλεισα τα μάτια μου και τον είδα ξανά μπροστά μου. Μ’ εκείνο το χαμόγελο. Τον άρπαξα απ’ τα μαλλιά και τον πέταξα μ’ όση δύναμη μου είχε απομείνει μέσα στο Σπίτι.
Κλείδωσα την πόρτα πίσω μου και πέταξα σαν αεράκι στη μυστική μου κοιλάδα. Εκεί που κανένας και τίποτα δεν μπορεί να μ’ αγγίξει. Εκεί που το νεράκι μου ξεπλένει τα χέρια και τα πουλιά τραγουδούν τόσο όμορφα που δεν μ’ αφήνουν να θυμηθώ.


***

Όλα τα υπόλοιπα… ένα όνειρο.
Ο αδερφός μου σαν μανιασμένο θηρίο να χτυπάει τον νοικάρη μας στο πάτωμα.
Η μάνα μου να με σφίγγει στην αγκαλιά της.
Κι εκείνος να προσπαθεί να ψιθυρίσει ξέπνοα ανάμεσα στα χτυπήματα και στις κλωτσιές μια χούφτα λέξεις.
«Δεν έγινε τίποτα, δεν …»
Μέσα στην μανία του ο αδερφός μου το ήξερε πολύ καλά αυτό. Κι αυτό ήταν που τον συγκράτησε και δεν τον σκότωσε σαν το σκυλί, εκεί, στο πάτωμα, δίπλα στο κουρελιασμένο φόρεμα των γενεθλίων μου.


***


Οι άγγελοι στα παραμύθια είναι αλλιώτικοι.
Κι ο πιο φωτεινός απ’ όλους ήταν εκείνος που έπεσε στην πιο βαθιά άβυσσο […]

Πέμπτη, Φεβρουάριος 22, 2007 

μικρό διάλειμμα για παιχνίδι

[…]

- Μια νύχτα κόλαση το βράδυ στο νοσοκομείο. Η μάνα μου με διώχνει από κοντά της. Θέλει να πεθάνει, λέει. Κάτι ψιθυρίζει και για τη μάνα της. Με στέλνει για ύπνο. Με ξαναφωνάζει. Δεν την λυπάμαι, λέει, που τη βλέπω να τυραννιέται. Όλη τη νύχτα.

- Έχω μεγάλη υπομονή. Φτάνει μια σταγόνα όμως, δίνω μια κλοτσιά και τα κάνω όλα κομμάτια. Δεν μετάνιωσα ποτέ για καμιά κλωτσιά. Αργότερα δεν ξέρω.

- Μικρός μέσα στα όνειρά μου στεκόμουν πάντα μπροστά σε κάτι πέτρινα σκαλοπάτια που κατέβαιναν στο σκοτάδι. Δεν θυμάμαι πότε, αλλά νομίζω ότι τελικά τα κατέβηκα.

- Ώρες-ώρες έχω μια μικρή ψύχωση: Νομίζω ότι μέσα μου κρύβεται κάποιος. Μια σκιά; Μια άβυσσος; Ο πεθαμένος αδερφός μου; Μερικές φορές μου ψιθυρίζει. Φωνήεντα.

- Μ' αρέσει να πιστεύω ότι γράφω ψέματα στο χαρτί. Κι αυτό είναι το μόνο αληθινό μέσα μου. Αυτό που πιστεύω. […]

-Simon Says, Στο Nτιβάνι με τον Simon

Κυριακή, Φεβρουάριος 11, 2007 

ΑΤΙΤΛΟ (6)


6

Σε μια στροφή του δρόμου διέκρινε μπροστά της, πίσω από τις κουρασμένες ιτιές που έγερναν στο ποτάμι, το Κόκκινο Γεφύρι.
Ήταν κτισμένο από μικρά κόκκινα τουβλάκια και «σκουριασμένο» κόκκινο πηλό, είχε δυο μεγάλες καμάρες και δυο παγκάκια ακριβώς στη μέση, πάνω από την κεντρική κολώνα του. Οι παλιοί έλεγαν ότι το χώμα που χρησιμοποιήθηκε για να κτισθεί το γεφύρι ήταν πλούσιο σε σίδηρο που άρχισε να σκουριάζει λίγα χρόνια μετά, εξαιτίας της μεγάλης υγρασίας. Αυτό το είχε ξετρυπώσει ο Κάρολος ξεσκονίζοντας τα αρχεία των εφημερίδων στην Παλιά Βιβλιοθήκη. Και θα το είχε ξεχάσει αν εκείνος δεν χαμογελούσε πονηρά για να συνεχίσει.
«Χαζό ε; Δε μ’ αρέσει καθόλου. Είναι μια από αυτές τις χρήσιμα άχρηστες πληροφορίες που ξεγελάνε το παιδί μέσα μας. Χρήσιμες γιατί, όπως και να το κάνουμε, είναι μια απάντηση στις αμέτρητες ερωτήσεις που κάνει αυτό το παιδάκι, αλλά άχρηστες γιατί το υπνωτίζουν σιγά-σιγά και στήνουν μπροστά του έναν κόσμο τόσο στέρεο και άτεγκτο που τα όνειρα σπάνε τα μούτρα τους πάνω του. Εμένα μου αρέσει περισσότερο η άλλη ιστορία, αυτή που ψιθυρίζουν τα πουλιά μεταξύ τους».
Η Άννα χαμογέλασε με το που είδε το γεφύρι γιατί θυμήθηκε αμέσως την ιστορία που τους είχε διηγηθεί ο Κάρολος γύρω απ’ τη φωτιά. Ήταν μια περίεργη ιστορία αγάπης και μιλούσε για τη σκουριά που ήταν τόσο ερωτευμένη με το νερό που δεν έχανε την ευκαιρία να βρεθεί κοντά του. Όπου κυλούσε το νεράκι ή όπου λίμναζε και ξαπόσταινε νωχελικά, νάσου κι από δίπλα η σκουριά που έτρωγε τις σάρκες της και καρβούνιαζε τη ψυχή της από στεναχώρια γιατί το νερό δεν της έδινε καμία σημασία. Και κάθε φορά που έβλεπε το νερό να καθρεφτίζει ολόκληρο τον ουρανό ενώ γι’ αυτήν δεν ξόδευε παρά μια ελάχιστη αντανάκλαση, τόσο πιο πολύ την έτρωγε ο καημός της. Προσπαθούσε να του μιλήσει αλλά το νεράκι δεν την καταλάβαινε. Το ήξερε ότι το νερό μιλούσε άλλη γλώσσα αλλά δεν το έβαζε κάτω: «Σιγά-σιγά», σκεφτόταν, «θα του μάθω να με καταλαβαίνει».
Αλλά και το νεράκι, απ’ την άλλη, δεν πήγαινε πίσω. Ήταν κι αυτό ερωτευμένο με τη σκουριά και δεν έχανε ευκαιρία να την αγκαλιάζει και να την καθρεφτίζει συνέχεια. Μπορεί να καθρέφτιζε ολόκληρο τον ουρανό, τα σύννεφα και τ’ αστέρια αλλά ήταν σ’ εκείνη τη μικρή αντανάκλαση της σκουριάς που του άρεσε να γυρίζει ξανά και ξανά: «Δεν θα σταματήσω ποτέ να την αγκαλιάζω και να την καθρεφτίζω», σκεφτόταν, «και σιγά-σιγά μπορεί και να το καταλάβει».
Ο Θεός, που έβλεπε τη σκουριά και το νερό να τυράννιουνται απ’ αυτή την απελπισμένη αγάπη, κουνούσε το κεφάλι του ευχαριστημένος. Γιατί πρέπει να ξέρετε ότι όλο αυτό το μπέρδεμα ήταν δική του δουλειά. Είχε δώσει σ’ όλα τα πράγματα μια διαφορετική γλώσσα κι ένα μυστικό. Μια γλώσσα από νερό κι ένα μυστικό από σκουριά στον καθένα. Κι έκρυψε μέσα τους την υπομονή και την ελπίδα. Αν κουνούσε το κεφάλι του ευχαριστημένος ήταν γιατί έβλεπε καθαρά ότι πίσω από αυτή την απελπισία τους ρίζωνε ο σπόρος για όλα όσα αξίζουν πραγματικά σ’ αυτόν τον κόσμο. Κι αυτά που αξίζουν πραγματικά δεν χρειάζονται ούτε λέξεις από νερό, ούτε μυστικά από σκουριά.


Η Άννα είχε πλησιάσει πια στο γεφύρι που βρισκόταν στη βόρεια είσοδο του πάρκου και είδε την Νεφέλη να κάθεται σ’ ένα από τα παγκάκια του. Την χαιρετούσε. Σήκωσε κι αυτή το χέρι της, το κούνησε βιαστικά κι επιτάχυνε το βήμα της. Την ώρα που άρχισε ν’ ανηφορίζει στο γεφύρι θυμήθηκε τη φωνή του Κάρολου να διηγείται την ιστορία του και χαμογέλασε μελαγχολικά. Πίσω από τη φωνή του είχε ακούσει καθαρά κι εκείνη την «άλλη» φωνή που ζούσε μέσα στο σκοτάδι του: ήταν η φωνή ενός μικρούς παιδιού που έκλαιγε μ’ αναφιλητά. Δεν υπήρχε ούτε παράπονο, ούτε πόνος σ’ εκείνα τ’ αναφιλητά. Μόνο μια αίσθηση ανακούφισης που έμοιαζε τόσο πολύ με τη χαρά που νοιώθει κανείς όταν μοιράζετε αυτό που αγαπά με τους γύρω του. Κι ήθελε να τον αγκαλιάσει και να τον φιλήσει, όχι για τα παραμύθια του και τις φανταστικές του ιστορίες αλλά γι’ αυτήν ακριβώς την άλλη φωνή: για κείνο το μικρό παιδί που έκλαιγε από χαρά μέσα του κάθε φορά που χάριζε ένα κομμάτι από τον εαυτό του στους άλλους.
«Άννα».
Η κοπέλα είχε σηκωθεί τώρα απ’ το παγκάκι και της χαμογελούσε αμήχανα. Δίπλα της, ακουμπισμένος πάνω στο ξύλο ήταν ένας πίνακας τυλιγμένος μ’ ένα μαύρο βελούδινο ύφασμα. Κάθισαν με τον πίνακα ανάμεσα τους κι έμειναν για λίγο σιωπηλές. Μετά, η Νεφέλη ξεδίπλωσε αργά-αργά το βελούδινο ύφασμα που κάλυπτε τον πίνακα.
Απεικόνιζε ένα από τα σκοτεινά και βρώμικα αδιέξοδα στενάκια της Πόλης με τους ξεφλουδισμένους και γεμάτο βρισιές τοίχους τους. Αριστερά, υπήρχε ένας κάδος σκουπιδιών αναποδογυρισμένος, σχεδόν ξεκοιλιασμένος από κάποια φοβερή οργή που δεν έλεγε να κοπάσει κι είχε γαντζωθεί στις σκιές του πίνακα. Δεξιά, μια σκάλα καρφωμένη σ’ έναν τοίχο. Ανέβαινε για λίγο αλλά μετά σταματούσε απότομα κι έγερνε αφύσικα, κατεστραμμένη, προς τα κάτω. Στη μέση του πίνακα αιωρούνταν ένας μικροσκοπικός κόκκος χρυσόσκονης. Και στο ελάχιστο φως του μπορούσες να διακρίνεις, κάτω χαμηλά, την θλιβερή μορφή ενός αγγέλου: γονατισμένος, με το πρόσωπό του βουτηγμένο μέσα στις λάσπες και τα φτερά του κουρελιασμένα.
«Τ’ αγαπώ πολύ το Κόκκινο γεφύρι», είπε ξαφνικά η Νεφέλη. «Έρχομαι κάθε μέρα εδώ, κάθομαι σ’ αυτό εδώ το παγκάκι και πάντα γυρίζω πίσω. Δεν τόλμησα ποτέ μου να προχωρήσω μέχρι την άλλη άκρη, στο πάρκο».
Η Άννα σήκωσε το κεφάλι της από τον πίνακα και την κοίταξε στα μάτια.
«Θέλω να με βοηθήσεις να περάσω απέναντι», συνέχισε εκείνη με σταθερή φωνή.
Το μυαλό της Άννας πέταξε ξαφνικά σαν αστραπή στον μεγάλο βράχο δίπλα στη λίμνη και σ’ αυτά που είχε ακούσει εκεί. Όταν η Νεφέλη είχε σταματήσει να μιλάει εκείνη τη μέρα, είχε σκύψει το κεφάλι της και κάρφωσε το βλέμμα της στο νερό που έγλυφε την πέτρα. Έμειναν κι οι δυο τους σιωπηλές για λίγη ώρα κι ύστερα η Νεφέλη την ρώτησε διστακτικά χωρίς να πάρει το βλέμμα της από τη λίμνη.
«Άκουσες… και την άλλη φωνή;»
«Ναι», της είχε ψιθύρισε εκείνη μ’ όση δύναμη της είχε απομείνει.
«Δεν… δεν έφταιγα εγώ», είπε η Νεφέλη κι έκρυψε το πρόσωπό της με τα χέρια της.
Η Άννα κάτι πήγε να πει τότε αλλά δεν τα κατάφερε.
Έναν χρόνο αργότερα όμως, καθισμένη σ’ ένα παγκάκι πάνω στο Κόκκινο Γεφύρι, πήρε μια βαθιά ανάσα, χάιδεψε τον πίνακα ανάμεσά τους χωρίς να πάρει τα μάτια της από πάνω της και είπε.
«Ναι. Όμως πρέπει κι εσύ να μ’ αφήσεις να μπω στο Μαύρο Σπίτι».

Κυριακή, Φεβρουάριος 04, 2007 

ΑΤΙΤΛΟ (5)

5

[…]
Δεν θυμάμαι πότε ήταν η πρώτη φορά που σκέφτηκα να κατεβάσω τον άγγελο απ’ τον ουρανό.
Θυμάμαι όμως πολύ καλά ότι τη μέρα που έκλεισα τα δώδεκα αντίκρισα για πρώτη φορά τη σκοτεινή κοιλάδα μέσα μου. Και πολλά χρόνια αργότερα, όταν άκουσα από τη Νόπη το παραμύθι του Κάρολου με τον άγγελο που έπεσε στο δάσος και πολεμούσε τις μαύρες σκιές που ήθελαν να του ροκανίσουν τα φτερά, έσκυψα το κεφάλι και πέταξα ξανά στην κοιλάδα μου. Τίποτα δεν μπορεί να μ’ αγγίξει εκεί. Όλα είναι ίδια όπως την πρώτη φορά. Το χώμα κάτω απ’ τα πόδια μου δροσερό, ο αέρας ευωδιαστός και τα φύλλα στα δέντρα τόσο πυκνά που κανένας δεν μπορεί να τα περάσει. Γύρω μου ψιθυρίζουν νερά και τα πουλιά δεν σταματούν το τραγούδι τους.
Το καταφύγιό μου.

Δεν θυμάμαι πότε ήταν η πρώτη φορά που σκέφτηκα να κατεβάσω τον άγγελο απ’ τον ουρανό.
Ένοιωθα τόση μοναξιά!
Μου είχε δοθεί ένα εκπληκτικό δώρο κι όμως δεν μπορούσα να το μοιραστώ με κανέναν. Στην αρχή, τα άλλα παιδιά έβλεπαν τις ζωγραφιές μου, άκουγαν τις ιστορίες που έφτιαχνα κι ύστερα όταν τους έλεγα ότι όλα αυτά είναι αλήθεια, χαμογελούσαν μεταξύ τους συνωμοτικά κι έφευγαν από κοντά μου κουνώντας το κεφάλι. Με κορόιδευαν πίσω απ’ την πλάτη μου και μ’ απέφευγαν. Τα παιδιά δεν ξέρουν να συγχωρούν. Πιστεύουν στα παραμύθια αρκεί να είναι αυτά οι πρωταγωνιστές. Όταν άκουγαν τις ιστορίες μου ονειρεύονταν, όταν όμως τους έλεγα την αλήθεια τα όνειρά τους γκρεμίζονταν. Τι νόημα έχει ένα παραμύθι που δεν μιλάει για σένα;

Δεν θυμάμαι πότε ήταν η πρώτη φορά που σκέφτηκα να κατεβάσω τον άγγελο απ’ τον ουρανό.
Τους είδα να χορεύουν στα σύννεφα κι όταν η χρυσόσκονή τους άρχισε να πέφτει στη πόλη πήρα τις μπογιές μου και ζωγράφισα τον άγγελό μου. Στεκόταν στο σοκάκι, στην πίσω μεριά του ξενώνα μας με τις λευκές φτερούγες του να τρεμοπαίζουν στον σκοτάδι και το βλέμμα του καρφωμένο ψηλά. Κοιτούσε το ανοιχτό παράθυρο και το δωμάτιο όπου ένα μικρό κορίτσι, που ήθελε δυο μήνες ακόμα για να κλείσει τα δώδεκα, ζωγράφιζε πάνω στο λευκό χαρτί τα όνειρά του.
Όταν τελείωσα, έριξα λίγη χρυσόσκονη στη ζωγραφιά μου, πήγα προσεκτικά μέχρι το παράθυρο και την φύσηξα στον άνεμο.
Και για μια στιγμή μου φάνηκε ότι τα βλέμματά μας συναντήθηκαν.
[…]

Πέμπτη, Ιανουάριος 25, 2007 

ΑΤΙΤΛΟ (4)

4

Τη Νεφέλη τη γνώρισε την περασμένη Πρωτομαγιά όταν είχε οργανώσει μια μικρή γιορτή για τους φίλους της δίπλα στη λίμνη.
Από τον καιρό που είχε αποφασίσει να ζήσει μόνη, οι ευκαιρίες που είχε να τους συναντήσει ήταν ελάχιστες. Κατέβαινε σπάνια στην πόλη κι αυτό για να αναπληρώσει κάποιες προμήθειες και να δει στα πεταχτά τους φίλους της, αλλά ο χρόνος ποτέ δεν ήταν αρκετός τελικά για να τους δει όλους. Πριν ακόμα φτάσει το μεσημέρι την έπιανε εκείνη η δυσφορία κι ανέβαινε στ’ αμάξι της για να ξαναγυρίσει στο καταφύγιό της.
«Απλώς έχεις μια μικρή… αστική αλλεργία», της έλεγε η Νόπη κάθε φορά που η Άννα περνούσε από το Σπιτικό για το καθιερωμένο τσάι τους και της παραπονιόταν για την κακή της διάθεση.
«Δεν το κάνω επίτηδες», έκανε με απολογητικό ύφος η Άννα. «Δεν ήμουν πάντα έτσι και το θυμάσαι πολύ καλά. Οι άνθρωποι ήταν κάποτε η μεγάλη μου αγάπη. Δυο ολόκληρα χρόνια στο ραδιόφωνο δεν χόρταινα να τους ακούω και να τους μιλάω ζωντανά στον αέρα. Δεν μπορώ να το εξηγήσω κι όσο κι αν προσπαθώ δεν βγάζω άκρη. Απλώς μια μέρα, στα καλά καθούμενα, άρχισα ν’ ακούω έναν ψίθυρο, μια φωνή πίσω απ’ τη φωνή τους. Και τα πράγματα που έλεγε αυτός ο ψίθυρος…»
Και κάθε φορά που η ατμόσφαιρα έπαιρνε να βαραίνει, η Νόπη άρχιζε να της διηγείται τις παράξενες ιστορίες της σχετικά με τα αντικείμενα που πουλούσε στο μαγαζί της. Ένα μικρό κινέζικο βάζο μπορούσε να ξυπνήσει την ιστορία ενός αιματοβαμμένου έρωτα στις αυλές των παλιών κινέζων αυτοκρατόρων. Ένα εβένινο μπαούλο ήταν η πρόφαση για την ιστορία κάποιου παλιού μάγου που χάθηκε μέσα στους σκοτεινούς λαβυρίνθους της μαγείας και των δαιμόνων της. Ένα μικρό μαργαριτάρι μπορούσε να κρύβει ένα παραμύθι για το ξόρκι που κάνει τους ανθρώπους να μην πιστεύουν στις γοργόνες. Οι ιστορίες της Νόπης ήταν κυριολεκτικά ατέλειωτες κι είχαν το χρώμα και την ατμόσφαιρα των παλιών παραμυθιών που ξυπνάνε μέσα σου το παιδί που λατρεύει τα παραμύθια.
Η Νόπη ήταν εκείνη που είχε φέρει την Νεφέλη στο τροχόσπιτο της Άννας εκείνο το πρωινό της Πρωτομαγιάς. Η μέρα ήταν ηλιόλουστη και ιδανική γι’ αυτό που είχε στο μυαλό της η Άννα. Στον ουρανό δεν υπήρχε ούτε ένα τόσο δα συννεφάκι και η λίμνη έμοιαζε με γυαλί που καθρέφτιζε το πυκνό δάσος. Ένα καταπράσινο σμαραγδένιο δαχτυλίδι.
Τα κορίτσια κάθονταν και χαζολογούσαν πάνω στο τεράστιο σεντόνι που είχε απλώσει η Άννα λίγα μέτρα μακριά από το τροχόσπιτό της και τα αγόρια ασχολούνταν λίγο πιο πέρα, κοντά στη λίμνη, με το ψήσιμο. Η Νόπη που είχε έρθει με μεγάλα όνειρα για τον ξανθό κιθαρίστα της παρέας, έναν φίλο του Κάρολου που έπαιζε που και που στη Σκηνή μ’ ένα μικρό τοπικό συγκρότημα, μονοπώλησε στην αρχή το πηγαδάκι των κοριτσιών που έφτασαν σε σημείο να τον χρονομετρούν για να δουν σε πόσα δευτερόλεπτα άδειαζε τα μπουκάλια με την μπύρα που πάγωναν στο νερό της λίμνης.
«Μόνο αν είσαι ξανθιά, αφράτη, παγωμένη και κλεισμένη σε μπουκάλι, μπορεί να έχεις τύχη μ’ αυτόν τον τύπο», ήταν η ομόφωνη απόφαση των κοριτσιών στη Νόπη που είχε σκύψει το κεφάλι και προσπαθούσε να κρύψει το χαμόγελό της.
«Μπορεί και να γίνω», ψιθύρισε εκείνη παιχνιδιάρικα κι όλες τους έσκασαν στα γέλια.
Μετά κάποιος έριξε την ιδέα για μια βουτιά στη λίμνη και η μέρα άρχισε με τις καλύτερες προοπτικές να παίρνει το δρόμο της. Υπήρχαν μπάλες, ρακέτες, φαγητά, ποτά, μουσική και πολύ κέφι που συνεχίστηκε μέχρι αργά το βράδυ αλλά εκείνο που είχε κρατήσει η Άννα από την ημέρα εκείνη, ήταν η γνωριμία της με την Νεφέλη.
Ήταν προχωρημένο απόγευμα και όλη η παρέα είχε μαζευτεί γύρω από τη φωτιά που μόλις είχαν ανάψει. Ο ξανθός κιθαρίστας, που ήταν παραδόξως πολύ πιο νηφάλιος από τους υπόλοιπους, είχε πάρει την κιθάρα του και ψιθύριζε παλιά τραγούδια με τα μάτια του καρφωμένα στις φλόγες κι η Νόπη τον παρακολουθούσε ήρεμη, καθισμένη ακριβώς απέναντί του. Όταν ο ήλιος χαμήλωσε ακόμα περισσότερο ρίχνοντας το τελευταίο του φως στις ψηλές κορυφές των δέντρων, η Νεφέλη είχε αποχωρήσει αθόρυβα από την παρέα και είχε καθίσει λίγο πιο πέρα, σ’ έναν μεγάλο βράχο δίπλα στο νερό.
Η Άννα την ακολούθησε κι αυτή μετά από λίγο, την πλησίασε και στάθηκε για λίγο ακίνητη πίσω της θαυμάζοντας το περίγραμμα της κοπέλας με φόντο το ήρεμο νερό και το βαθύ πράσινο των δέντρων στην απέναντι όχθη.
«Οι άνθρωποι, κρύβουν τόσα σκοτάδια που μόνο με το φως μπορεί κανείς να τα αντιμετωπίσει».
Κι αυτό ήταν το τελευταίο πράγμα στον κόσμο που περίμενε να ακούσει η Άννα.
Ήταν μικροκαμωμένη, με κοντά μαύρα μαλλιά και γλυκό ήρεμο πρόσωπο, φορούσε ένα γαλάζιο μακρύ, ίσιο φόρεμα με τιράντες και κάθονταν ξυπόλητη πάνω στον βράχο. Μια μικρή γοργόνα, ίδια με αυτή του Άντερσεν, που κατάφερνε –ανεξήγητα– να περνάει απαρατήρητη από τους ανθρώπους γύρω της.
Η Άννα προτιμούσε το σκοτάδι και τις σκιές. Βουτούσε μέσα τους και προσπαθούσε ν’ αγγίξει τα κομμάτια εκείνα που δεν μπορούσε να φωτίσει κανένα φως, όσο δυνατό κι αν ήταν. Είχε την αίσθηση ότι ήταν καταραμένη, ότι κάποιος της είχε φορτώσει στην πλάτη όλα τα βάρη του κόσμου και την είχε αφήσει να τα βγάλει πέρα μόνη της. Ώρες-ώρες, μπορούσε να ταξιδεύει ανενόχλητα μέσα στις ψυχές των ανθρώπων και να ακούει την αγριεμένη φωνή του σκοταδιού μέσα τους. Όταν όμως έφτανε στο δικό της σκοτάδι, έμοιαζε τυφλή, κουφή, ανίδεη και φοβισμένη. Κανένας δεν ψιθύριζε μέσα της.
«Μερικές φορές, το σκοτάδι είναι το μόνο που έχουμε», άκουσε τον εαυτό της να απαντάει με σοβαρότητα.
«Παράξενο που το ακούω αυτό από σένα», είπε η Νεφέλη γελώντας.
«Γιατί;»
«Η Νόπη μου διηγήθηκε μια ιστορία κάποτε για μια κοπέλα που η ζωή της άλλαξε όταν άρχισε ξαφνικά ν’ ‘‘ακούει” αυτά που δεν έπρεπε. Ξέρεις, μια από εκείνες τις απίστευτες ιστορίες της που παρακαλάς να μην τελειώσουν ποτέ και υποπτεύεσαι ότι τις ξεσήκωσε από τον Κάρολο».
«Δεν το πιστεύω ότι το έκανε», ψέλλισε η Άννα αμήχανη και γύρισε ασυναίσθητα για να αντικρίσει τις σκιές των υπόλοιπων γύρω από τη φωτιά που τραγουδούσαν.


Με βρήκε το βράδυ κι εγώ λέω να φύγω
όλα τα ξόδεψα, ψυχή και καρδιά,
μετρώ τις δυνάμεις μου κι εκείνο το λίγο
μες στο κεφάλι μου δεν βγάζει μιλιά.

Κι εσείς που μ’ ακούτε με ξύδια στα χέρια
πότε το κάψατε δεν ξέρω να πω
γυρίζω και βλέπω μια στάχτη απ’ αστέρια
και δεν ξανακοιτώ.

Με βρήκε η νύχτα στου δρόμου την άκρη
τα φρένα κόλλησαν και γύρω σιωπή
τα παραμύθια μου φορτώνω στην πλάτη
δεν με χωράει η τρύπα αυτή.

Κι εσείς που μ’ ακούτε με ξύδια στα χέρια
πότε το κάψατε δεν ξέρω να πω
γυρίζω και βλέπω μια στάχτη απ’ αστέρια
και δεν ξανακοιτώ.

Με βρήκε το βράδυ κι εγώ λέω να φύγω
κι εκεί στο χέρι η τελευταία γκαζιά
μετρώ τις δυνάμεις μου κι εκείνο το λίγο
δεν βοηθάει πια.

Η Νεφέλη γέλασε με το αμήχανο βλέμμα της Άννας
«Έλα, την ξέρεις τώρα…» είπε τελικά. «Και για να σου πω την αλήθεια, πάντα νόμιζα πως ήταν ένα από τα παραμύθια της… Μέχρι σήμερα δηλαδή».
Η Άννα την κοίταξε ερωτηματικά.
«Μήπως κι εσύ…»
«Όχι, όχι. Αλλά έχω κι εγώ τα δικά μου».
«Το μόνο που ξέρω είναι ότι ζωγραφίζεις εκείνους του πίνακες με τους αγγέλους κι ότι δεν έχεις πουλήσεις ούτε έναν. Τους είδα σ’ εκείνο το άρθρο που είχε γράψει πέρσι ο Κάρολος στην εφημερίδα. Α! Ξέρω ακόμα ότι κάθε φορά που η Νόπη μιλάει για σένα σε αποκαλεί “η Νεφέλη των Αγγέλων”».
Εκείνη άνοιξε διάπλατα τα μάτια της γεμάτη απορία. Μετά από λίγο γύρισε το βλέμμα της στο νερό και ψιθύρισε.
«Τί σημασία έχουν τα ονόματα; Δεν μας κάνουν ούτε καλύτερους, ούτε χειρότερους από αυτό που είμαστε».
Έμειναν για λίγο σιωπηλές μέχρι που κι οι τελευταίες φωτισμένες κορυφές των δέντρων παραδόθηκαν στο σκοτάδι.
«Η αλήθεια είναι», είπε τελικά η Νεφέλη χωρίς να γυρίσει το κεφάλι της, «πως βλέπω στ’ αλήθεια τους αγγέλους…»
Τότε ήταν που η Άννα άκουσε για πρώτη φορά την ιστορία της Νεφέλης. Εκεί, πάνω στη μεγάλη πέτρα δίπλα στο νερό της λίμνης που αφουγκραζόταν ακίνητο τη νύχτα και τα μυστικά της.

Πέμπτη, Ιανουάριος 18, 2007 

ΑΤΙΤΛΟ (3)

3

[…]
Όταν ήμουν μικρή, ένας άνθρωπος πέθανε στο ξενώνα μας, σ’ ένα από τα δωμάτια του πρώτου ορόφου που νοικιάζαμε. Έτυχε να είμαι μαζί με την μητέρα μου όταν μπήκαμε στην κάμαρα κι εκείνη προσπάθησε να με βγάλει με τρόπο έξω για να μην καταλάβω τίποτα. Δεν θυμάμαι πως, αλλά τελικά βρέθηκα να κρατάω φεύγοντας ένα από τα χαρτιά που ήταν σκορπισμένα στο πάτωμα μέσα σ’ εκείνη την κάμαρα. Κατέβηκα στην κουζίνα και το ακούμπησα μπροστά μου, πάνω στο τραπέζι. Ήταν κατάλευκο και το πρώτο πράγμα που έκανα, ήταν να βγάλω από την τσάντα του σχολείου μου τους μαρκαδόρους μου.
Ζωγράφισα το κρεβάτι και το παράθυρο, το κομοδίνο και τον μεγάλο ξύλινο σταυρό πάνω από το κρεβάτι, το μεγάλο χαλί και την μισάνοιχτη ντουλάπα, τον νεκρό νοικάρη μας και τον άγγελο. Ο άγγελος, είχε τα φτερά του διπλωμένα και χάιδευε το μέτωπο του νεκρού. Το φως του φώτιζε ολόκληρο το δωμάτιο και σ’ έκανε να χαμογελάς.
Από τότε είναι που άρχισα να βλέπω τους αγγέλους στον ουρανό. Όχι πάντα όμως, μόνο λίγο πριν από το ξημέρωμα, όταν το σκοτάδι δυναμώνει για να υποδεχτεί την αυγή. Μου άρεσε να ξυπνάω νωρίς και να κάθομαι δίπλα στο παράθυρο. Τους έβλεπα να πετάνε πάνω από την πόλη και να πέφτουν σαν χρυσόσκονη στους δρόμους κάθε ξημέρωμα.
Αναρωτιόμουνα γιατί τους συνέβαινε αυτό κι είχα τα μάτια μου δεκατέσσερα σ’ όλο τον δρόμο για το σχολείο προσπαθώντας να εντοπίσω κάποιο ίχνος τους. Οτιδήποτε. Ένα φτερό ίσως ή κάποιον μικροσκοπικό κόκκο χρυσόσκονης. Δεν έβρισκα τίποτα. Κάποιες φορές επιστρέφοντας από το σχολείο, διέκρινα με την άκρη του ματιού μου κάποιες αναλαμπές που τρεμόπαιζαν μέσα στις σκοτεινές αλέες και τα βρώμικα στενοσόκακα. Τότε ήταν που τρόμαζα, το έβαζα στα πόδια και έτρεχα στο σπίτι με την καρδιά μου να χτυπάει σαν τρελή.
Το μόνο που μου έμενε λοιπόν να κάνω, ήταν να ξυπνάω πριν το ξημέρωμα και να κάθομαι στο παράθυρό μου για να τους παρακολουθώ στον ουρανό. Κι επινοούσα ιστορίες για τα λαμπερά αυτά πλάσματα […]

Πέμπτη, Ιανουάριος 11, 2007 

ΑΤΙΤΛΟ (2)

2

Κυριακή πρωί και το πάρκο αντηχούσε από τις φωνές των παιδιών που έτρεχαν εδώ κι εκεί κάτω από τις γέρικες βελανιδιές, τις οξιές, τις ιτιές και τις φλαμουριές που έλαμπαν στο ανοιξιάτικο φως και στις δυο πλευρές του ποταμού.
Η Άννα κοντοστάθηκε για λίγο και αναλογίστηκε την διαδρομή που έκανε για να φτάσει ως εδώ, στον χωματόδρομο που ελίσσονταν πότε δεξιά και πότε αριστερά ακολουθώντας το ποτάμι που κατηφόριζε στη θάλασσα. Ολόκληρο ταξίδι, σκέφτηκε. Λίγο καιρό πριν, δεν είχε παρά να κάνει δυο τετράγωνα δρόμο, από τα βόρεια προάστια όπου έμενε τότε, και να ακολουθήσει τον χαμηλό γκρίζο τοίχο του νοσοκομείου Ελπίδα, για να βρεθεί στο Πάρκο των Αγγέλων. Αντί γι’ αυτό, είχε ξυπνήσει το ξημέρωμα, κατέβηκε με το αμάξι της μέχρι τις Παλιές Γειτονιές κι από εκεί χρειάστηκε να πάρει το λεωφορείο –που ευτυχώς ήταν σχεδόν άδειο– για να φτάσει στο πάρκο.
Έβγαλε ένα τσιγάρο και το άναψε. Τον τελευταίο καιρό φλέρταρε ολοένα και περισσότερο με την ιδέα να κόψει το κάπνισμα αλλά συνειδητοποιούσε με σοβαρότητα την τεράστια διαφορά που έχει ένα απλό, αθώο φλερτάκι από μια ουσιαστική σχέση. Έτσι κατέληγε πάντα να επαναλαμβάνει μηχανικά, και με μεγάλη ευχαρίστηση, την αγαπημένη κίνηση που έφερνε το τσιγάρο από την τσάντα στα χείλη της.
Το χειμώνα το πάρκο ήταν μελαγχολικό και σχεδόν έρημο, αν εξαιρέσει κανείς τους αλήτες που περιφέρονταν άσκοπα εδώ κι εκεί και κάποιους ηλικιωμένους που έκοβαν δρόμο για να φτάσουν πιο γρήγορα στο εμπορικό κέντρο. Τώρα όμως, στα μέσα της άνοιξης, ο τόπος έσφυζε από ζωή και χρώματα. Και φασαρία, φυσικά. Εκτός από τα παιδιά, το πάρκο ήταν γεμάτο ανθρώπους με πολύχρωμες φόρμες που έτρεχαν πάνω-κάτω ιδρωμένοι, ποδηλάτες και περαστικούς που απολάμβαναν το πρωινό τους και περιπλανώμενους πωλητές και μουσικούς που έστηναν τα αυτοσχέδια «μαγαζάκια» τους δίπλα στο ποτάμι.
Για την ώρα, όλο αυτό το φως, οι θόρυβοι και οι φωνές που την κατέκλυζαν από παντού δεν την ενοχλούσαν ιδιαίτερα. Θυμήθηκε την εποχή –δεν είχαν κλείσει ούτε δυο χρόνια από τότε– που γι’ αυτούς ακριβώς τους λόγους είχε εγκαταλείψει το διαμέρισμά της στη πόλη κι αποφάσισε να μείνει στο παλιό τροχόσπιτο δίπλα στη λίμνη. Σ’ ένα κομμάτι γης ανάμεσα στο πράσινο του δάσους και το γαλάζιο του ουρανού, σ’ έναν ερημικό παράδεισο όπου προσπαθούσε να ξαναβρεί τον εαυτό της μακριά από τον «θόρυβο» των ανθρώπων. Μακριά από τις εύθραυστες μάσκες με όλα εκείνα τα ψεύτικα κι ανόητα χαμόγελα που φορούσαν οι περισσότεροι στην προσπάθειά τους να δείξουν κάτι άλλο από αυτό που πραγματικά ήταν.
Δεν θα τ’ αφήσω να με πάρει από κάτω, σκέφτηκε τελικά και δάγκωσε την άκρη απ’ το τσιγάρο της για να διώξει από μέσα της τα μαύρα σύννεφα που είχαν αρχίσει να μαζεύονται απειλητικά.
Δεν ήταν παρά μια μικρή εκεχειρία που είχε κάνει με την πόλη μετά από έναν ολόκληρο μήνα μοναξιάς κι απόλυτης ηρεμίας στο τροχόσπιτό της, δίπλα στη λίμνη. Βαθιά μέσα της όμως, αισθανόταν εκείνη την απόσταση, την αμηχανία και τον θυμό που ξυπνούσαν μέσα της όλοι αυτοί οι άνθρωποι γύρω της, και πριν ακόμα σβήσει το τσιγάρο της, άρχισε να νοσταλγεί την λίμνη και τη γάτα της.
Το μόνο πρόβλημα όμως ήταν πως η Νεφέλη την περίμενε στο Κόκκινο Γεφύρι. Κι έπρεπε να βιαστεί γιατί είχε ήδη αργήσει στο ραντεβού της.

Κυριακή, Ιανουάριος 07, 2007 

ΑΤΙΤΛΟ (1)

Κι ύστερα ήρθε ένας άγγελος και μου ζήτησε τα σκοτάδια μου. Γιατί τα θέλεις, τον ρωτάω. Νοστάλγησα το σπίτι μου, λέει κι ένα δάκρυ χορεύει στα μάτια του
- Kiya Weedheart, Wishing House



1

[….]
Είναι πανέμορφοι.
Τους βλέπω κάθε μέρα λίγο πριν το ξημέρωμα.
Λαμπερά πλάσματα με δυνατά λευκά φτερά που πετούν πάνω από την πόλη κάνοντας ατέλειωτους κύκλους και φιγούρες στον ουρανό. Πετούν μόνοι τους ή σε ομάδες πάνω από τις στέγες των σπιτιών και γλιστρούν μέσα σε υπέροχες χορογραφίες που θα τις ζήλευαν και επαγγελματίες χορευτές. Πολλές φορές, πιάνω τον εαυτό μου να σκέφτεται πως αυτός ο υπέροχος χορός τους είναι ο τρόπος που επικοινωνούν μεταξύ τους. Ο μυστικός τους κώδικας που για κάποιον άγνωστο λόγο μπορώ και τον βλέπω.
Κι όταν η πρώτη ακτίνα του ήλιου τρυπάει το σκοτάδι της νύχτας και χαμογελά στην αγουροξυπνημένη πόλη, εκείνοι διαλύονται και πέφτουν σαν χρυσή βροχή, σαν χρυσόσκονη πάνω στα σπίτια, τους δρόμους, τα πάρκα και τις πλατείες. Κι εκεί, λάμπουν ονειρεμένα για ένα τόσο δα πολύτιμο δευτερόλεπτο κι εξαφανίζονται σαν να μην υπήρξαν ποτέ.
Αυτή ακριβώς είναι η ώρα που μου αρέσει να ζωγραφίζω.
Είναι πανέμορφοι και λαμπεροί και κάποιος πρέπει να διηγηθεί στον κόσμο τις ιστορίες τους[…]

Τετάρτη, Νοέμβριος 01, 2006 

ΣΚΥΛΙΑ ΣΤΗ ΒΡΟΧΗ (ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΟΚΤΩ) ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΟΧΤΩ

Ο Κυριάκος χάιδευε το σαρανταπεντάρι στην τσέπη του και περίμενε υπομονετικά μέσα στη βροχή.
Την ώρα που οι σαράντα κλέφτες κυνηγούσαν μάταια σκιές μες στα σκοτάδια, βρήκε την ευκαιρία κι έφτασε απαρατήρητος στη μικρή αυλή πίσω απ’ το Σχολείο. Εκεί, ακουμπισμένος σ’ ότι είχε απομείνει απ’ τον χωματένιο τοίχο μιας αποθήκης, παρακολουθούσε σαν ταινία όλα όσα συνέβαιναν στις αίθουσες πίσω από τα τεράστια τζάμια του Σχολείου.
Η οθόνη φωτίστηκε για λίγο από ένα αδύναμο γαλάζιο φως.
Είδε τις σκιές και τις λάμψεις των όπλων.
Είδε τα τζάμια να γίνονται κομμάτια.
Τον πανικό.
Άκουσε, αχνά, τα ουρλιαχτά τους.
Και μετά τη σιωπή.
Έκλεισε τα μάτια και μύρισε τον αέρα. Τον παγωμένο κόσμο και τη σκιά του. Τη βαθιά πληγή και το αίμα που χύθηκε. Το ζώο είχε χτυπήσει ξανά, αλλά αυτή τη φορά ο κυνηγός ήταν εκεί για να τελειώσει το παραμύθι.
«Λύκε, λύκε, είσαι εδώ;» ψιθύρισε με τα μάτια του καρφωμένα στο σκοτάδι.
Ξαφνικά, άκουσε κάτι στα δεξιά του και τράβηξε γρήγορα το πιστόλι του.
Ένα μικρό κορίτσι φάνηκε πίσω από τα πυκνά χόρτα. Περπατούσε με δυσκολία μέσα στις λάσπες και κάθε τόσο έπεφτε και ξανασηκωνόταν. Στο τέλος έφτασε κάτω από τη μεγάλη βελανιδιά και σταμάτησε.
Ο Κυριάκος έκανε το γύρο πίσω από τη μικρή και πλησίασε με προσοχή στο σημείο από όπου την είχε δει να εμφανίζεται. Τράβηξε τ’ αγριόχορτα και αντίκρισε την ανοιχτή τρύπα ενός υπονόμου. Άκουσε μια φωνή από εκεί κάτω, αλλά οι κεραυνοί που έπεφταν δεν τον βοηθούσαν καθόλου.
Έσκυψε δίπλα στην τρύπα του υπονόμου.
Η σκάλα ήταν σκουριασμένη και παλιά, και κρατιόταν με δυσκολία από δυο μεγάλα μπουλόνια που τρίβονταν στον τοίχο.
Κάποιος ανέβαινε.
«Τα σκουλήκια μας έλειπαν τώρα», μουρμούρισε.
Κοίταξε το κορίτσι που στεκόταν ακόμα ακίνητο στον ίσκιο της βελανιδιάς και μετά τη σκουριασμένη σκάλα που έτρεμε ολόκληρη.
Μόλις αντίκρισε ένα χέρι να ξεπροβάλλει στην άκρη του υπονόμου, άρπαξε μια μεγάλη κοτρόνα από κάτω και το χτύπησε με δύναμη. Άκουσε μια άγρια κραυγή πόνου. Η σιδερένια σκαλωσιά τραντάχτηκε βίαια, ξηλώθηκε με δύναμη από τον τοίχο κι έμεινε να τρέμει στο κενό.
Άφησε λίγες στιγμές να κυλήσουν κι έσκυψε να δει με το χέρι του να χαϊδεύει απαλά τη σκανδάλη του όπλου του.
Η τρύπα του υπονόμου ήταν θεοσκότεινη. Κράτησε την ανάσα του κι αφουγκράστηκε, αλλά το μόνο που άκουγε ήταν η βροχή που χτυπούσε αλύπητα τα χόρτα γύρω του. Αναρωτήθηκε αν άξιζε να χαραμίσει μια σφαίρα για ένα σκουλήκι. Δεν πρόλαβε όμως να το σκεφτεί για δεύτερη φορά. Ριπές πυροβόλου ακούστηκαν απ’ το σχολείο και γύρισε το κεφάλι του στο σκοτεινό κτήριο στ’ αριστερά του.
Μετά από λίγο είδε κάποιον να πηδάει από το παράθυρο της τρίτης αίθουσας στην αυλή.
«Επιτέλους», σκέφτηκε χαμογελώντας. «Η τελευταία σελίδα».

***

«Ιερέα!» ούρλιαξε ο Κόκκινος σημαδεύοντας με το πιστόλι στο αριστερό του χέρι το κορίτσι. Στο δεξί κρατούσε το Καλάσνικωφ που ακουμπούσε στα πλευρά του και σημάδευε με κοφτές, νευρικές κινήσεις τα σκοτεινά παράθυρα κοιτάζοντας πότε τη μικρή και πότε το Σχολείο.
Η βροχή είχε δυναμώσει για τα καλά και οι σταγόνες της χοροπηδούσαν πάνω στις πέτρες και στα σπασμένα τζάμια στο έδαφος.
«Ιερέα! Δε θα το ξαναπώ».
Η φωνή του έσβησε από τους άγριους κεραυνούς που έκαναν τον κόσμο γύρω του να τρέμει.
Μια σκιά γλίστρησε από κάποιο παράθυρο του Σχολείου και ο Κόκκινος έστρεψε το όπλο του προς το μέρος της. Είδε δυο μάτια να λάμπουν μέσα στο σκοτάδι. Η σκιά απέναντί του είχε τα χέρια σηκωμένα και πλησίαζε αργά-αργά.
«Εκεί! Ακίνητος!» φώναξε πλησιάζοντας το μικρό κορίτσι που στεκόταν ακίνητο δίπλα στη βελανιδιά. «Δεν έπρεπε ν’ ανακατευτείς, ηλίθιε. Δεν είχες καμιά δουλειά ν’ ανακατευτείς στις δουλειές μου. Κοίτα που φτάσαμε τώρα! Κοίτα τι έκανες! Πού είναι; Πού είναι ο άλλος;»
Τα μάτια του Λευτέρη καρφώθηκαν κάπου πίσω από τον Κόκκινο κι έγνεψε ελαφρά.
Ο Ιερέας περπατούσε αργά, με σηκωμένα χέρια, στην άλλη πλευρά της αυλής. Μόλις τον είδε, το Χνώτο έτρεξε κοντά του. Εκείνος την άρπαξε γρήγορα με το αριστερό του χέρι και την τράβηξε πίσω απ’ τα πόδια του.
«Γεια σου, Ιερέα», φώναξε ο Κόκκινος σημαδεύοντας την ίδια στιγμή τον Λευτέρη με το Καλάσνικωφ. «Θα μου λείψεις, γέρο».
Άδειασε το πιστόλι του στο στήθος του Ιερέα που είχε κατεβάσει τα χέρια και προσπαθούσε να κρατήσει το Χνώτο που ούρλιαζε, πίσω του. Πέταξε το άδειο πιστόλι και γύρισε στον Λευτέρη που είχε ήδη χαθεί μέσα στις σκιές.
Δεν πρόλαβε όμως, γιατί η σφαίρα που καρφώθηκε στο κεφάλι του τον έστειλε να κυλιστεί μέσα στις λάσπες.
Ο Κυριάκος σηκώθηκε μέσα από τους πυκνούς θάμνους με το όπλο του στραμμένο στο πτώμα του Κόκκινου.
Το Χνώτο ούρλιαζε ακόμα δίπλα στο πτώμα του Ιερέα.
Ο Λευτέρης ξεπρόβαλλε μέσα από τις σκιές κι έκανε να τρέξει στον Ιερέα απέναντι.
Ο Κυριάκος τον πυροβόλησε και η σφαίρα τον πέταξε πίσω, μέσα στο σκοτάδι και τις λάσπες.
Έπιασε το πιστόλι με τα δυο του χέρια και πήρε μια βαθιά ανάσα.
Είχε φτάσει επιτέλους ένα βήμα πριν την καρδιά του δάσους, στον τόπο όπου αρχίζουν και τελειώνουν τα παραμύθια.
Μια αστραπή κι αντίκρισε απέναντί του… το ζώο.
Ένας λύκος μέσα στις λάσπες με τα δόντια γυμνά και κοφτερά. Τα μάτια του φωτεινά, υγρά, καρφωμένα πάνω του. Γρύλιζε χωρίς να τον νοιάζει για την ανοιχτή πληγή του και τη λίμνη αίματος στα πόδια του. Έτοιμος να επιτεθεί.
«Νάτος! Νάτος!» ούρλιαξε η φωνή μέσα στο κεφάλι του. «Εδώ τελειώνουν όλα».
Ο λύκος τινάχτηκε ξαφνικά μπροστά.
Λίγο πριν πυροβολήσει άκουσε σκυλιά να γαβγίζουν, πολλά σκυλιά, κι είδε με την άκρη του ματιού του δεκάδες σκιές να πετάγονται μέσα απ’ τα σκοτεινά παράθυρα του Σχολείου.
Πάνω του.



***

Ένα ματωμένο χέρι φάνηκε στην άκρη της σκοτεινής τρύπας πίσω απ’ τα ψηλά χόρτα.
Ο Τάσος έσφιξε τα δόντια κι έκανε μια τελευταία προσπάθεια να φτάσει στην αυλή. Το κορμί του πονούσε απ’ τα χτυπήματα πάνω στις άγριες κοφτερές πέτρες που προεξείχαν απ’ τα τοιχώματα του υπονόμου. Εκείνο που τον έσωσε ήταν το μπουφάν του που είχε σκαλώσει σ’ ένα από τα μπουλόνια της σκάλας. Ανέβηκε με μεγάλη δυσκολία τα σκαλιά με τη μεταλλική γεύση του αίματος στο στόμα του.
Ο κόσμος στα θολά του μάτια έτρεμε και μόνο οι παγωμένες σταγόνες της βροχής κρατούσαν τις αισθήσεις του σε εγρήγορση.
Στο μυαλό του ούρλιαζαν ο πόνος, η οργή και κάτι ακόμα πιο δυνατό που τον έκανε τα σφίγγει τα δόντια του και να συνεχίζει να προσπαθεί με όση δύναμη του είχε απομείνει.
Όταν τελικά κατάφερε να σωριαστεί μέσα στις λάσπες και τα χόρτα, πήρε μια βαθιά ανάσα κι έβγαλε μια αδύναμη κραυγή.
«Χνώτο!»
Άκουγε γύρω του τον ήχο της βροχής, τις φωνές, τους πυροβολισμούς, τα ουρλιαχτά της μικρής. Στο τέλος ήταν τα σκυλιά που σκέπασαν τα πάντα με τη λύσσα τους.
Σκούπισε τη βροχή απ’ τα μάτια του, έφτυσε το αίμα απ’ το στόμα του και σηκώθηκε. Ίσια μπροστά του διέκρινε μια ντουζίνα άγρια σκυλιά να ξεσκίζουν κάποιον με τα δόντια τους.
Δεξιά του, δίπλα στο δέντρο, είδε το Χνώτο να σκύβει πάνω από το σώμα ενός άλλου άντρα. Πλησίασε προς το μέρος της και λίγο πριν φτάσει κοντά της είδε το μαστίγιο δίπλα στο ακίνητο χέρι.
Οι μικροσκοπικοί ώμοι της τραντάζονταν απ’ τους λυγμούς. Η βροχή είχε δυναμώσει. Ο Τάσος έβγαλε το μπουφάν του, την σκέπασε και την αγκάλιασε για να την προστατεύσει απ’ τη βροχή. Εκείνη γύρισε και του έριξε μια απελπισμένη ματιά.
Ξαφνικά είδε μια αναμαλλιασμένη γυναίκα να βγαίνει από τις σκιές και να τρέχει προς τα σκυλιά. Του φάνηκε γνωστή, αλλά δεν έκανε καμιά προσπάθεια να τη θυμηθεί. Η γυναίκα με το πράσινο φόρεμα προσπέρασε τα σκυλιά που σήκωσαν το κεφάλι τους στο πέρασμά της και την κοίταξαν σιωπηλά.
Λίγα μέτρα πιο πέρα κοντοστάθηκε, γονάτισε μέσα στις λάσπες, κι άπλωσε διστακτικά τα χέρια της στο σκοτάδι. Μια αστραπή κι ο Τάσος είδε φευγαλέα μπροστά στα πόδια της μια μαύρη σκιά. Έμοιαζε με ζώο κι είχε δυο κατακόκκινα, πύρινα μάτια.
Λύκος, σκέφτηκε, κι απ’ το μυαλό του πέρασαν αστραπιαία όλες εκείνες οι ιστορίες που άκουγε χρόνια τώρα στις Παλιές Γειτονιές.
Η γυναίκα έσκυψε.
Το ζώο αγρίεψε και τα κοφτερά του δόντια άστραψαν στο σκοτάδι.
Η γυναίκα δεν σταμάτησε.
Το ζώο οπισθοχώρησε μέσα στη λάσπη.
Η γυναίκα άπλωσε το χέρι της.
Ξαφνικά, ο λύκος έβγαλε ένα άγριο ουρλιαχτό και της επιτέθηκε τινάζοντας τα νύχια του στο πρόσωπό της.
Η γυναίκα έχασε την ισορροπία της κι έπεσε στις λάσπες βάζοντας τα χέρια στο πρόσωπό της. Ο λύκος σηκώθηκε, απομακρύνθηκε σιγά-σιγά από τη γυναίκα κι ο Τάσος μπόρεσε να δει καθαρά τις ανοιχτές πληγές και το βρώμικο αίμα στο πόδι και στα πλευρά του. Μετά γύρισε, έριξε μια τελευταία ματιά πίσω του και χάθηκε με μια δρασκελιά μέσα στο σκοτάδι.
Η γυναίκα σηκώθηκε με δυσκολία στα πόδια της. Το πρόσωπό της ήταν ματωμένο, αλλά αυτό δεν φάνηκε να την νοιάζει. Έτρεξε πίσω από το ζώο και χάθηκε κι αυτή στο σκοτάδι.
Τα σκυλιά την ακολούθησαν με τα κεφάλια χαμηλωμένα.
Το Χνώτο στην αγκαλιά του σήκωσε το παγωμένο χέρι του Ιερέα, έσκυψε κι άρχισε να το ζεσταίνει με την ανάσα του.
Έβρεχε.

Δευτέρα, Οκτώβριος 16, 2006 

ΣΚΥΛΙΑ ΣΤΗ ΒΡΟΧΗ (ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΕΠΤΑ)

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΕΠΤΑ

Ο Τάσος έτρεχε όσο πιο γρήγορα μπορούσε μέσα στις σκοτεινές υπόγειες σήραγγες. Που και που σταματούσε για ν’ αφουγκραστεί ή να φωτίσει κάποιο σκοτεινό άνοιγμα αριστερά ή δεξιά του. Τα περισσότερα σταματούσαν μετά από πέντε-έξι μέτρα σ’ ένα κυκλικό άνοιγμα κι έναν μικρό καταρράκτη από λασπόνερα που έπεφταν από ψηλά μέσα από τις ατσάλινες σιδεριές των δρόμων.
Όταν τελικά έφτασε στη σιδερένια πόρτα που οδηγούσε στο υπόγειο του Σχολείου πίστεψε ότι είχε χάσει το κορίτσι κάπου πίσω του. Η πόρτα ήταν κλειστή, έτσι ακριβώς όπως την είχε αφήσει ο ίδιος, σφηνωμένη ανάμεσα στη σκουριασμένη κάσα και στην άγρια πέτρα στα πόδια του. Ούτε λόγος να είχε καταφέρει το Χνώτο να την ανοίξει κι έπειτα να την ξανακλείσει πίσω της.
Κατέβηκε γρήγορα τα σιδερένια σκαλιά αποφασισμένος να συνεχίσει το ψάξιμο. Ίσως να υπήρχε κάποιος διάδρομος που είχε ξεχάσει να δει ή που είχε προσπεράσει μέσα στη βιασύνη του. Ίσως μια μικρή τρύπα στον τοίχο απ’ όπου η πιτσιρίκα μπορούσε να περάσει και να χαθεί. Σκέφτηκε το σκοτάδι, την υγρασία, τη βρώμα, τα τρωκτικά και ρίγησε στη σκέψη ότι το Χνώτο μπορεί να είχε παγιδευτεί κάπου.
Φώναξε γι’ άλλη μια φορά τ’ όνομά της και ξεκίνησε.
Τότε ήταν που άκουσε ένα πνιχτό ουρλιαχτό και τον μουντό ήχο από κάτι που έπεφτε από ψηλά. Γύρισε πίσω, σταμάτησε στη βάση της σκάλας και φώτισε με το φακό του δεξιά κι αριστερά. Παντού γύρω του αντίκριζε τοίχο. Συμπαγή τοίχο. Κανένα άνοιγμα. Καμία τρύπα ή ρωγμή. Τίποτα.
Πρόσεξε πως το μεγάλο αυλάκι απ’ όπου έτρεχε το νερό, στο κέντρο του διαδρόμου, συνέχιζε κάτω απ’ το κλιμακοστάσιο. Έσκυψε και είδε πως χανόταν μέσα σε μια τρύπα κάτω από τα σκαλιά.
Έσκυψε και φώτισε την τρύπα του υπονόμου. Εφτά ή οχτώ μέτρα τσιμέντου που κατέληγαν σ’ ένα κάπως πιο φωτεινό άνοιγμα. Στο απέναντι τοίχο είδε ένα κομμάτι από κάτι που έμοιαζε με σκουριασμένη σκάλα καρφωμένη στον τοίχο.
«Χνώτο», φώναξε.
Έβγαλε το μπουφάν του και άρχισε να σέρνεται με δυσκολία στον υπόνομο φωνάζοντας συνέχεια το όνομα του κοριτσιού. Είχε απλώσει τα χέρια του μπροστά και προσπαθούσε να συρθεί εκατοστό-εκατοστό προς τα μπρος σπρώχνοντας με τις άκρες των ποδιών του. Δεν ήταν εύκολο όμως, γιατί ο υπόνομος ήταν γεμάτος υγρά βρύα και τα πόδια του γλιστρούσαν.
Μετά από μια μικρή στιγμή πανικού, σήκωσε το ένα του πόδι κι έβαλε κόντρα στο πάνω μέρος του υπονόμου με το τακούνι της μπότας του. Γλιστρούσε ευκολότερα τώρα μέσα στη στενή τρύπα και δεν άργησε να φτάσει στο άνοιγμα μπροστά του.
Μόλις κατάφερε να βγάλει τα χέρια και το στήθος του από την τρύπα είδε μπροστά του ένα από τα πέδιλα της μικρής. Αυτό πρέπει να ήταν που είχε ακούσει λίγο πριν να πέφτει. Γύρισε το κεφάλι του προς τα πάνω και είδε τη σιδερένια σκάλα να ανεβαίνει ίσια πάνω του. Το νερό της βροχής έπεφτε στο πρόσωπό του κι αντίκρισε πέρα ψηλά μια σκιά στο μικρό τετράγωνο άνοιγμα.
«Χνώτο!» ούρλιαξε.
Η σκιά στο άνοιγμα εξαφανίστηκε.

***

Οι δυο άντρες ανέβηκαν τρέχοντας τα σκαλιά πυροβολώντας και ουρλιάζοντας άγρια. Ο Κόκκινος είχε κάθε λόγο να ουρλιάζει. Η ανοιχτή πληγή στο μάγουλό του πονούσε φοβερά και κάθε δευτερόλεπτο που περνούσε χειροτέρευε. Οι άγριες κραυγές που έβγαζε το τσιράκι του ωστόσο ήταν για να ξορκίσει το φόβο που κυλούσε σαν παγωμένος ιδρώτας στην πλάτη του.
Πέρασαν δίπλα από τις δυο ακίνητες, κουλουριασμένες σκιές στην κορυφή της σκάλας, μπροστά στα σκουριασμένα κάγκελα. Μια τρίτη σκιά έτρεχε ίσια μπροστά τους και χάθηκε μέσα στο σκοτάδι. Πυροβόλησαν προς το μέρος της. Το μόνο που άκουσαν ήταν τζάμια να θρυμματίζονται κι ύστερα τον υπόκωφο ήχο της βροχής που έπεφτε ασταμάτητα.
«Φως, διάολε, χρειαζόμαστε φως», φώναξε ο Κόκκινος και άρπαξε τον άλλον που τον ακολουθούσε στο πλάι του.
«Μου έμειναν άλλα δυο στικάκια. Πάρε το ένα».
Τα έριξαν ίσια μπροστά τους, το ένα δεξιά και το άλλο αριστερά, κι ετοιμάστηκαν να πυροβολήσουν. Ο Κόκκινος έσφιξε τα δόντια του κι έπνιξε μ’ ένα μουγκρητό τον οξύ πόνο στο μάγουλό του. Σκούπισε με μια γρήγορη κίνηση του χεριού του τις χοντρές σταγόνες ιδρώτα στο μέτωπό του αποφεύγοντας ν’ αγγίξει την πληγή στο μάγουλο.
Ολόκληρος ο πρώτος όροφος μπροστά τους ήταν ένας ενιαίος χώρος. Οι τοίχοι από τις αίθουσες που κάποτε υπήρχαν εκεί ήταν πεσμένοι και μόνο οι κολόνες έστεκαν ακόμη όρθιες ανάμεσα σε παλιά στρώματα, στοίβες εφημερίδων και ξύλινα κιβώτια και μικροσκοπικές μαντεμένιες σόμπες. Προχώρησαν αργά και προσεκτικά, με το δάχτυλό τους έτοιμο στη σκανδάλη.
Ξαφνικά κάτι κινήθηκε ίσια μπροστά, και μια σκιά άρχισε να τρέχει από δεξιά προς τα αριστερά. Άρχισαν να πυροβολούν στο μισοσκόταδο μπροστά τους, πέρα από τον χώρο που φωτιζόταν από τα στικ που είχαν πετάξει. Τα βήματα αντηχούσαν καθαρά μπροστά τους μέχρι τη στιγμή που ακούστηκε μια κραυγή κι ένας υπόκωφος γδούπος.
«Τον έχουμε! Κάλυψε με», φώναξε ο Κόκκινος.
Πήρε το πεσμένο στικ στα πόδια του, το πέταξε στο σημείο απ’ όπου ακούστηκε η κραυγή και πλησίασε σκύβοντας με προσοχή δίπλα σε μια κολώνα.
Άκουσε βογκητά και θόρυβο από σύρσιμο στο πάτωμα.
«Το τσογλάνι νομίζει ότι θα γλιτώσει, νομίζει ότι θα ζήσει για να γελάει μέσα στα μούτρα μας», ψιθύρισε με τα δόντια σφιγμένα και τα μάτια του θολά απ’ τον πόνο.
Σηκώθηκε κι έτρεξε έτοιμος να τον αποτελειώσει, αλλά μόλις έφτασε, το μόνο που είδε ήταν ένα πόδι να γλιστράει και να χάνεται σε μια τρύπα στο πάτωμα.
Έτρεξε κι άρχισε να πυροβολεί μέσα στην τρύπα.
Μετά από λίγο σταμάτησε, χαμογέλασε και φώναξε σκύβοντας προς το άνοιγμα.
«Παιδιά! Αν έμεινε τίποτα από δαύτον, είναι δικό σας».
Τότε ακριβώς συνειδητοποίησε τη σιωπή που είχε απλωθεί στο ισόγειο εδώ και ώρα.
«Πάμε κάτω», φώναξε στον άλλον. «Κάτι δεν πάει καλά».
Κατέβηκαν βιαστικά τα σκαλιά και μπήκαν με προσοχή στη πρώτη αμυδρά φωτισμένη αίθουσα. Δεν υπήρχε κανείς εκεί. Στο φως μιας αστραπής είδαν απέναντί τους το άνοιγμα στον τοίχο.
«Οι αίθουσες επικοινωνούν μεταξύ τους εσωτερικά», γύρισε και ψιθύρισε στον άλλον που το πρόσωπό του είχε ασπρίσει από φόβο. «Πήγαινε κάλυψε τους διαδρόμους. Εγώ προχωράω σιγά-σιγά από δω. Οι πόρτες είναι ανοιχτές οπότε θα συναντιόμαστε εκεί... και θα συνεχίζουμε. Μ’ ακούς;».
«Δε μ’ αρέσει αυτό. Δε μ’ αρέσει καθόλου», έκανε ο άλλος αβέβαια. «Που…; Που είναι οι υπόλοιποι;»
Τον άρπαξε απ’ τα μαλλιά και τον τράβηξε κοντά του.
«Μη μου το κάνεις αυτό τώρα κωλόπαιδο!» του ψιθύρισε στ’ αυτί. «Τράβα στο διάδρομο και κάνε ότι σου είπα. Χτύπα ότι κουνιέται ή ότι φαντάζεσαι ότι κουνιέται. Δε με νοιάζει. Μόνο να ‘σαι εκεί και να σε βλέπω κάθε φορά που θα φτάνω στις πόρτες. Και μη διανοηθείς να την κοπανίσεις γιατί θα σε βρω και θα σου ξεριζώσω τ’ άντερα. Κατάλαβες;»
Ο άλλος έκλεισε τα μάτια του κι έφτυσε ένα ταλαιπωρημένο ‘εντάξει’. Ο Κόκκινος τον άφησε και τον είδε να κοντοστέκεται στην πόρτα. Ξεκούμπωσε το δεξί λουρί από το σακίδιο του, πήρε από μέσα έναν γεμιστήρα και τον κάρφωσε στο όπλο του. Μετά πέρασε με προσοχή την πόρτα.
Η δεύτερη αίθουσα ήταν κι αυτή άδεια όπως και η πρώτη. Ο Κόκκινος προχώρησε σκυφτός και με μεγάλη προσοχή δίπλα στον τοίχο απέναντι από τη μεγάλη σειρά από παράθυρα. Αν τον πλησίαζε κάποιος από εκεί, θα μπορούσε να τον δει εύκολα με τα παράθυρα πίσω του. Έφτασε δίπλα στην πόρτα και περίμενε. Το τσιράκι του δεν άργησε να φανεί. Περπατούσε αργά-αργά ρίχνοντας κλεφτές ματιές πίσω απ’ τον ώμο του και μπροστά του. Ο ιδρώτας στο πρόσωπό του άστραφτε στο βαθυγάλαζο αχνό φως του διαδρόμου.
Κοιτάχτηκαν.
«Πάμε παρακάτω», του ψιθύρισε ο Κόκκινος.
Η τρίτη αίθουσα ήταν κι αυτή βουτηγμένη στις σκιές, αλλά δεν ήταν άδεια. Κολλημένος στον τοίχο με τα μάτια του παίζουν νευρικά και το δάχτυλό του έτοιμο να πυροβολήσει, ο Κόκκινος αντίκρισε στο φως μιας αστραπής τους άντρες του στοιβαγμένους, τον έναν πάνω στον άλλον, στο κέντρο της αίθουσας. Ξαφνικά, άκουσε πυροβολισμούς και ουρλιαχτά από τον διάδρομο. Προχώρησε βιαστικά προς τα πίσω μέχρι που η πλάτη του ακούμπησε στη γωνία της αίθουσας. Σήκωσε το Καλάσνικωφ με το ένα χέρι, έβγαλε απ’ τη ζώνη του ένα περίστροφο με το άλλο και περίμενε.
Έπεσε μια βαριά σιωπή.
Βήματα ακούστηκαν στο διάδρομο κι η πόρτα της αίθουσας έκλεισε αργά-αργά.
«Του το είχα πει να μην ξαναπατήσει το πόδι του εδώ», άκουσε κάποιον να λέει πίσω από την κλειστή πόρτα.
«Κόκκινε!»
Ένας ψίθυρος στο σκοτάδι.
Τρόμαξε και το χέρι του πίεσε τη σκανδάλη.
Μια ριπή έσπασε όσα τζάμια είχαν απομείνει όρθια.
Κράτησε την ανάσα του κι αφουγκράστηκε το σκοτάδι γύρω του. Προσπάθησε να σκεφτεί καθαρά. Ένας στον διάδρομο κι ένας εδώ μέσα ή στη διπλανή αίθουσα. Τα βλέφαρά του τρεμόπαιξαν και κοίταξε γύρω του. Μετά κινήθηκε με προσοχή προς το παράθυρο. Ο μόνος τρόπος διαφυγής. Έριξε μια κλεφτή ματιά έξω.
«Αναρωτιέσαι αν είσαι αρκετά γρήγορος για να βγεις απ’ το παράθυρο;»
Η φωνή ερχόταν από την άλλη πλευρά της αίθουσας. Ο Κόκκινος χαμογέλασε κι ακούμπησε το όπλο του στο παράθυρο.
«Καθόλου», απάντησε με αναπτερωμένο ηθικό. «Απλώς αναρωτιέμαι τι δουλειά έχει ένα κοριτσάκι να στέκεται μια νύχτα σαν κι αυτή μέσα στη βροχή… ακίνητο, σαν στόχος σε λούνα παρκ».
Κανείς δεν του απάντησε κι εκείνος συνέχισε.
«Σου σπαράζει την καρδιά να το βλέπεις έτσι μόνο του μέσα στις λάσπες. Πάω να του κάνω παρέα. Και σας περιμένω κι εσάς, αλλιώς θα εκνευριστώ και θ’ αρχίσω να πυροβολώ».
Καθάρισε με την ησυχία του το περβάζι από τα σπασμένα τζάμια, ανέβηκε και πήδηξε έξω στην αυλή.

Δευτέρα, Οκτώβριος 02, 2006 

ΣΚΥΛΙΑ ΣΤΗ ΒΡΟΧΗ (ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΕΞΙ)

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΕΞΙ

Βρήκαν τη Σερήνη πεσμένη στα λασπόνερα εκεί που ο φαρδύς χωματόδρομος που οδηγούσε στα παλιά νεκροταφεία κοβόταν από έναν μικρό παράδρομο. Όχι πως ο κυρίως δρόμος ήταν σημαντικός πια μετά από τόσα χρόνια: η λεπτή άσφαλτος ήταν σπασμένη εδώ κι εκεί και οι φαρδιές ρωγμές έμοιαζαν με αυλάκια σκαμμένα από τα νερά της βροχής.
Ήταν πεσμένη μέσα στις πέτρες και τις λάσπες με το χέρι της ακουμπισμένο στο στήθος της που ανεβοκατέβαινε άγρια και τα μαλλιά της κολλημένα στο πρόσωπό της. Ένας τεράστιος μαύρος σκύλος δίπλα της γρύλιζε απειλητικά στα δίδυμα που πλησίαζαν χαμογελώντας χαιρέκακα.
«Σ’ το είχα πει ότι δε θα πήγαινε μακριά», φώναξε ο Ληφ σκύβοντας προς τον αδερφό του. «Δεν είναι φτιαγμένες για να τρέχουν οι κακόμοιρες, ειδικά όταν τα έχουν κάνει πάνω τους απ’ το φόβο και τα ποδαράκια τους τρέμουν. Ορίστε! Κοίτα την. Έφαγε τα μούτρα της».
Η Σερήνη γύρισε το κεφάλι και τους κοίταξε λοξά. Ο σκύλος δίπλα της γύμνωσε τα δόντια του κι έκανε ένα βήμα μπροστά.
«Μην πλησιάζετε!» ψιθύρισε, αλλά η φωνή της έφτασε καθαρή και δυνατή στ’ αυτιά τους.
Τα δίδυμα σταμάτησαν και κοιτάχτηκαν στα μάτια.
«Μ’ αρέσει όταν το λένε αυτό», είπε ο Ληφ κι έσκασε ένα χαμόγελο ικανοποίησης. «Μ’ αρέσει πολύ».
«Άσε το σκύλο σ’ εμένα. Είσαι τσαπατσούλης με τα ζώα», του είπε ο αδερφός του ξεκινώντας για το σταυροδρόμι.
Η Σερήνη προσπάθησε να σηκωθεί κρατώντας το χοντρό λαιμό του σκύλου, αλλά εκείνος έκανε άλλο ένα βήμα μπροστά γρυλλίζοντας και η γυναίκα έχασε την ισορροπία της κι έπεσε πάνω στις πέτρες.
Σταμάτησαν πέντε βήματα μακριά απ’ τη μάγισσα και το σκυλί που γαύγιζε πια σα λυσσασμένο. Άνοιξαν τα ξυράφια τους. Ο Γκρίμπο ρίχτηκε πάνω στο σκυλί κι ο Ληφ πάνω στην πεσμένη γυναίκα.
Μόνο που τα πράγματα δεν είχαν την εξέλιξη που περίμεναν.
Το σκυλί έκανε ξαφνικά μεταβολή και χάθηκε στο σκοτάδι τρέχοντας κι ο Ληφ βρέθηκε να κόβει με το ξυράφι του τον αέρα καθώς η φασματική μορφή της Σερήνης έσβηνε μπροστά στα μάτια του.
«Τι; Τι; Τι έγινε; Πώς…;» παραμιλούσε έκπληκτος ο Ληφ και κοίταζε τρομαγμένος γύρω του.
Ο Γκρίμπο έμεινε σιωπηλός, το πρόσωπό του ήταν ανέκφραστο. Έριξε μια ματιά γύρω του. Μέσα στο υγρό σκοτάδι.
«Κάπου εδώ γύρω κρύβεται. Ξοδεύει ότι έχει και δεν έχει σε ψευδαισθήσεις και χαζομάρες. Τα μάτια σου δεκατέσσερα!» ψιθύρισε, και σκούπισε τη βροχή απ’ το πρόσωπό του.
Οι σκοτεινές φιγούρες των θάμνων και των δέντρων γύρω τους φωτίζονταν πότε-πότε από τις αστραπές και οι ριπές του ανέμου τους χτυπούσαν αλύπητα.
«Τι; Τι είναι αυτό πάλι;» άκουσε ο Γκρίμπο τον αδερφό του ν’ αναρωτιέται πίσω απ’ την πλάτη του.
Δε γύρισε όμως να δει, γιατί εκεί μπροστά του, στην άκρη του δρόμου, πίσω απ’ το χοντρό γέρικο κορμό ενός δέντρου ξεπρόβαλλε η Σερήνη. Ακούμπησε αποκαμωμένη πάνω στον κορμό με το δεξί της χέρι σφιγμένο στην κοιλιά της. Ξαφνικά, ένα δαχτυλίδι φωτιάς «άναψε» γύρω απ’ το σταυροδρόμι. Γαλάζιες και κόκκινες φλόγες έπαιζαν γύρω απ’ τα δίδυμα χωρίς να νοιάζονται για τη βροχή και τον δυνατό αέρα.
Κούνησε το κεφάλι του κοιτώντας την στα μάτια.
«Έλα, Ληφ. Αυτό ήταν το τελευταίο της κολπάκι. Τελειώσανε τα ψέματα».
Έτρεξε προς το μέρος της.
Ένας πελώριος όγκος έτοιμος να πλακώσει τη μικροκαμωμένη γυναίκα που ανάσαινε με δυσκολία.
Ένας πελώριος όγκος που τινάχτηκε πίσω σαν κλαράκι την ώρα που πήγε να πηδήσει πάνω από τις χαμηλές φλόγες.
Ο Γκρίμπο «πέταξε» στον αέρα κι έπεσε με δύναμη στις πέτρες και τις λάσπες.
Η πλάτη του πονούσε φοβερά απ’ την πτώση. Έσφιξε τα δόντια του και προσπάθησε με αργές ανάσες να συνέλθει απ’ το ξαφνικό σοκ.
Δεν ήταν εύκολο.
«Αδύνατον!» σκέφτηκε, και μια υποψία γεννήθηκε στην άκρη του μυαλού του. «Αδύνατον! Κανένας δεν μπορεί να το κάνει αυτό. Όχι εδώ, όχι σ’ αυτόν τον κόσμο. Μια μάγισσα χωρίς δυνάμεις σ’ έναν κόσμο χωρίς μαγεία! Κι όμως…».
Άκουσε το ουρλιαχτό του αδερφού του και γύρισε, ζαλισμένος ακόμα, το κεφάλι του για να δει.
Και είδε.
Ο Ληφ ήταν πεσμένος στη μέση του δρόμου και προσπαθούσε να κρατηθεί απ’ τις πέτρες και τις αυλακιές της ασφάλτου. Μια μεγάλη μαύρη πόρτα είχε ανοίξει μέσα στη νύχτα κι ένας δυνατός άνεμος ρουφούσε τον Ληφ μέσα της. Ο μισός είχε ήδη εξαφανιστεί στο σκοτάδι. Ξαφνικά, το κομμάτι της ασφάλτου στα χέρια του ξεκόλλησε απ’ το χώμα κι ο Ληφ εξαφανίστηκε εντελώς.
Μέσα στον πανικό του ο Γκρίμπο ξέχασε αμέσως τον πόνο στην πλάτη του κι έκανε μια προσπάθεια να συρθεί με τα τέσσερα μέσα στις λάσπες. Δεν ήταν εύκολο. Ένοιωθε τον άνεμο στην πλάτη του να τον τραβάει. Σταμάτησε αποκαμωμένος από την προσπάθεια λίγο πριν τις φλόγες. Έχωσε τα χοντρά του δάχτυλα βαθιά μέσα στη λάσπη ψάχνοντας απεγνωσμένα κάτι για να κρατηθεί.
Η Σερήνη, στην άλλη μεριά του πύρινου κύκλου είχε πλησιάσει και καθόταν πάνω σε μια πέτρα.
«Το καταλαβαίνεις ότι δεν είναι και τόσο εύκολο να κρατηθείς εδώ έξω», είπε, κι έσκυψε προς το μέρος του. «Στο τέλος θα σε ρουφήξει και θα τελειώσουν τα βάσανά μας».
Ο Γκρίμπο σήκωσε το κεφάλι του και την κοίταξε γεμάτος μίσος.
«Είναι ψέματα… όλα ψέματα… δεν μπορείς να το κάνεις αυτό ηλίθια γυναίκα… όταν σταματήσει αυτό το θέατρο θα σου…»
Την ίδια στιγμή το σώμα του άρχισε να σέρνεται αργά-αργά αλλά σταθερά πάνω στη λάσπη.
Η Σερήνη κούνησε αρνητικά το κεφάλι της.
«Έχεις δίκιο. Τι να πω, τώρα; Το βρήκες! Τι χαζή που είμαι! Δεν μπορώ να το κάνω... εγώ. Σ’ αυτόν τον τόπο όμως, τα Σταυροδρόμια και οι Πόρτες ανήκουν σε μια γνωστή μου, σε μια άλλη ηλίθια γυναίκα, όπως λες κι εσύ. Δεν είναι εύκολο να τη βρει κανείς εδώ πάνω. Συνήθως μένει… κάτω. Και πίστεψε με παλικαρά, αυτή… μπορεί να το κάνει».
Ο Γκρίμπο γλίστρησε βίαια πάνω στις λάσπες και χάθηκε στο σκοτεινό άνοιγμα της πόρτας χωρίς να βγάλει άχνα. Η Σερήνη έκλεισε τα μάτια κι έβαλε το χέρι της στο στήθος. Πήρε μια βαθιά ανάσα. Όταν τα άνοιξε ξανά δεν υπήρχε ούτε φωτεινό δαχτυλίδι, ούτε πόρτα. Μόνο το σταυροδρόμι που το χτυπούσε αλύπητα η βροχή.
«Άντρες!» είπε στον εαυτό της κουνώντας το κεφάλι μελαγχολικά.
Σηκώθηκε και πήρε αργά-αργά το δρόμο του γυρισμού. Το μαύρο σκυλί έτρεξε δίπλα της και γρύλισε. Το κοίταξε χωρίς να σταματήσει, κι έσφιξε τα δόντια της.
«Το ξέρω», ψιθύρισε. «Το ξέρω ότι αργήσαμε».

***

«Σταματήστε να πυροβολείτε, ηλίθιοι!»
Ο Κόκκινος γύρισε στον άντρα που ήταν πεσμένος μπρούμυτα δίπλα του στο διάδρομο.
«Βγάλε τ’ αμερίγκλο».
«Ποιά;»
«Τα στικάκια ηλίθιε. Εκείνα που βγάλαμε απ’ τα κασόνια. Χρειαζόμαστε φως μέσα σ’ αυτό το αχούρι».
Ο άλλος γύρισε, έβγαλε το σακίδιο από την πλάτη του, πήρε μια χούφτα στικάκια και τα κοίταξε.
«Αυτά λες;»
«Ναι. Δώσε σ’ όλους να ‘χουν από πέντε-έξι».
«Τι είναι αυτά;»
«Χημικό φως, ρε βλάκα. Με τη σφραγίδα του αμερικάνικου στρατού. Υπεροξείδιο υδρογόνου και… άστο, γάμα το. Τι πουλήσαμε πέρσι στον Θράσο ρε; Ξέχασες; Ή δεν έχεις ιδέα από πού έρχονται τα λεφτά που έχεις στη τσέπη σου; Προσέξτε τώρα. Τραβάς την ασφάλεια στην άκρη. Λυγίζεις το στικάκι και…»
Ακούστηκε ένα αδύναμο κρακ! κι ο Κόκκινος το πέταξε στο διάδρομο μπροστά του. Το στικάκι έπεσε στα δέκα μέτρα και σύρθηκε. Ο διάδρομος φωτίστηκε με μια γαλάζια λάμψη.
Μια σκιά φάνηκε στην άλλη άκρη του. Ήταν ταμπουρωμένη σε μια εσοχή, κάτω από ένα παράθυρο, και μόλις ο διάδρομος φωτίστηκε, έκανε να τρέξει απέναντι.
Ο Κόκκινος άρχισε να πυροβολεί και οι άλλοι τον μιμήθηκαν. Η σκιά έπεσε κι έμεινε ακίνητη. Ακούστηκαν σφυρίγματα και κραυγές.
«Χα!» ακούστηκε κάποιος. «Θα το γλεντήσουμε, απόψε».
«Μια ομάδα στις αίθουσες», φώναξε ο Κόκκινος. «Οι άλλοι μαζί μου στις σκάλες. Θ’ ανεβούμε πάνω».
Οι δυο ομάδες χωρίστηκαν.
Ο Κόκκινος και η ομάδα του έφτασαν έρποντας στη βάση της σκάλας κι έριξαν ένα στικ στο πλατύσκαλο, εκεί που τα σκαλιά γυρνούσαν αντίθετα και συνέχιζαν για τον επάνω όροφο. Κανένας εκεί. Ο Κόκκινος κοίταξε τους άλλους κι έδειξε με το δάχτυλο ίσια πάνω του.
«Μας περιμένουν», ψιθύρισε.
«Εϊ, Κόκκινε!», ακούστηκε μια φωνή πίσω του. «Αυτό το καθίκι που καθαρίσαμε… ένα πιτσιρίκι ήταν!»
Ο διάδρομος αντήχησε από γέλια. Δεν πέρασε ένα λεπτό κι άρχισε ένα πανδαιμόνιο από κραυγές, ριπές και πυροβολισμούς.
Ο Κόκκινος έκανε νόημα σε δυο απ’ τους δικούς του ν’ ανέβουν γρήγορα στο πλατύσκαλο ενώ οι άλλοι δυο θα τους κάλυπταν από κάτω.
Ξεκίνησαν να τρέχουν στις σκάλες κι οι άλλοι ανέβηκαν με προσοχή τρία σκαλοπάτια πυροβολώντας ψηλά.
Τότε ήταν που άρχισε η πύρινη βροχή!
Πυρακτωμένα κάρβουνα και καυτή στάχτη άρχισαν να πέφτουν από ψηλά. Ο πρώτος σωριάστηκε στο πλατύσκαλο μ’ ένα καμάκι καρφωμένο στο πόδι. Ο δεύτερος, πίσω του, στραβοπάτησε, έπεσε κι άρχισε να ουρλιάζει καθώς τον έκαιγαν τα αναμμένα κάρβουνα. Μέσα στον πανικό του γύρισε για να σηκωθεί, αλλά το βαρέλι που έπεσε από ψηλά τον πλάκωσε κι άρχισε να κατρακυλάει προς τα κάτω.
Ο Κόκκινος κι ο άλλος με το σακίδιο στη πλάτη είχαν προλάβει να τραβηχτούν πίσω. Παρόλ’ αυτά, ένα κομμάτι κάρβουνο τινάχτηκε και κόλλησε στο μάγουλο του, κάτω από το αριστερό του μάτι. Ούρλιαξε από πόνο και το ξεκόλλησε γρήγορα από πάνω του.
Εντωμεταξύ, ο τραυματίας στο πλατύσκαλο είχε γυρίσει το Καλάσνικωφ κι έριχνε τυφλές ριπές στριγγλίζοντας απ’ τον πόνο. Παρά το οξύ κάψιμο στο πρόσωπο, ο Κόκκινος συνειδητοποίησε αμέσως την ευκαιρία που του δινόταν κι έτρεξε προς το πλατύσκαλο πυροβολώντας ψηλά με το ένα χέρι.
Ο άλλος με το σακίδιο στη πλάτη τον ακολούθησε σχεδόν αμέσως.

Τρίτη, Σεπτέμβριος 05, 2006 

ΣΚΥΛΙΑ ΣΤΗ ΒΡΟΧΗ (ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΠΕΝΤΕ)

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΠΕΝΤΕ


«Φτάσαμε».
Ο Γκρίμπο σταμάτησε απότομα και γύρισε να κοιτάξει τον αδερφό του που ακολουθούσε το μονοπάτι σέρνοντας τα βήματά του στις λάσπες. Η βροχή έπεφτε δυνατά πάνω στην πυκνή άγρια βλάστηση. Ένα σκυλί άρχισε να γαβγίζει από μακριά.
Τα δυο αδέρφια κοιτάχτηκαν σαν σε καθρέφτη και γύρισαν ταυτόχρονα το πρόσωπο για ν’ αντικρύσουν τη σκιά πάνω στον τοίχο του παλιού αρχοντικού.
Μια αχνή, πράσινη σκιά έτρεμε στον αέρα μπροστά τους και σχημάτιζε μια γυναικεία μορφή.
«Χα. Η Σερήνη. Έπρεπε να το είχα καταλάβει από την αρχή ότι εσύ κρυβόσουν πίσω απ’ όλο αυτόν τον ποδαρόδρομο».
«Η Στρίγγλα!» ψιθύρισε ο Ληφ κι έκανε ένα αβέβαιο βήμα προς τα πίσω.
Μπροστά τους άνοιξε ξαφνικά μια σκοτεινή σμαραγδένια θάλασσα. Μαύρες, απειλητικές σκιές γλιστρούσαν μέσα της.
«Τι κάνεις, ηλίθιε;» του φώναξε ο αδερφός του.
«Μα… μα είναι η Σερήνη, Γκρίμπο», του απάντησε ο Ληφ κι έκανε να φύγει.
Ο Γκρίμπο άπλωσε το χέρι και τον έπιασε απ’ το μπράτσο.
«Μην τολμήσεις!» του φώναξε.
«Είσαι με τα καλά σου;» του ψιθύρισε ο αδερφός του με φωνή που έτρεμε. «Δεν μπορούμε να το κάνουμε αυτό, Γκρίμπο. Όχι, όχι αυτό…»
«Άκου τον αδερφό σου τερατάκι κι εξαφανίσου από μπροστά μου. ΤΩΡΑ!» Η φωνή της Σερήνης έμοιαζε να έρχεται από παντού γύρω τους. Χιλιάδες μικροί ψίθυροι πήγαιναν κι έρχονταν στον αέρα κι άγγιζαν τ’ αυτιά τους.
«Είναι όλα ψέματα, Ληφ», ούρλιαξε ο Γκρίμπο και οι φωνές γύρω τους σταμάτησαν. «Ψευδαισθήσεις και γυναικεία καμώματα. Δεν υπάρχουν. Δεν μπορούν να μας αγγίξουν. Θυμάσαι; Το είπες και μόνος σου. Δεν αξίζουν πεντάρα. Συγκεντρώσου τώρα!»
Ο Ληφ κοίταξε το πρόσωπό του αδερφού του και μια σκιά υποψίας έλαμψε στα μάτια του.
«Ναι, αλλά…Ξέρεις τώρα… τις ιστορίες».
Η σμαραγδένια θάλασσα μπροστά τους τρικύμισε και οι σκιές μέσα της πύκνωσαν.
«Α, ναι», ψιθύρισε η Σερήνη. «Υπάρχουν κι όλες αυτές οι ιστορίες».
Ο Γκρίμπο γύρισε το κεφάλι του προς την Σερήνη. Χαμογελούσε.
«Παραμύθια! Τα ξέρω κι εγώ, σκύλα. Θες ν’ ακούσεις ένα κι από μένα; Να σου πω την ιστορία για το τι παθαίνει μια μάγισσα που γεννάει ένα μπασταρδάκι, Σερήνη; Την ξέρω κι αυτή την ιστορία, Στρίγγλα. Μαζί με τη σάρκα που ξεριζώνει απ’ τη κοιλιά της, ξεριζώνει και τη δύναμή της. Και μη μου πεις ότι ο πιτσιρίκος δεν είναι γιος σου, ηλίθια γυναίκα!»
«Είσαι… σίγουρος;» ρώτησε η μάγισσα με νόημα.
Ο Γκρίμπο έκανε ένα βήμα μπροστά κι η σμαραγδένια θάλασσα εξαφανίστηκε αφήνοντας πίσω της μικροσκοπικές καταπράσινες φλόγες που έσβηναν στη βροχή.
«Απόλυτα», είπε, κι ένα ξυράφι άστραψε στο χέρι του. «Πιάνουμε δουλειά μικρέ», φώναξε στον Ληφ που είχε βρεθεί ξανά στο πλευρό του. Εκείνος χαμογέλασε για να διώξει όλη την ένταση από πάνω του.
«Το ρωτάς; Αφού το ξέρεις πως τρελαίνομαι για το ξυράφι, αδερφέ».
Η σκιά μπροστά τους τρεμούλιασε στον αέρα.
Οι δίδυμοι προχωρούσαν σταθερά προς το μέρος της καταστρέφοντας στο πέρασμά τους κάθε μικρό ξόρκι και προστατευτική γητειά.
«Εκεί, στο υπόγειο», μούγκρισε ο Γκρίμπο κι έδειξε τα σκαλιά.
Ξαφνικά, δυο τεράστιες μαύρες σκιές έπεσαν πάνω τους γαβγίζοντας,και μια γυναικεία σκιά ανέβηκε γρήγορα τα σκαλιά κι άρχισε να τρέχει. Ο Γκρίμπο έκανε στην άκρη και σήκωσε μ’ εκπληκτική ταχύτητα το ξυράφι του σκίζοντας βαθιά τα πλευρά του σκύλου πριν ακόμα αυτός πέσει στο έδαφος. Το σκυλί γκρεμοτσακίστηκε στις λάσπες και σύρθηκε ουρλιάζοντας από τον πόνο μέσα στις φυλλωσιές. Ο Ληφ που είχε γλιστρήσει κι είχε πέσει κάτω, πάλευε σιωπηλά με το σκυλί που του είχε επιτεθεί. Το πρόσωπό του ήταν γεμάτο λάσπες και αίματα,αλλά τα χοντρά χέρια του έσφιγγαν τον λαιμό του σκύλου μέχρι που το ζώο σταμάτησε να κινείται.
Ο Γκρίμπο έσκυψε, πήρε το ξυράφι του αδερφού του και του το έδωσε την ώρα που εκείνος σηκώνονταν από τις λάσπες βρίζοντας.
«Ηλίθιο, σκυλί», φώναξε νευριασμένα ο Ληφ την ώρα που σηκωνόταν και κλώτσησε το νεκρό ζώο.
«Έλα πάμε, η Στρίγγλα το ‘σκασε».
Ο Λήφ πήρε το ξυράφι στα χέρια του, έβγαλε ένα μαντήλι από το πανωφόρι του και το καθάρισε.
«Χα…», φώναξε. «Που νομίζει ότι θα πάει η σκρόφα;».

***

Η έκρηξη ήταν εκκωφαντική.
Μια σκοτεινή τρύπα πνιγμένη σε μαύρους καπνούς και σκόνες ήταν το μόνο που είχε απομείνει από την μεγάλη ξύλινη πόρτα του Σχολείου.
Ο ψηλός που στεκόταν δίπλα στο φορτηγό χαμήλωσε το όπλο και γύρισε στον οδηγό ευδιάθετος.
«Από μικρός ήθελα να το κάνω αυτό».
Ακούστηκαν γέλια, κραυγές και σφυρίγματα, και εφτά-οχτώ φιγούρες πήδησαν από την καρότσα του φορτηγού και συγκεντρώθηκαν γύρω από τον γεροδεμένο άνδρα που γελούσε ακόμα.
«Πάμε να το τελειώσουμε», είπε εκείνος τελικά σφίγγοντας το κόκκινο φουλάρι στο μέτωπό του. «Άφησε τη μηχανή αναμμένη και περίμενέ μας. Δε θ’ αργήσουμε», γύρισε και είπε στον οδηγό του φορτηγού που καθόταν ακόμα στη θέση του.
Οι υπόλοιποι τον ακολούθησαν με τα όπλα στα χέρια.
Η βροχή έπεφτε με δύναμη και οι αστραπές φώτιζαν που και που το άνοιγμα μπροστά τους. Έτρεχαν όσο τους επέτρεπαν οι λάσπες και τα ψηλά αγριόχορτα της αυλής.
Δεν έκαναν ούτε πέντε βήματα και ξαφνικά ακούστηκε ένας πνιχτός μεταλλικός ήχος και κάποιος στα δεξιά άρχισε να ουρλιάζει.
Όλοι τους έπεσαν κάτω τρομαγμένοι και δυο-τρεις άρχισαν να πυροβολούν πανικόβλητοι μέσα στο σκοτάδι προς το μέρος που ακουστήκαν τα ουρλιαχτά.
«Σταματήστε ρε μαλάκες! Σταματήστε είπα!» ούρλιαξε ο Κόκκινος σκουπίζοντας τη λάσπη από το πρόσωπό του.
Οι πυροβολισμοί σταμάτησαν και ο μόνος θόρυβος που ακουγόταν πια ήταν αυτός της βροχής που μαστίγωνε τα χόρτα.
Σύρθηκε στη λάσπη με το όπλο στα μπράτσα του και μετά από λίγη ώρα βρήκε το ακίνητο πτώμα. Ένα δόκανο είχε καρφωθεί στο δεξί αστράγαλο του μικρού και μια αδέσποτη σφαίρα τον είχε βρει στο κεφάλι.
Πήρε μια βαθιά ανάσα και έτριψε το μέτωπό του σκεφτικός.
«Μ’ ακούτε;» φώναξε τελικά. «Γυρίστε πίσω στο φορτηγό με προσοχή και περιμένετε. Οι πούστηδες έχουν γεμίσει τον τόπο με δόκανα».
Όταν έφτασαν τελικά πίσω στο φορτηγό, τα πρόσωπά τους ήταν σκοτεινιασμένα και σοβαρά.
Ο Κόκκινος τους ανέβασε ξανά στην καρότσα.
«Που είναι ο μικρός Γιάννος;» άκουσε κάποιες ψιθυριστές φωνές πίσω του αλλά δεν έβγαλε μιλιά.
Ανέβηκε στο φορτηγό νευριασμένος.
«Θα τον σκοτώσω τον πούστη», είπε με τα μάτια του καρφωμένα στο Σχολείο μπροστά του. «Θα του ξεριζώσω τ’ άντερα».
Ο οδηγός τον κοίταξε. Στο μέτωπό του ο ιδρώτας άστραφτε κάτω απ’ το πολύχρωμο πανί που είχε δεμένο στο κεφάλι και τα δάχτυλά του έπαιζαν νευρικά με τη χοντρή αλυσίδα στο λαιμό του. Κάτι πήγε να πει αλλά τελικά το μετάνιωσε.
«Ξεκίνα», είπε κοφτά ο Κόκκινος χωρίς να πάρει τα μάτια του από την τρύπα που έχασκε μπροστά τους ανάμεσα στους κεραυνούς και τις αστραπές.

***

«Άνοιξε Σουσάμι, φώναξε ο Αλή Μπαμπάς και τα βράχια κινήθηκαν από κάποια παράξενη μαγεία για να αποκαλύψουν την σκοτεινή είσοδο μιας σπηλιάς…»
Ο Κυριάκος ακουμπούσε σ’ ένα τσιμεντένιο πεζούλι, στην άκρη της αυλής, σκύβοντας ελαφρά για να προφυλαχθεί απ’ τη βροχή. Είχε τα χέρια στις τσέπες, το πέτο του σηκωμένο και η νύχτα τον έκρυβε από εκείνο το σκυλολόι που μόλις είχε ανατινάξει την είσοδο του Σχολείου. Οι λάμψεις από τις αστραπές μπορούσαν φυσικά να τον προδώσουν, αλλά εκείνοι οι τύποι ήταν τόσο προσηλωμένοι στο σκοπό τους που δεν τους περνούσε από το μυαλό να κοιτάξουν πίσω τους, στην ανατολική πλευρά της αυλής που ήταν πνιγμένη με άγρια χόρτα που έφταναν ως το στήθος του.
Το χέρι του χάιδευε μέσα στη βαθιά τσέπη τον σαρανταπεντάρη φίλο του: τον μαγικό βοηθό των παραμυθιών που έρχεται πάντα στην ώρα του. Δεν ήταν ο σοφός κατρουλιάρης γέροντας, ούτε κάποιο σιχαμερό ζώο που μιλούσε –αυτό, το τελευταίο, ήταν έτσι κι αλλιώς, ο Εχθρός– αλλά ένας ώριμος γκριζομάλλης φίλος που ήξερε κάθε φορά το τι έπρεπε να γίνει για να περάσουν με ασφάλεια μέσα από το σκοτεινό δάσος.
Είχε ακούσει τη μαγική λέξη κι είχε δει την έκρηξη που άνοιξε την «είσοδο για τη σπηλιά». Ακολούθησαν φωτιές, σκόνη και χαλασμός και οι «σαράντα κλέφτες» έτρεχαν γεμάτοι αυτοπεποίθηση και όπλα στα χέρια για να βάλουν στο χέρι το θησαυρό τους.
«Τον θησαυρό μου!» μουρμούρισε στον παγωμένο αέρα.
Τα πράγματα όμως δεν ήταν και τόσο εύκολα. Ποτέ δεν είναι.
Η φωνή της μητέρας του φυσικά τον είχε προειδοποιήσει. Ή μήπως ήταν ο θόρυβος του φορτηγού που πλησίαζε και τον είχε αναγκάσει να κρυφτεί; Δεν είχε σημασία. Λούφαξε λοιπόν στην άκρη για να δει τη συνέχεια, χαϊδεύοντας το παγωμένο σίδερο στη τσέπη του.
Οι «σαράντα κλέφτες» την πάτησαν.
Δόκανα μέσα στα χόρτα!
Έξυπνο.
Τώρα, με την αυτοπεποίθηση τους στραπατσαρισμένη και με λίγο φόβο στην ψυχή, πέρασαν την επικίνδυνη περιοχή με το φορτηγό –ακουστήκαν μάλιστα και ένα-δυο πνιχτοί ήχοι από μέταλλο που χτυπάει πάνω σε μέταλλο, τσατ, τσατ, και το φορτηγό παλαντζάρισε λίγο – και βρέθηκαν αριστερά και δεξιά της σπηλιάς, πανέτοιμοι.
Δεν μπορούσε να δει πόσοι ακριβώς ήταν αλλά κάτι μέσα του τον διαβεβαίωνε ότι ήταν σαράντα. Ή μάλλον, τριάντα εννιά αν υπολόγιζε κανείς τον τύπο που είχε πέσει ουρλιάζοντας και δεν ξανασηκώθηκε ποτέ.
Οι «κλέφτες» είχαν πάρει θέση γύρω απ’ τη σπηλιά, και ο Κυριάκος προχώρησε αργά προς το μέρος τους για να δει καλύτερα τι θα συμβεί στη συνέχεια.
Μια αστραπή και είδε τον μεγαλόσωμο τύπο με το κόκκινο φουλάρι στο κεφάλι να κάνει νόημα σε κάποιον να μπουκάρει στη σπηλιά.
Πλησίαζε ολοένα.
Μια αστραπή και είδε μια σκιά να μπαίνει σκυφτή και να χάνεται στο σκοτάδι με το όπλο προτεταμένο.
Πλησίαζε ολοένα.
Μια αστραπή και μια μαύρη φιγούρα εκσφενδονίστηκε ουρλιάζοντας στον αέρα από το στόμιο της σπηλιάς και έπεσε σαν σπασμένη κούκλα στα μαρμάρινα σκαλιά.
Το θέαμα ήταν περίεργο γιατί από το στήθος του προεξείχε κάτι… κάτι σαν…
«Καμάκι!» φώναξε κάποιος. «Τα καθήκια έχουν ψαροντούφεκα…»
Ξαφνικά ακούστηκε ένα ουρλιαχτό κι όλοι μαζί άρχισαν να πυροβολούν με μανία μέσα στο σκοτάδι.
Σε λίγο, ένας-ένας, διπλωμένοι στα δυο ή έρποντας πάνω στα μπάζα, χάθηκαν μέσα στη σπηλιά.
Οι πυροβολισμοί και οι κοφτές ριπές συνεχίστηκαν για ώρα.
Το μόνο που άκουγε όμως μέσα στο κεφάλι του ήταν η φωνή της μητέρας του.
«Μην ανησυχείς για τον λύκο σου. Είναι ο κυνηγός πάντα που γράφει το τέλος στα παραμύθια».
Ένα χαμόγελο έσκασε στο πρόσωπο του Αντώνη και τα μάτια του φωτίστηκαν από τις αστραπές. Έβγαλε τον σαρανταπεντάρη βοηθό από την τσέπη του, σημάδεψε τον οδηγό του φορτηγού και το δάχτυλό του γύρισε την τελευταία σελίδα από το παραμύθι του.

***

Σάπιοι, υγροί τοίχοι, σκοτάδι και οι αλαφιασμένες ανάσες αντηχούσαν στα στενά περάσματα των υπονόμων. Πρώτα η έκρηξη και ύστερα όλος εκείνος ο ορυμαγδός των πυροβολισμών που τους κυνηγούσε γλιστρώντας μέσα στα στενά περάσματα. Ο Λευτέρης περπατούσε προσεκτικά στην κορυφή της ομάδας με το φακό στο χέρι σταματώντας κάθε λίγο και λιγάκι στα σημεία όπου οι στενοί διάδρομοι των υπονόμων διασταυρώνονταν, για ν’ αποφασίσει για την πορεία τους.
«Ουστ. Ουστ από ‘δω», ούρλιαξε κάποιος πίσω του κι ακούστηκε ένα χτύπημα από κλωτσιά στον τοίχο.
«Ποντίκια. Θα μας φάνε τα ποντίκια».
«Χα… Ή που θα μας φάνε, ή που θα τα φάμε».
«Αναθεματισμένα».
«Νάτος! Νάτος ο ποντικαράς».
Κάποιοι άρχισαν να ουρλιάζουν και η ομάδα σταμάτησε απότομα. Επικράτησε για λίγο πανικός με ανθρώπους να φωνάζουν και να βρίζουν καλύπτοντας τα ουρλιαχτά. Ο Λευτέρης γύρισε πίσω και προσπάθησε να ηρεμήσει την κατάσταση που είχε βγει εκτός ελέγχου. Χώρισε δυο τύπους που είχαν πιαστεί στα χέρια και κυλιόταν στα λασπόνερα. Τα πρόσωπά τους ήταν γεμάτα μελανιές και γρατζουνιές.
«Γαμημένε, παρανοϊκέ», φώναξε ο ένας που σκούπιζε το αίμα απ’ το στόμα του.
Ο άλλος ούρλιαζε ακατάληπτα ακόμα και κάποιοι τον απομάκρυναν για να τον ηρεμήσουν.
«Ακούστε με», φώναξε τελικά ο Λευτέρης. «Θα καθήσουμε λίγο να ξεκουραστούμε και μετά συνεχίζουμε. Πέντε λεπτά, να πάρουμε μια ανάσα».
Μόλις το πράμα πήρε να καταλαγιάζει προχώρησε ανάμεσά τους μέχρι που βρήκε τον Αντώνη. Τον είχαν ακουμπήσει κάτω με την πλάτη στον τοίχο. Το μέτωπό του ήταν ακόμη ζεστό και τα μάτια του μισάνοιχτα και γλαρωμένα.
«Πώς είσαι ρε;» τον ρώτησε κρατώντας το πρόσωπό του στα δυο του χέρια.
«Τους… τους έχω στο χέρι… τους έχω λειώσει στο ξύλο… χα… φτύνουν τα δόντια τους… οι πούστηδες…» τα μάτια του ξαναέκλεισαν και το πρόσωπό του βάρυνε στα χέρια του.
Ένοιωσε ένα χτύπημα στον ώμο.
«Παιδάκι, παιδάκι», άκουσε τη Γριά να του φωνάζει και γύρισε.
«Τι είναι;»
«Το Χνώτο, παιδάκι. Το Χνώτο. Ξέφυγε από το χέρι μου και… και…»
Το πρόσωπο του Λευτέρη συννέφιασε.
«Πάει στον Ιερέα, παιδάκι. Θεέ μου! Πάει στον Ιερέα».

Δευτέρα, Αύγουστος 07, 2006 

ΣΚΥΛΙΑ ΣΤΗ ΒΡΟΧΗ (ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΤΕΣΣΕΡΑ)

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΤΕΣΣΕΡΑ


«Δε θ’ αργήσουν».
«Το ξέρω. Τα παιδιά μέσα έχουν ήδη αρχίσει να ετοιμάζονται».
«Μπορείς ακόμα ν’ αλλάξεις γνώμη αν θέλεις. Δε χρειάζεται να καταλήξουμε εκεί».
Στεκόμουν δίπλα στον Ιερέα, μπροστά στις σκάλες του σχολείου. Κανείς μας δεν έδινε σημασία στη βροχή που έπεφτε δυνατά. Εκείνος καθάριζε με ήρεμες κινήσεις το μαστίγιό του και το τύλιγε στην παλάμη του, κι εγώ είχα χαμηλώσει το κεφάλι και τον κοίταζα λοξά. Δεν περίμενα να συμφωνήσει μαζί μου. Απλώς φοβόμουν να δω κατάματα αυτό το σκοτάδι που είχε κάτσει μέσα μου.
Σήκωσε ξαφνικά το κεφάλι και μου έριξε μια παγωμένη ματιά. Ντράπηκα και γύρισα το δικό μου αλλού. Εκείνος ακούμπησε το τυλιγμένο μαστίγιο στο σαγόνι μου και μ’ ανάγκασε να τον κοιτάξω και πάλι.
«Νομίζεις;» ρώτησε.
«Δεν ξέρω. Δεν ξέρω πια αν έκανα καλά που τους έστειλα εδώ, Κάιν. Η Σερήνη είναι έξω φρενών μαζί μου, το ίδιο κι εσύ φαντάζομαι, κι οι υπόλοιποι… Κι όλοι σας έχετε δίκιο. Σας έμπλεξα. Και το πράγμα ξέφυγε. Αγρίεψε. Αν δεν μπορέσουμε να τους σταματήσουμε θα γίνει σφαγή».
Με κοίταξε σιωπηλός.
«Και τί περιμένεις να κάνω εγώ τώρα;» ξέσπασε τελικά. «Να σου χτυπήσω στοργικά την πλάτη και ν’ αρχίσω να σου πουλάω αέρα κοπανιστό; Θες να μ’ ακούσεις να σου λέω ένα κάρο μπούρδες για να βάλω τις τύψεις σου για ύπνο; Ξέχασέ το Λευτέρη. Ξεχασέ το. Όπως έστρωσες, θα κοιμηθείς. Κι εσύ, κι όλοι αυτοί οι κερατάδες που νομίζουν ότι ο κόσμος όλος είναι δικός τους. Και ψάξε να βρεις γρήγορα αυτό το κάτι μέσα σου για να κρατηθείς γιατί δεν έχουμε χρόνο για χάσιμο».
Χα! Ο Ιερέας νόμιζε ότι είχα χάσει το νεύρο μου, αλλά δεν ήταν καθόλου έτσι. Τα ένστικτά μου ήταν πάντα εκεί και περίμεναν ν’ αποτρελαθούν στην ώρα τους.
«Δεν το έχασα, μην ανησυχείς», τον καθησύχασα. «Το ξέρεις καλά ότι θα είμαι έτοιμος».
«Δε λέω για την τρέλα που ξυπνάει στις φλέβες σου, μικρέ», είπε εκείνος σαν να κρυφάκουγε τόση ώρα το μυαλό μου, «αλλά γι’ αυτή που κοιμάται χρόνια τώρα. Όταν η Σερήνη σ’ έστειλε κοντά μου το έκανε για να μάθεις ότι στον κόσμο αυτόν είμαστε αυτό που κάνουμε. Ούτε αυτό που φοβόμαστε, ούτε αυτό που ελπίζουμε. Έκανες αυτό που έκανες γιατί είσαι αυτό που είσαι. Είδες κάτι αδύναμο και το προστάτεψες».
«Ναι. Κι ακόμα σπάω το κεφάλι μου να δω αν μπορούσα να το κάνω με κάποιον άλλο τρόπο. Να μη βάλω σε κίνδυνο τόσους ανθρώπους. Να μη…»
«Αυτό το αδύναμο που είδες, Λευτέρη, είναι εδώ», μ’ έκοψε ο Κάιν και ακούμπησε τη γροθιά του στο στήθος μου. «Μέσα σου. Δεν είναι εκεί έξω. Και δεν είναι κακό που το φοβάσαι. Γι’ αυτό θα παλέψουμε σήμερα. Για να μην αφήσουμε κανέναν ν’ απλώσει χέρι πάνω του».
Τον κοίταζα χωρίς να τον βλέπω. Ο Ιερέας είχε πάντα το χάρισμα να βλέπει εκείνα τα πράγματα που κρύβεις μέσα σου και φοβάσαι να τ’ αγγίξεις γιατί πονάνε και ματώνουν εύκολα. Κι είχε τον τρόπο του να σε σπρώχνει στα όριά σου. Να σε φτάνει ένα βήμα πριν απ’ τον γκρεμό. Να σου ανοίγει τα μάτια. Για ν’ αντικρίσεις το σκοτάδι.
Και μετά να φεύγει.
Άκουσα τα βήματά του στα σκαλιά.
«Τον πιτσιρικά τον άφησα για σένα», είπε.
«Κάιν», φώναξα, κι εκείνος σταμάτησε δίπλα στην πόρτα χωρίς να γυρίσει. «Είχες ποτέ κάτι αδύναμο μέσα σου;»
«Ναι», είπε. «Είχα».
«Και τι έκανες;»
Γύρισε προς το μέρος μου. Το πρόσωπό του ήταν βουτηγμένο στο σκοτάδι.
«Το σκότωσα», άκουσα τη φωνή του να ψιθυρίζει. «Πήρα μια πέτρα και του άνοιξα το κεφάλι στα δυο».

***

Ο Τάσος ξύπνησε απότομα από ένα σκούντημα στον ώμο. Άνοιξε τα μάτια του. Μια γνώριμη σκιά στο σκοτάδι. Το χέρι του έψαξε δίπλα του το Χνώτο. Το κορίτσι έλειπε. Έριξε μια γρήγορη ματιά σε όλη την αίθουσα. Δεν υπήρχε ψυχή.
«Τι έγινε; Που πήγαν όλοι;» ρώτησε, και σηκώθηκε ζαλισμένος ακόμα.
«Το πράγμα στράβωσε πιο γρήγορα απ’ ότι το υπολόγισα», του απάντησε ο Λευτέρης. «Έλα, σε χρειαζόμαστε κάτω. Πάρε τα πράγματά σου. Γρήγορα».
Δεν πρόλαβε να ρωτήσει τίποτα περισσότερο. Η σκιά μπροστά του γλίστρησε αθόρυβα προς την πόρτα. Πήρε το σακίδιό του στο χέρι και την ακολούθησε τρίβοντας τα μάτια και τον λαιμό του που είχε πιαστεί.
Τα βαρέλια με τα αναμμένα κάρβουνα έλειπαν και οι διάδρομοι ήταν βουτηγμένοι στο σκοτάδι. Το νερό έξω είχε ανοίξει άγριο καυγά με τη λάσπη. Έφτασαν στις φαρδιές σκάλες που οδηγούσαν στον πάνω όροφο κι ο Λευτέρης άνοιξε ένα μικρό ξύλινο πορτάκι στη βάση της σκάλας. Έβγαλε έναν φακό και του έκανε νόημα να τον ακολουθήσει. Εφτά-οχτώ σκαλοπάτια και η σκάλα έστριβε για να καταλήξει σ’ έναν μακρύ διάδρομο γεμάτο ανθρώπους που περίμεναν φορτωμένοι μπόγους και πλαστικές σακούλες.
Βαριά μυρουδιά από μούχλα κι ιδρώτα.
Κάποιος από το πλήθος ούρλιαξε. Ακολούθησε ένας μικρός πανικός και φωνές.
«Βάλτου ένα κουρέλι στο στόμα να το βουλώσει ο ηλίθιος. Δε μας φτάνουν όλα αυτά που τραβάμε…», ακούστηκε κάποιος να λέει.
«Ναι, άντε μπράβο. Και σφίξτε το σχοινί γύρω του, να μη μας κάνει καμιά ζημιά», συμφώνησε μια βραχνή φωνή.
Δεν πέρασε πολύ ώρα και τα πράγματα ηρέμησαν κάπως. Απόμεινε μόνο ο θόρυβος από τα βήματά τους που σέρνονταν στο σκοτάδι.
Ο Τάσος βρήκε την ευκαιρία να ξαναρωτήσει.
«Θα μου πεις τι γίνεται εδώ;»
«Δεν έχουμε χρόνο», γύρισε και του είπε ο Λευτέρης. «Από στιγμή σε στιγμή περιμένουμε επίθεση. Σε χρειάζομαι εδώ κάτω για να τους οδηγήσεις στους υπονόμους. Είναι ότι πιο ασφαλές για την ώρα. Από σένα θέλω να αμπαρώνεις πίσω σου όσες πόρτες μπορείς και να τους πας όσο πιο μακριά γίνεται».
«Επίθεση; Μα τότε θα πρέπει να είμαι πάνω μαζί σας κι όχι εδώ κάτω. Εκεί με χρειάζεστε περισσότερο. Τι να κάνω εδώ κάτω;».
Ο Λευτέρης τον κοίταξε ίσια στα μάτια.
«Κι αν περάσουν από μας;» του ψιθύρισε. «Ποιος περιμένεις να προστατεύσει όλους αυτούς του κακομοίρηδες τότε;»
Ο Τάσος πήρε μια βαθιά ανάσα. Γύρισε και κοίταξε το διάδρομο που είχε κιόλας ερημώσει.
«Έλα τώρα μαζί μου να κλειδώσεις το πορτάκι», του φώναξε ο Λευτέρης που ήδη ανέβαινε δυο-δυο τα σκαλιά.
Τον ακολούθησε το ίδιο γρήγορα. Στην κορυφή της σκάλας ο Λευτέρης τον περίμενε πίσω από την πόρτα.
«Πάρε και το φακό», του είπε. «Θα σου χρειαστεί».
«Κι όλα αυτά επειδή έφερα τον Αντώνη εδώ, ε;» ρώτησε.
«Όχι. Όλα αυτά, γιατί ο Ιερέας δε μασάει τσαμπουκάδες από κανέναν».
«Στ’ αλήθεια πιστεύεις ότι μπορώ να τους προστατεύσω;» ξαναρώτησε ο Τάσος την ώρα που έκλεινε η πόρτα.
Ο Λευτέρης έσκυψε και τον κοίταξε από τη χαραμάδα που έκλεινε σιγά-σιγά.
«Ξέρω ότι θα προσπαθήσεις. Κι αυτό μου φτάνει για την ώρα».
Κατεβαίνοντας βρήκε το Χνωτο να τον περιμένει με τα χέρια τεντωμένα. Έσκυψε, φύσηξε απαλά στις χούφτες της και την αγκάλιασε.
«Δεν έχουμε ώρα για τέτοια, παιδάκι», άκουσε τη Γριά που πλησίαζε. «Έλα γρήγορα, οι άλλοι προχώρησαν ήδη αρκετά. Κι εσύ μικρή, μαζί μου. Τώρα!»
Προχώρησαν βιαστικά στον διάδρομο. Ο Τάσος τις ακολούθησε, έστριψε δεξιά, κατέβηκε τρία χωματένια σκαλιά κι έφτασε μπροστά σε μια μισάνοιχτη σκουριασμένη πόρτα. Πίσω της διέκρινε μια σιδερένια σκάλα που κατέβαινε ακόμα πιο κάτω. Προσπάθησε να την κλείσει. Η πόρτα έβρισκε στο πέτρινο έδαφος. Την σήκωσε λίγο προς τα πάνω και την έσπρωξε. Έβαλε όλη τη δύναμή του. Η βαριά μυρουδιά της υγρασίας και της δυσοσμίας του έφερε ζάλη. Ξαναπροσπάθησε. Η πόρτα έκλεισε τελικά με δυσκολία γδέρνοντας την πέτρα.
Ακούμπησε την πλάτη του πάνω της για να πάρει μια ανάσα και να συνεχίσει.
Τότε ήταν που ακούστηκε ο ήχος της έκρηξης και το Χνώτο άρχισε να ουρλιάζει.

Δευτέρα, Ιούλιος 24, 2006 

ΣΚΥΛΙΑ ΣΤΗ ΒΡΟΧΗ (ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΤΡΙΑ)

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΤΡΙΑ

Η Σερήνη στεκόταν για πολύ ώρα ακίνητη δίπλα στο τζάκι που σιγόκαιγε. Είχε σβήσει όλα τα κεριά στο δωμάτιο και η αδύναμη λάμψη από τα λιγοστά κούτσουρα πηγαινοερχόταν σαν απαλό κύμα για να αγγίξει τις πτυχές από το κυπαρισσί φόρεμά της. Η μάγισσα στεκόταν ακίνητη, αλλά η γυναίκα μέσα της ταξίδευε ολοένα και πιο βαθιά, ολοένα και πιο μακριά στο χρόνο, που μέσα της δεν είχε πάψει ποτέ να είναι ένας ολοζώντανος κόσμος. Ένας κόσμος που της έδινε χαρά και πόνο. Την ίδια στιγμή.
Δε μετάνιωνε για τίποτα απ’ όσα είχε κάνει. Μπορεί να πονούσε αλλά είχε μάθει πια να σφίγγει τα δόντια της για να μην ουρλιάξει. Μπορεί να δάκρυζε αλλά ήξερε καλά ότι είχε κάνει αυτό που έπρεπε. Όσο κι αν είχε αγαπήσει τον Ντρούμνα, όσο κι αν το κορμί της ήθελε να κουρνιάσει στην αγκαλιά του, όλα έπρεπε να γίνουν όπως έγιναν.
Έπρεπε να τον εγκαταλείψει για να γεννήσει το γιό τους. Έπρεπε να εξαφανιστεί χωρίς εξηγήσεις, χωρίς να του πει τίποτα γι’ αυτό που μεγάλωνε μέσα της.
Το αίμα είναι επικίνδυνο πράγμα για πλάσματα σαν κι εσένα, αγάπη μου, του ψιθύριζε μέσα στα όνειρά της. Κι οι εχθροί σου μπορούν να το μυριστούν. Και τότε…
Εκείνος δεν απαντούσε. Δεν ήξερε σε ποιον κόσμο κρυβόταν. Δεν ήξερε καν ότι είχε γιο. Το μόνο που ήξερε, ήταν ότι αυτή η στρίγγλα είχε παίξει μαζί του, είχε παίξει με την ψυχή του και την είχε πετάξει σαν κουρέλι φεύγοντας.
Μήπως όμως και στο γιο της είχε φερθεί καλύτερα; Τον είχε αφήσει να πιστεύει ότι τον βρήκε πεταμένο στις Παλιές Γειτονιές και τον μεγάλωσε από λύπη. Του είχε δώσει την αγκαλιά μιας ξένης, κρύβοντας μέσα της την αγκαλιά της μάνας. Του είχε δώσει ένα βαθύ σκοτάδι αντί για την οικογένεια που πάλευε να βρει.
Έπρεπε όμως.
Αν του έλεγε την αλήθεια... Αν του έλεγε έστω κι ένα μικρό κομμάτι από την αλήθεια, το ήξερε ότι ο Λευτέρης θα τη μισούσε για όλα αυτά τα ψέματα που του αράδιαζε όλα αυτά τα χρόνια. Κι ύστερα θα κινούσε γη και ουρανό για να βρει τον πατέρα του. Και στο τέλος θα τα κατάφερνε. Το αίμα μιλάει, κι αν ο γιος του Ντρούμνα μάθαινε να το ακούει τότε θα έβρισκε κάποτε το δρόμο για την Άλλη Πλευρά. Κι εκεί τα οράματά της ήταν βουτηγμένα στο αίμα.
Όχι, αυτό δε θα γινόταν ποτέ!
-Μάνα είμαι και ξέρω. Εγώ σε γέννησα, νεαρέ μου!
-Δε με γέννησες. Με μεγάλωσες.
-Ο λόγος το λέει.
«Όχι, αγόρι μου», ήθελε να του φωνάξει. «Όχι! Δεν το λέει ο λόγος. Είσαι δικός μου, δικός μου, δικός μου…»
Τα μάτια της είχαν νοτίσει αλλά δεν είχε ώρα για τέτοια. Πήρε μια βαθιά ανάσα και τα σκούπισε. Σήκωσε το κεφάλι της κι απόμεινε ακίνητη με τα μάτια κλειστά.
«Πλησιάζουν», σκέφτηκε. «Κι όποιοι κι αν είναι, δεν είναι πλάσματα αυτού του κόσμου…»
Κάτι μέσα της πετάρισε από φόβο αλλά πολύ γρήγορα το πρόσωπό της μεταμορφώθηκε σε μια σκληρή, πέτρινη μάσκα.
«Δεν πειράζει όμως», αποτελείωσε τη σκέψη της. «Ούτε κι εγώ είμαι».

***

«Πεινάω», γρύλλισε ο Ληφ ακολουθώντας τον αδερφό του που περπατούσε μπροστά του τσαλαβουτώντας στις λάσπες. «Κι αυτή η καταραμένη βροχή μου σπάει τα νεύρα. Αυτός ο κόσμος ολόκληρος μου σπάει τα νεύρα!».
Περπατούσαν σκυμμένοι για να προστατευτούν από την επίμονη ψιχάλα που ολοένα δυνάμωνε. Οι τεράστιες μαύρες σκιές τους γλιστρούσαν με σιγουριά πάνω στους υγρούς δρόμους, τους γκρεμισμένους τοίχους και τους σαπισμένους ξύλινους φράχτες.
«Δεν είναι πείνα, Ληφ», του απάντησε ο Γκρίμπο μετά από λίγη ώρα χωρίς να γυρίσει. «Αυτό που νοιώθεις και σου ταράζει το στομάχι είναι όλες αυτές οι μαγικές παγίδες και τα ξόρκια που δυναμώνουν όσο πλησιάζουμε. Αν ήσουν λίγο συγκεντρωμένος θα τα έβλεπες και μόνος σου».
Ο Ληφ πήρε μια βαθιά ανάσα από παγωμένο αέρα.
«Πφφφ», έκανε τελικά. «Ξόρκια κι αηδίες… Γυναικεία καμώματα. Παιχνιδάκι θα ‘ναι, να μου το θυμηθείς. Κι όσο για το μπασταρδάκι της, θα του ξεριζώσω την καρδιά και θα τη στείλω πεσκέσι στον μπαμπάκα του. Θα τον γονατίσουμε τον Ντρούμνα αυτή τη φορά».
Ο Γκρίμπο σταμάτησε ξαφνικά, γύρισε και κοίταξε τον αδερφό του στα μάτια και του ψιθύρισε αργά-αργά.
«Μια χαρακιά στο λαρύγγι φτάνει και περισσεύει, Ληφ. Πόσες φορές θα στο πω; Εκείνο που χρειαζόμαστε είναι το αίμα του για να γυρίσουμε πίσω. Όσο για τον Ντρούμνα, μην είσαι τόσο σίγουρος. Αυτό μας έφαγε την άλλη φορά και κοίτα που καταντήσαμε!».
Συνέχισε να περπατάει βιαστικά και να μουρμουρίζει κουνώντας το κεφάλι του. Ο Ληφ έμεινε για λίγο ακίνητος μέσα στη βροχή και μετά έτρεξε να τον προλάβει.
«Το ξέρω. Το ξέρω αυτό, Γκρίμπο», άρχισε να του λέει λαχανιασμένος. «Αλλά εσύ είσαι που είπες ότι μ’ αυτό το αίμα θα αλλάξουμε τις ισορροπίες. Το θυμάμαι καλά ότι το είπες, Γκρίμπο. Θα έχουμε το πάνω χέρι. Αυτό είπες».
«Ναι», του είπε εκείνος γυρίζοντας ελαφρά το κεφάλι προς το μέρος του. «Αλλά μέχρι να γίνει αυτό, θα κάνεις ότι σου λέω εγώ. Θυμάσαι όταν μυρίσαμε το αίμα του Ντρούμνα που κυλάει στις φλέβες του μικρού; Έπρεπε να φερθούμε έξυπνα όταν μάθαμε ότι ψάχνει τους γονείς του σαν τρελός. Δεν ήταν δύσκολο να τον παγιδεύσουμε τότε που δεν μας είχε μυριστεί ακόμα. Αλλά όχι, εσύ ήθελες να τον κυνηγήσουμε αμέσως. Αχ, αυτή η βιασύνη σου, Ληφ, αυτή η βιασύνη σου!»
«Μαζί το αποφασίσαμε, Γκρίμπο. Κι εσύ είχες λυσσάξει τότε…»
«Ν-ναι, ν-ναι. Τ-το ξ-ξέρω», φώναξε νευριασμένος ο αδερφός του. Μετά ανάσανε βαθιά κλείνοντας τα μάτια του για να ξαναβρεί την ψυχραιμία του. «Δε θα κάνουμε όμως άλλα λάθη. Θα πιάσουμε τη μάνα του και θα τον περιμένουμε να πέσει στην αγκαλιά μας. Κατάλαβες;»
Ο άλλος συμφώνησε μ’ έναν γρυλλισμό και τον ακολούθησε με σκυμμένο το κεφάλι.
Η βροχή δυνάμωνε.

**

Ήταν ένα ζεϊμπέκικο βαρύ, αλήτικο.
Λίγο η κακή ηχομόνωση, λίγο η ανοιχτή πόρτα στον προθάλαμο του μαγαζιού, και το τραγούδι έφτανε δυνατό μέχρι έξω κάνοντας τα τζάμια των αυτοκινήτων να τρίζουν. Ο Στρατηγός είχε γονατίσει μέσα στις λάσπες. Είχε ανοίξει τα χέρια του σα φτερά. Το πρόσωπό του ήταν στραμμένο ψηλά, στον ουρανό. Τα μάτια του κλειστά. Το στόμα του έτρεμε.
Δε χόρευε. Ούτε που άκουγε το τραγούδι. Όλες του οι αισθήσεις είχαν συρρικνωθεί σ’ ένα σημείο στο πίσω μέρος του κεφαλιού του. Εκεί που ακουμπούσε η κάνη από το σαρανταπεντάρι του Κυριάκου.
«Αυτά είν’ όλα;» του ψιθύρισε ο Κυριάκος στο αυτί χωρίς να κουνήσει το όπλο.
«Ναι… ναι. Στο Σχολείο… στις Παλιές Γειτονιές… κάτι ετοιμάζεται… εκεί», ψέλλισε ο γέρος μέσα σ’ αναφιλητά. «Δεν ξέρω τίποτ’ άλλο. Στ’ ορκίζομαι».
Ο Κυριάκος σήκωσε τον κόκορα του όπλου.
Κλικ.
«Και πιστεύεις ότι όλα αυτά αξίζουν το πεντακοσάρικο που έχεις στην τσέπη σου;» ξαναρώτησε ο Κυριάκος βαριανασαίνοντας.
Το στόμα του γέρου ανοιγόκλεισε βουβά. Η βροχή έπεφτε αδιάφορη στο πρόσωπό του που έμοιαζε με κάτασπρο σάβανο.
Ο Κυριάκος έκλεισε τα μάτια του κι ακούμπησε το κεφάλι του στο κρόταφο του Στρατηγού.
«Η μητέρα μου, μου λέει ότι το πρώτο γουρουνάκι είχε χτίσει το σπίτι του από λάσπη κι άχυρα. Μμμ, λάσπη κι άχυρα. Αξιολύπητο, ε; Από την άλλη όμως, τόσο ταιριαστό για ένα γουρούνι. Εσύ πως το ‘χτισες το σπιτάκι σου γέρο μου;».
Αντί για απάντηση, ακούστηκε η εκνευριστική σειρήνα ενός περιπολικού.

About me

  • I'm Unknown
  • From
My profile
Powered by Blogger
and Blogger Templates
Creative Commons License
.

This work is licensed under a Creative Commons License